Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Jhonatan Balaguera, «Η ιστορία κάθε άνδρα»

Η ιστορία κάθε άνδρα θα έπρεπε να τελειώνει στη μήτρα μιας γυναίκας. Εκεί βρίσκεται το πιο όμορφο καταφύγιο της δημιουργίας, και πάνω από αυτό κάθε τοπίο είναι μια εκδήλωση του θείου. Τίποτα δεν είναι τόσο θρησκευτικό, τόσο βαθύ και τόσο κοντά στην αποκάλυψη που υπονοείται στο θαύμα της γέννησης όσο το να βλέπεις για πρώτη φορά – αφού φύγεις από τα Ηλύσια Πεδία της παιδικής ηλικίας – τον ναό των δύο τρούλων, μπροστά στον οποίο κάθε άνδρας, μπροστά σε μια τέτοια ομορφιά, όσο μικρός ή ελαττωματικός κι αν είναι, δεν μπορεί παρά να λυγίσει τα γόνατά του και να σηκώσει τα χέρια του σε ταπεινή ικεσία για να ικανοποιήσει τελικά τη φυσική τους καμπύλη και έτσι, υπακούοντας στα σχέδιά της, να εκπληρώσει τη μία και αδιάψευστη εντολή της. Μπροστά στη μήτρα, όλα είναι άφθαρτη δόξα και η αντικατάσταση του αιώνιου, η πληρότητα των ιδεών και η πλάγια όψη των επιθυμιών. Η ταφή όλων των σκοπών που δεν βρίσκουν κανένα νόημα στην πραγματικότητα όταν κάποιος προσπαθεί να εξαγάγει από το στήθος την πρωταρχική τροφή, η οποία, ακόμη και χωρίς να μπορεί να χύσει τον ζωτικό της χυμό, ικανοποιεί και χαίρεται αποκλειστικά με τον αέρα που σμήνος από το μικρό, πάντα νέο λουλούδι της. Μετά το στήθος, όλα είναι ξανά αβεβαιότητα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

I. Θ. Κακριδής, «Μια ελληνική καρδιά (Μακρυγιάννης)»

Δίπλα στο έργο αυτό το μεγάλο1, ο λόγος, μεγάλος κι αυτός. Ο Μακρυγιάννης έχει το πάθος της έκφρασης. Κάθε τόσο μιλεί σε άρχοντες και σε αξιωματικούς, στα παλικάρια του και στον απλό λαό, με λόγια μεστά, γεμάτα πειθώ, θέρμη και πίστη, για να ενθουσιάσει στη μάχη, για να συμβουλέψει το σωστό, για να καυτηριάσει το κακό. Και όχι μόνο τραγουδάει, αλλά και συνθέτει δικά του λαϊκά τραγούδια. Στα 1839 θα αποφασίσει να στολίσει την αυλή του σπιτιού του στην Αθήνα με μωσαϊκά, που συμβολίζουν τους αγώνες των Ελλήνων με τους Τούρκους και τη βαυαρική απολυταρχία. Θα βάλει και τον Παναγιώτη, το λαϊκό ζωγράφο από τη Σπάρτη, να του ζωγραφίσει μέσα σε τρία χρόνια εικοσιτέσσερις εικόνες, που αναπαρασταίνουν τις μάχες του Αγώνα. Θα γράψει μετά το τέλος του πολέμου διάφορα άρθρα στις εφημερίδες. Πάνω απ’ όλα, στα 1829, στρατηγός πια, τριανταδύο χρονών, θα μάθει γράμματα και θ’ αρχίσει να συγγράφει τα Απομνημονεύματά του: «Δεν έπρεπε να έμπω εις αυτό το έργον ένας αγράμματος, να βαρύνω τους τίμιους αναγνώστες και μεγάλους άντρες και σοφούς της κοινωνίας και να τους βάλω σε βάρος, να τους κινώ την περιέργειά τους και να χάνουν τις πολύτιμες στιγμές εις αυτά». Με αυτή την ταπεινοφροσύνη και την επίγνωση της αδεξιότητάς του ο Μακρυγιάννης θα χαρίσει στο έθνος του ένα μνημείο ακατάλυτο, κτήμα ες αιεί.

