Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

«Συγγνώμη Κύριε Μπέκετ» (κείμενο-σκηνοθεσία: Σοφία Φιλιππίδου) (γράφει η Κασσάνδρα Αλογοσκούφη)

Παρακολουθήσαμε εχθές Κυριακή 07.12.2025 με εκστατική συγκίνηση τη θεατρική παράσταση του έργου “Συγγνώμη Κε Μπέκετ” σε σκηνοθεσία και σύλληψη κειμένου Σοφίας Φιλιππίδου.

Ευχάριστη έκπληξη προκαλεί η εκ των βάθρων ανανεωτική σκηνοθετική άποψη με στιγμές ιδιοφυούς σύλληψης, όπου δεσπόζουν οι ανθρωπογεωγραφίες βαθιά θεμελιωμένων χαρακτήρων επί σκηνής επιτονισμένων με την αστερόσκονη υπερρεαλιστικής γύρης που όλα τα γονιμοποιεί στα άνθη βιωμένης εμπειρίας, όπου ούτε το καλό είναι απόλυτα καλό, ούτε το κακό απόλυτα κακό.

Αυτό που κυριαρχεί προκαλώντας ρίγη έκστασης είναι οι συλλογικότητες εξατομικευμένου ήθους με τα βλέμματα των ηθοποιών καρφωμένα προς έτερες κατευθύνσεις ραγίζοντας τον κόσμο κατόπτρων μας σε ακλόνητα πρότυπα και αρχέτυπα ηθικών αγκυλώσεων. Στο ενδιάμεσο των ρωγμών καθρεφτίζεται η κίνηση μιας χορογραφίας ανθρωπίνων κύκνων. Ο ρυθμός του ποιητικού λόγου εισάγει τον θεατή αρχικά δια του φαιδρού και βαθμηδόν στο κωμικοτραγικό για να κορυφωθεί κάποτε στις περήφανες βουνοκορφές ανθρώπινου δράματος που ποιεί εκλεπτυσμένη κάθαρση δια της μέθης από ανθρώπινο οίνο και ίδρο.

Πολλές σκηνές αντλούν ή συγγενεύουν με πίνακες του Βελάθκεθ [1] [βλέπε πίνακα (Ο θρίαμβος του Βάκχου, Los Borrachos)][1], του Καραβάτζο[βλέπε (Η σταύρωση του Αγίου Πέτρου)][2], αλλά και του Ελ Γκρέκο[βλέπε (η Ταφή του Κόμη του Οργκάθ)] [3]. Εδώ, θα αναφέρω ότι το στυλ του τενεμπρισμού του Καραβάτζο, που υιοθετεί και η σκηνοθέτις, αφού το κοινωνικό σκοτάδι με την άναρχη τεχνική της Φιλιππίδου δεσπόζει περισφίγγοντας τη μέγγενη του τόσο, όσο να αναδυθεί η αγνότητα φωτοστέφανου από το θάμβος της ψυχής που αδημονεί φωτίζοντας τα πρόσωπα του έργου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ευάγγελος Ι. Τζάνος, «Εκδηλώσεις χαράς στην “Οδύσσεια” του Καζαντζάκη. Ραψωδίες Ν-Π»

Χειρόγραφες γραφές της Οδύσειας του Καζαντζάκη

ΠΗΓΗ: https://www.kazantzaki.gr/gr/12-hidden-gems/xeirografes-grafes-tis-oduseias-tou-kazantzaki-332

 

«Όμως τρανότερη χαρά στη γης σαν το χορό δεν είναι»

Ν. Καζαντζάκης, Οδύσσεια (Ν 65)

 

01. Όπως δηλώνεται και στον τίτλο, στο παρόν δοκίμιο θα εντοπιστούν οι εκδηλώσεις χαράς στις ραψωδίες Ν-Π της Οδύσσειας (1938)1 του Νίκου Καζαντζάκη (1883-1957). Ακολουθώντας την τακτική των προηγούμενων συναφών εργασιών, προτάσσω περίληψη των ραψωδιών που θα μας απασχολήσουν γραμμένη από τον ίδιο τον Καζαντζάκη: Ο Οδυσσέας, λοιπόν, μετά την Αίγυπτο, «φτάνει, πολεμώντας με τις άγριες φυλές, στις πηγές του Νείλου, στην καρδιά της Αφρικής. Εκεί χτίζει την καινούρια πολιτεία του, την οχυρώνει, χαράζει απάνω στο φρούριο τις νέες περήφανες εντολές του Θεού του, νομοθετώντας νέους δίκαιους νόμους. Χαίρεται που θα δημιουργήσει μιαν κοινωνία ελεύτερων, ατρόμητων ανθρώπων.

