Ελληνικού διηγήματος συνέχεια -κι άτυπο αφιέρωμα-, με το βλέμμα αυτή τη φορά στραμμένο στον πρωτοεμφανιζόμενο Γιώργο Ψωμιάδη ο οποίος λίγο πριν το τέλος της προηγούμενης χρονιάς μας συστήθηκε μέσω των εκλεκτών εκδόσεων Κίχλη με τη συλλογή διηγημάτων υπό τον τίτλο «Η φωλιά».
Νέος ηλικιακά αλλά με αξιοθαύμαστη ωριμότητα και συνοχή στη γραφή του, ο Γιώργος Ψωμιάδης σπούδασε ελληνική φιλολογία στο ΑΠΘ, εργάζεται ως δημοσιογράφος στον ηλεκτρονικό και έντυπο Τύπο και πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση στον εγχώριο λογοτεχνικό χάρτη με την παρούσα συλλογή που περιέχει έξι ιστορίες σφιχτοδεμένες, μεστές, υπαινικτικές, με μια διάχυτη συγκρατημένη θλίψη (αποτυπώνοντας την ελληνική πραγματικότητα), με μικρές εκρήξεις να πραγματοποιούνται πίσω απ’ τα νοήματα και τις λέξεις, με ευθύβολο βλέμμα στο παρόν έτσι όπως το βιώνουμε εγκλωβισμένοι σε προσωπικές και συλλογικές δίνες, σε προσωπικές και συλλογικές ψυχολογικές δυστοπίες, σε δρόμους αδιέξοδους που κάπου στην άκρη τους αχνοφαίνεται κάτι σαν φως και σαν διέξοδος για τη συνέχεια μιας άλλης πορείας.
Οι ήρωες των ιστοριών του Ψωμιάδη κινούνται σέρνοντας στα πόδια τους αόρατη βαριά αλυσίδα κατάδικου – τραυματία απ’ το παρελθόν. Κι όμως, κινούνται αργά προς τα μπρος, μη χάνοντας την ελπίδα, μην αφήνοντάς τη να χαθεί απ’ τη ματιά τους , μην αφήνοντάς τη να καεί σε οικείες και ξένες φωτιές. Περπατούν δίπλα μας -τους βλέπουμε και μας βλέπουν- κι ανάμεσά μας στη σκιά και στο γκριζωπό φως γυρεύοντας κάτι: μιαν αγάπη, μια στιγμή που θα γίνει ανάμνηση, μια νέα αρχή, μια «φωλιά» να νιώσουν ασφαλείς, ένα χέρι να κρατήσει το δικό τους μετέωρο χέρι, έναν ώμο να γείρουν το κεφάλι για δύο στιγμές ν’ αναπαυθεί ο νους κι η καρδιά που -σε ξέφρενο ρυθμό- διανύουν χιλιόμετρα. Οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων γυρεύουν ένα κάτι πριν μπουν σε επόμενη μονομαχία με τον εαυτό τους, τη μοναξιά τους και τον κόσμο που έχασε το μέτρημα και την ανατολή του. Γυρεύουν ένα δρόμο νέο -έστω φανταστικό, έστω ανύπαρκτο- ν’ ανοίξουν το βήμα τους, να σώσουν ό,τι απ’ τη μέσα τους φωτιά σώζεται, ν’ αποφύγουν τα εχθρικά βέλη και τις αδέσποτες σφαίρες του καιρού. Έρημοι σαν έρημος και σαν παραλίες αχαρτογράφητες, μόνοι σαν σκιές, κυνηγούν ένα συναίσθημα ψευδές -εις γνώση τους- κι ένα συναίσθημα αληθινό -επί ματαίω.