Αλήθεια, γιατί αυτός ο αδιάλειπτος αγώνας για την έκφραση — με το αυτοσχέδιο τραγούδι, με την εικόνα, προπαντός με την πένα, που με πολλή δυσκολία την κυβερνούν τα δάχτυλα του Μακρυγιάννη, συνηθισμένα τον πιο πολύ καιρό να κρατούν τ’ άρματα του πολέμου; Γιατί στο νου και στην καρδιά του αγωνιστή αυτού ξεχειλίζει ένας κόσμος από ιδέες και συναισθήματα, ένας κόσμος ολοκληρωμένος, που βασανίζει το Μακρυγιάννη και δεν τον αφήνει να τον κρατήσει μέσα του. Για το Μακρυγιάννη ισχύει ο λόγος που άκουσε κάποτε από το Ρίλκε ένας νεαρός ποιητής, όταν του έστειλε μερικά ποιήματα και τον ρωτούσε αν άξιζε να συνεχίσει να γράφει: Αν νιώθεις την υπέρτατη ανάγκη να γράψεις· αν νιώθεις πως, αν δε γράψεις, θα πεθάνεις, τότε, τότε μόνο αποφάσισε να γράψεις και μην ακούς κανέναν άλλον. Από ένα τέτοιο αίσθημα ακατανίκητης ανάγκης σπρωγμένος και ο Μακρυγιάννης θα συνθέσει τραγούδια, θα βάλει να του κάνουν τις εικόνες του Αγώνα και προπαντός θα μάθει γράμματα στα ώριμά του πια χρόνια και θα κάνει αυτό το γράψιμο το απελέκητο, όπως ο ίδιος το χαραχτηρίζει, για να δώσει διέξοδο στις ιδέες και στα συναισθήματα που τον πλημμυρίζουν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Θεόδωρος Π. Λιανός, «Η κακούργα»

Η Βασιλική μεγάλωνε τρία παιδιά μόνη της. Την μεγάλη μου αδελφή, δώδεκα χρονών τότε, εμένα, λίγο μικρότερο, και την μικρή μου αδελφή, που ακόμα δεν είχε κλείσει ένα χρόνο. Ο πατέρας μου είχε φύγει κρυφά για τον Πειραιά· λαθρεπιβάτης σε ένα μικρό εμπορικό πλοίο που αναχώρησε νύχτα από το λιμάνι της Καλαμάτας. Έφυγε κυνηγημένος για να γλυτώσει τη σύλληψη και την εκτέλεση.

Στην ίδια πόλη ζούσε και η γιαγιά μου με τον γιό της, αλλά η μάνα μου δεν ήθελε και δεν ζητούσε βοήθεια. Δεν είχε λεφτά· είχαμε όμως ψωμί, αυγά από τις κότες μας και γάλα από την κατσίκα. Δεν πεινούσαμε. «Εγώ τα’ κανα, εγώ θα τα μεγαλώσω» έλεγε εννοώντας εμάς. Έτσι ήταν η μάνα μου. Αυτή ήταν η φιλοσοφία της. Αυτό μας έλεγε: «Μόνοι σας, μη ζητάτε βοήθεια από κανένα και να μη δεχόσαστε τίποτα». Αυτό δεν το καταλάβαινα, αλλά το τηρούσα. Μου έδινε ο θείος μου γλυκό κι εγώ έλεγα «Δεν θέλω θείε, έχω φάει», ενώ μου τρέχανε τα σάλια. Αυτό τον κανόνα ζωής που τήρησα τότε, στα χρόνια του φόβου και της απελπισίας, ήταν εύκολο να το κάνω και στην υπόλοιπη ζωή μου. Δεν το μετάνιωσα. Μου έδωσε ένα αίσθημα ανεξαρτησίας και ανωτερότητας έναντι των άλλων, που δεν αντέχουν την στέρηση.