»Μα τη μέρα που έκανε τα εγκαίνια της πολιτείας κι είχε κηρύξει μεγάλη γιορτή, γίνεται σεισμός2, ανοίγει η γη και καταπίνει την πολιτεία. Βούλιαξε όλη»3.

Από την περίληψη κιόλας φάνηκε ότι οι ραψωδίες Ν-Π αφηγούνται περιστατικά που διαδραματίστηκαν στην αφρικανική ήπειρο. Πιθανώς το ταξίδι του Οδυσσέα προς τον νότο να ξαφνιάσει τον αναγνώστη, εντούτοις ας έχει υπόψη του ότι η Αφρική γοήτευε τους ευρωπαίους συγγραφείς στις αρχές του 20ού αι. και ο Καζαντζάκης, την εποχή που επεξεργάζεται την Οδύσσεια μελετά και μεταφράζει σχετικά κείμενα, ενώ, ευρισκόμενος στο Παρίσι (1931), επισκέφθηκε την «Exposition Coloniale Internationale», γνώρισε την κουλτούρα των αφρικανικών λαών και εντυπωσιάστηκε. Μολονότι την έκθεση τη χαρακτήριζε, σύμφωνα με τους αριστερούς Γάλλους διανοούμενους, αποικιοκρατικό πνεύμα, ο Καζαντζάκης ήρθε σε επαφή τόσο με την τέχνη των λαών αυτών όσο και με την ιδιαίτατη καθημερινότητά τους 4.

Είναι αξιοσημείωτο το ότι ο Καζαντζάκης επέλεξε, ανάμεσα σε άλλους, τους στίχους Ξ 1-25 και Π 1209-1246 προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στην προώθηση του βιβλίου του. Ο Παντελής Πρεβελάκης ερμηνεύει την επιλογή των συγκεκριμένων στίχων ως πιθανή πρόταση ανθολόγησης. «Στη λευκή σελίδα του χειρογράφου» με την περίληψη της Οδύσσειας, γράφει ο Πρεβελάκης, «ο Κ. έχει σημειώσει μερικά χωρία της Οδύσσειας που –καθώς εικάζω– του φαίνονταν κατάλληλα για ανθολόγηση»5.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Η Κρίση της Ποίησης

«Βιβλία που ξεχώρισα το 2025» (γράφει ο Κωνσταντίνος Μπούρας)

  1. Σπύρος Βαλάτας, «Θέμις και Νέμεσις», Εκδόσεις ΟΤΑΝ.

Ένα συναρπαστικό μυθιστορηματικό μάθημα πολιτικής οικονομίας, ιστορίας, χρηματοοικονομικών, τραπεζικών, επιχειρηματικότητας, έρωτα και δύναμη ψυχής, οι μοίρες των ατόμων και οι μοίρες των λαών κρίνονται σε ένα απροσδιόριστο γιγαντιαίο παιχνίδι τάβλι, με ζάρια που σφυρίζουν ασύλληπτα για το ανθρώπινο μυαλό.

Κάποιοι νομίζουν ότι είναι θύματα κι άλλοι το παίζουν θύτες, το κοινό σημείο όμως όλων αυτών είναι ότι είναι απειροελάχιστοι κόκκοι λιπαντικού (ή άμμου, αντίστοιχα) σε μια «Δαιμόνια Μηχανή», όπως θα έλεγε ο Κοκτώ.

Ο πρωτοεμφανιζόμενος ιδιοφυής πεζογράφος Σπύρος Βαλάτας κατέχει την τέχνη τού σασπένς, ξέρει να στήνει σκηνικά, να συμπλέκει τα πρόσωπα και να τα εξελίσσει με έναν τρόπο μοναδικό, μαγικό κι απαράμιλλο.

Δεν θα βρει μιμητές γιατί αυτή η τέχνη είναι προσωπική και το ύφος του δεν αντιγράφεται. Πρόκειται για ιδιοκατασκευή νοητική, συναισθηματική, γλωσσική και εικονοποιητική (αφού ξέρει να δημιουργεί εικόνες ψυχολογικού θρίλερ που είναι αποκλειστικά και μόνον δική του επινόηση).