Όταν δυσκόλεψαν ακόμη περισσότερο τα πράγματα και φοβόταν για την ζωή μας, η μάνα μου αποφάσισε να φύγουμε από την μικρή μας πόλη και να πάμε στο Στρέφι, ένα μικρό χωριό, όπου είχαμε την σταφίδα μας. Πήγαμε με τα πόδια, τραβώντας την κατσίκα με ένα σχοινί και με δυο κότες σ’ ένα καλάθι. Εκεί, στο χωριό, είχαμε τα πάντα. Ένα δωμάτιο από πλίθες, λιόπανα για σεντόνια, νερό από μια μικρή πηγή στο διπλανό ρέμα και φαγητό όσο χρειαζόμαστε· μας έλειπε, όμως, το ψωμί γιατί δεν είχαμε ούτε αλεύρι, ούτε φούρνο.

Η μάνα μου προσπαθούσε να κρύψει την αγωνία της για την τύχη του πατέρα, αλλά κάθε τόσο την άκουγα να μουρμουράει «Πού να είναι τώρα; Να ζει; Τον βρήκε τον Θανάση;» Ο Θανάσης ήταν αδελφός του πατέρα μου, που ζούσε στην Αθήνα. Όλο εκείνο τον καιρό μια φορά μόνο είδα την μάνα μου να δακρύζει, όταν κρατούσε αγκαλιά την αδελφή μου και της χτένιζε τα μαλλιά, λέγοντας «Μη κλαίς, κορίτσι μου, ο μπαμπάς σου είναι καλά, είναι με τον αδελφό του, τον θείο σου τον Θανάση».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλίκη Τσιφτσοπούλου, «Το αρχέγονο βιβλίο – Κάρλα: Το δάκρυ της λίμνης», εκδ. Γραφή, 2026 (Γράφει η Δήμητρα Φιλιπποπούλου)

Ένα εφηβικό μυθιστόρημα φαντασίας, μυστηρίου και περιπέτειας 

 

Από τις εκδόσεις Γραφή κυκλοφόρησε μόλις το πρώτο εφηβικό μυθιστόρημα της Αλίκης Τσιφτσοπούλου, με τίτλο «Το αρχέγονο βιβλίο – Κάρλα: Το δάκρυ της λίμνης» σε εικονογράφηση Κατερίνας Καψάλα. «Πέντε παιδιά που δε ζήτησαν ποτέ να γίνουν ήρωες και μια γιαγιά που ξέρει περισσότερα από όσα λέει», όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο, ξεκινούν μια δοκιμασία, να λύσουν ένα μυστήριο και να φέρουν σε πέρας μια αποστολή. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα φτιαγμένο από τη στόφα των μπεστ σέλερ, αλλά με το άγγιγμα της αγάπης για κάτι που γίνεται ξεκάθαρο πως αποτελεί όνειρο ζωής για τη συγγραφέα: τη μοναδικότητα της λίμνης Κάρλας – Βοιβηίδας, η αποξήρανση της οποίας το 1962 έφερε μια οικολογική ανατροπή, στο όνομα της προόδου και της ευημερίας.

Μέχρι τότε, η Κάρλα ήταν η μεγαλύτερη φυσική λίμνη της Ελλάδας και ένας από τους σημαντικότερους υδροβιότοπους στα Βαλκάνια. Η αλιευτική παραγωγή ήταν τεράστια, ενώ εκεί αναπτύχθηκε για αιώνες ο λιμναίος πολιτισμός των Καναλιών. Η Κάρλα είχε τη δική της «άγνωστη πολιτεία του νερού», δηλαδή μια πολιτεία ψαράδων, που ζούσαν για μήνες μακριά από τις οικογένειές τους, πραγματικότητα που άλλαξε όταν η λίμνη αποξηράνθηκε.