Η εφευρετικότητά του έγκειται στην εναλλαγή τού αφηγηματικού φακού από διάφορα ύψη σε πολυποίκιλές οπτικές γωνίες με καθαρή πάντα ιστορική προοπτική, χωρίς όμως να καταφεύγει στη μεταφυσική, σε αλλοδιαστασιακές ακροβασίες, δίχως να καταφεύγει σε παράλληλα σύμπαντα, «ποιητική αδεία» βεβαίως. Γι’ αυτόν ο αφηγούμενος κόσμος είναι και αληθοφανής και «πραγματικός», καθημερινός, συνήθης, δεν έχει να επιδείξει τίποτα το ξεχωριστό, εκτός ίσως από τα παιχνίδια τής Τύχης, που παίζονται όμως σε υπερανθρώπινο πεδίο, σε κλίμακα πολύ ανώτερη τού κοινού μέσου (αλλά και του ξεχωριστού) ανθρώπου.

Αριστοκράτες και λαός συμμετέχουν σε μια παρτίδα σκάκι που οι μόνοι κερδισμένοι βγαίνουν οι πλουτοκράτες, οι αδίστακτοι, οι ανελέητοι απατεώνες, οι σφετεριστές τού πλούτου των άλλων, των αδυνάμων, αυτών που βρίσκονται κάτω από τον φρικτό Τροχό τής Ιστορίας, που είναι και η μοναδική πρωταγωνίστρια σε αυτό το ψηφιδωτό.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Δόντσος, «Μία ημέρα»

Ο γερο-ράφτης με κοίταξε εξεταστικά πίσω από τα κοκκάλινα καφέ γυαλιά του με τους ελαφρώς κίτρινους φακούς.

«Ήταν σαν πρόνοια. Μάθαινα τότε να ράβω στο μαγαζί του μαστρο-Μεμέτ και δούλευα δώδεκα δεκατρείς ώρες την ημέρα. Το πιο δύσκολο μου φαινόταν το φοδράρισμα. Από το να διαλέξεις το κατάλληλο ύφασμα για το παλτό ή το παντελόνι – γιατί τότε ξέρεις, ο κόσμος φόδραρε και τα παντελόνια – μέχρι την λεπτοδουλειά του να το ράψεις πάνω στο σκληρό ύφασμα, ήταν πραγματικό βάσανο. Χρειάζονταν πολύ συγκεκριμένες βελόνες, αργότερα τις ξεχώριζα με την πρώτη ματιά. Με τον καιρό έγινα πολύ παρατηρητικός και επιμελής. Έμαθα να ξεχωρίζω ένα καλό ή ένα κακό ράψιμο από χιλιόμετρα μακριά. Τότε όμως, είχα καταστρέψει ήδη δύο παλτά και ο Μεμέτ ήθελε σίγουρα να με διώξει. Ο πατέρας μου μόλις είχε πεθάνει. Ήμουν δεκαοχτώ χρονών κι όλα μου έμοιαζαν απίστευτα δύσκολα. Έπρεπε να φροντίσω την μητέρα μου, να έχουμε ένα πιάτο φαγητό στο σπίτι. Έτσι το πήρα απόφαση πως δεν θα κατέστρεφα άλλα παλτά. Το θυμάμαι σαν σήμερα. Καθόμουν στα σκαλιά του ραφτάδικου απέναντι από τον πάγκο που πουλούσε σταφύλια ο πατέρας της, και το πήρα απόφαση. Έτσι έγινα ράφτης. Από τότε δεν μπορώ να κοιτάξω άνθρωπο για ώρα χωρίς να υπολογίζω ακούσια το τι είδους φόδρα θα ήθελε για το παλτό του και το πόσο ύφασμα θα χρειαζόταν για να το φοδράρω. Ίσως είμαι κάπως σαν εσένα που γράφεις και μπορείς να καταλάβεις αν ένα βιβλίο είναι καλό ή όχι.»

«Το δικό μου παλτό τι θα χρειαζόταν;»

«Ένα ρολάκι καλό μπλε σατέν. Πριν δέκα χρόνια θα ήξερα να σου πω κι από που θα το παίρναμε. Τώρα είναι όλα μάρκες, κι αυτά τα μαγαζιά έχουν κλείσει.»

Σταμάτησε να μιλάει απότομα και κοίταξε ένα γύρο το δωμάτιο. Το βλέμμα του πέρασε από τους άσχημα σοβαντισμένους, μα καθαρούς μπεζ τοίχους, κάθισε για λίγο στο έπιπλο της τηλεόρασης και πλανήθηκε για λίγο στο τραπεζάκι δίπλα από τον καναπέ που καθόταν και στο πακέτο τα τσιγάρα και το πορσελάνινο μεγάλο λαμπατέρ πάνω του.