Τα έργα παρέμβασης στο φυσικό περιβάλλον ξεκίνησαν προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ελονοσία που ταλαιπωρούσε τους ντόπιους, όμως εξαιτίας των πιέσεων να βρεθούν όσο το δυνατόν περισσότερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις δεν προχώρησε το έργο δημιουργίας ενός ταμιευτήρα, που θα διατηρούσε μέρος της λίμνης. Το αποτέλεσμα της πλήρους αποξήρανσης ήταν να εγκαταλείψουν οι περισσότεροι κάτοικοι την περιοχή, καθώς τα εδάφη τελικά αποδείχτηκαν αλατούχα και ακατάλληλα για βαμβάκι και σιτηρά, με χαμηλές αποδόσεις. Ο λιμναίος πολιτισμός χάθηκε, μαζί και η χλωρίδα και η πανίδα ενός τεράστιας σημασίας υδροβιότοπου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Ψωμιάδης, «Η φωλιά», εκδ. Κίχλη, 2025 (γράφει ο Γιάννης Δρούγος)

Ελληνικού διηγήματος συνέχεια -κι άτυπο αφιέρωμα-, με το βλέμμα αυτή τη φορά στραμμένο στον πρωτοεμφανιζόμενο Γιώργο Ψωμιάδη ο οποίος λίγο πριν το τέλος της προηγούμενης χρονιάς μας συστήθηκε μέσω των εκλεκτών εκδόσεων Κίχλη με τη συλλογή διηγημάτων υπό τον τίτλο «Η φωλιά».

Νέος ηλικιακά αλλά με αξιοθαύμαστη ωριμότητα και συνοχή στη γραφή του, ο Γιώργος Ψωμιάδης σπούδασε ελληνική φιλολογία στο ΑΠΘ, εργάζεται ως δημοσιογράφος στον ηλεκτρονικό και έντυπο Τύπο και πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση στον εγχώριο λογοτεχνικό χάρτη με την παρούσα συλλογή που περιέχει έξι ιστορίες σφιχτοδεμένες, μεστές, υπαινικτικές, με μια διάχυτη συγκρατημένη θλίψη (αποτυπώνοντας την ελληνική πραγματικότητα), με μικρές εκρήξεις να πραγματοποιούνται πίσω απ’ τα νοήματα και τις λέξεις, με ευθύβολο βλέμμα στο παρόν έτσι όπως το βιώνουμε εγκλωβισμένοι σε προσωπικές και συλλογικές δίνες, σε προσωπικές και συλλογικές ψυχολογικές δυστοπίες, σε δρόμους αδιέξοδους που κάπου στην άκρη τους αχνοφαίνεται κάτι σαν φως και σαν διέξοδος για τη συνέχεια μιας άλλης πορείας.

Οι ήρωες των ιστοριών του Ψωμιάδη κινούνται σέρνοντας στα πόδια τους αόρατη βαριά αλυσίδα κατάδικου – τραυματία απ’ το παρελθόν. Κι όμως, κινούνται αργά προς τα μπρος, μη χάνοντας την ελπίδα, μην αφήνοντάς τη να χαθεί απ’ τη ματιά τους , μην αφήνοντάς τη να καεί σε οικείες και ξένες φωτιές. Περπατούν δίπλα μας -τους βλέπουμε και μας βλέπουν- κι ανάμεσά μας στη σκιά και στο γκριζωπό φως γυρεύοντας κάτι: μιαν αγάπη, μια στιγμή που θα γίνει ανάμνηση, μια νέα αρχή, μια «φωλιά» να νιώσουν ασφαλείς, ένα χέρι να κρατήσει το δικό τους μετέωρο χέρι, έναν ώμο να γείρουν το κεφάλι για δύο στιγμές ν’ αναπαυθεί ο νους κι η καρδιά που -σε ξέφρενο ρυθμό- διανύουν χιλιόμετρα. Οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων γυρεύουν ένα κάτι πριν μπουν σε επόμενη μονομαχία με τον εαυτό τους, τη μοναξιά τους και τον κόσμο που έχασε το μέτρημα και την ανατολή του. Γυρεύουν ένα δρόμο νέο -έστω φανταστικό, έστω ανύπαρκτο- ν’ ανοίξουν το βήμα τους, να σώσουν ό,τι απ’ τη μέσα τους φωτιά σώζεται, ν’ αποφύγουν τα εχθρικά βέλη και τις αδέσποτες σφαίρες του καιρού. Έρημοι σαν έρημος και σαν παραλίες αχαρτογράφητες, μόνοι σαν σκιές, κυνηγούν ένα συναίσθημα ψευδές -εις γνώση τους- κι ένα συναίσθημα αληθινό -επί ματαίω.

Διαβάστε περισσότερα