Ήταν μία μικρή σαλονοκουζίνα με δύο καφέ μαλακούς καναπέδες απέναντι από το ξύλινο έπιπλο που φιλοξενούσε τα καλά σερβίτσια της οικογένειας, διάφορες κορνίζες και την τηλεόραση, και ένα σκούρο καφέ ξύλινο διαχωριστικό, που ξεχώριζε την κουζίνα από το σαλόνι. Ζήτημα αν ολόκληρος ο χώρος έφτανε τα τριάντα τετραγωνικά. Το σπίτι συνολικά να ήταν εκατό, μαζί με το μπάνιο, τα δύο υπνοδωμάτια και το χολ. Παρόλα αυτά ήταν σπίτι, όχι οίκος, ούτε οίκημα. Ήταν σπίτι τριμμένο από την καθημερινότητα μιας οικογένειας, τις συμφορές, τους θριάμβους και τις δουλειές της. Στην κουζίνα, φαινόταν να έχουν μαγειρευτεί εκατοντάδες γιορτινά φαγητά και σίγουρα δυο τρεις φορές κόλλυβα. Το φάντασμα μιας ζεστής, γλυκιάς, αεικίνητης και απαιτητικής δράσης στοίχειωνε κάθε ντουλάπι, κάθε σκεύος, κάθε αυστηρά απλωμένο σεμεδάκι.

Ο γερο-ράφτης έκανε να πιάσει το πακέτο με τα τσιγάρα από το τραπεζάκι δίπλα του, ανάμεσα από τον καναπέ που καθόταν αυτός και από τον καναπέ που καθόμουν εγώ, αλλά στα μισά της κίνησης το μετάνιωσε. Αναστέναξε ελαφρά κάτω από το παχύ λευκό μουστάκι του και με κοίταξε πάλι.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Μία λόγια πηγη στο “ΥΓ.” του Μανόλη Αναγνωστάκη- Ένα σχόλιο με αφορμή το βιβλίο του Μίλτου Πολύβιου» (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

 

Η τελευταία ποιητικη συλλογη του Μανόλη Αναγνωστάκη, που τιτλοφορείται ΥΓ., κυκλοφόρησε για πρώτη φορα το 1983, ως ιδιωτικη έκδοση, σε 100 (μικρου σχήματος) αντίτυπα εκτος εμπορίου. Επανακυκλοφόρησε το 1992 απο τις εκδόσεις Νεφέλη σε μία κανονικη και καλα φροντισμένη έκδοση.

Στη συλλογη αυτη, όπως είναι γνωστο, ο Μ. Αναγνωστάκης δεν δημοσιεύει ολοκληρωμένα και τιτλοφορημένα ποιήματά-του. Δημοσιεύει μόνο ποιητικα σπαράγματα, τα οποία μοιάζουν, θα έλεγα, σαν σκόρπιοι στίχοι που παρέμειναν έξω απο προηγούμενες εκδομένες συλλογες-του. Συνολικα, αυτα τα κομμάτια ανέρχονται σε 124, με κάποια να αποτελούνται απο μία μόνο λέξη όπως, λόγου χάρη, «Ο Μπαχ», ενω το μεγαλύτερο δεν ξεπερνα τους τέσσερις στίχους. Εκτείνονται σε 31 σελίδες. Συγκεκριμένα, καταχωρούνται σε κάθε σελίδα της εν λόγω συλλογης τέσσερα σπαράγματα.

Ανάμεσα σε άλλα, στη σελίδα 33, στην έκδοση της Νεφέλης, υπάρχει και το εξης εβληματικο σπάραγμα:

 

Χρόνια ύστερα απο το θάνατό-του, εσυ έστελνες/

στη μάνα-του κάθε μήνα ένα γράμμα απο το πα-/

κετο που σου είχε εμπιστευθει

 

Ο Μίλτος Πολυβίου, που παρουσιάζεται στενος φίλος του Μ. Αναγνωστάκη, στην εισαγωγη που παραθέτει στο βιβλίο-του με τίτλο Πραγματολογικα σχόλια για το έργο του Μανόλη Αναγνωστάκη, που κυκλοφόρησε το 2025 απο τις εκδόσεις Πατάκη, και με πρόλογο του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, αναφέρει στη σελίδα 19 πως «Τα σχόλια αυτα προέρχονται απο δύο πηγες: απο σχετικες προφορικες μαρτυρίες του ποιητη στον υπογραφόμενο και απο προσωπικη έρευνα».

Διαβάστε περισσότερα