Στην πρώτη ιστορία με τίτλο «Φαστ φουντ» (τίτλος που δηλώνει τον χώρο εργασίας του κεντρικού ήρωα αλλά και μεταφορικά την τάση άμεσης κάλυψης συναισθηματικής ανάγκης), πρωταγωνιστής είναι ο 45χρονος Δημήτρης που εργάζεται σε ένα εστιατόριο γρήγορης εξυπηρέτησης. Είναι ερωτευμένος με την ψηφιακή Ματίλντα. Πληρώνει για να τη βλέπει στην οθόνη και για να δέχεται τις ερωτικές της υπηρεσίες. Φαντασιώνεται να μπορούσε να ζήσει μαζί της, νιώθει κάτι σαν ευτυχία κάθε φορά που την σκέφτεται. Και φτάνει η στιγμή που δύο τους θα συναντηθούν από κοντά.
Στην επόμενη ιστορία, «Η φωλιά», (που χάρισε και τον τίτλο στον παρόντα μικρό τόμο διηγημάτων) ένας έφηβος και ο πατέρας του, οδηγός φορτηγού στην εταιρεία «Μεταφορές Μάινας», εκτελούν μαζί ένα δρομολόγιο για παραδόσεις παραγγελιών φρούτων και λαχανικών προς το Αγκίστρι. Κι εκεί, στο Αγκίστρι, στη δυτική πλευρά του νησιού, βρίσκεται «η φωλιά», μια μικρή ακτή που ανακάλυψαν παλιότερα κι ήταν το καταφύγιό τους κι ακόμα εκεί τους περιμένει. Λίγες οι συνομιλίες πατέρα και γιού, πολλές οι σιωπές, άλλες τόσες οι σκόρπιες μνήμες. Η παραλία βουβή κι ένα τατουάζ με μια φάλαινα στο μπράτσο του πατέρα, κι η φάλαινα βρίσκει φωλιά στον βυθό του φορτηγού, στην υπαρξιακή θάλασσα των δύο ηρώων, σε ένα παραμύθι που μοιάζει να μη χωράει στην εποχή και στην πραγματικότητα.
Στο «Μοτέλ Ομόνοια», πρωτοπρόσωπης αφήγησης, ο αφηγητής πρωταγωνιστής συναντά στο μικρό μοτέλ ένα θίασο ετερόκλητων προσώπων, τους μόνιμους ενοίκους αυτού του παλιού κτιρίου που μεταξύ τους έχουν αναπτύξει στενούς δεσμούς, που λειτουργούν ως κοινότητα και ως οικογένεια χωρίς εμφανείς συναισθηματισμούς αλλά με οικειότητα. Κι ενώ ο αφηγητής προετοιμάζεται για ένα πικρό αποχωρισμό, στο μοτέλ Ομόνοια μια γιορτή και ζωή και θάνατος και πόλη που εισπνέει φόβο κι εκπνέει λύπη και υγρασία, σμίγουν σ’ ένα μείγμα από χώμα κι ουρανό.
Στο δυστοπικό «Αριάδνη», η υπόθεση εκτυλίσσεται σε ένα πολύ κοντινό μέλλον. Οι άνθρωποι τρέφονται με χάπια αφού τα τρόφιμα έχουν καταργηθεί όπως και τα οικογενειακά τραπέζια. Κι οι μυρωδιές αποτελούν ανάμνηση ώσπου αρχίζουν να αναδύονται έντονα στο αφηγηματικό παρόν. Στο σώμα των ανθρώπων και στο σώμα της νεαρής αφηγήτριας Αριάδνης φυτρώνουν φρούτα. Τα περιστατικά φρουτοποίησης αυξάνονται, η κατάσταση μοιάζει να βρίσκεται σε έλεγχο μα ουσιαστικά βγαίνει εκτός ελέγχου.
Στο «Αλήθιο», μια διαφήμιση στην τηλεόραση έρχεται να δώσει μια κάποια λύση στην Δάφνη , την πρωταγωνίστρια αφηγήτρια του διηγήματος. Η Δάφνη φροντίζει τη μητέρα της που πάσχει από άνοια και είναι η Δάφνη κι είναι ταυτόχρονα κι η Μαρίνα που έφυγε νωρίς και άδικα. Και να που υπάρχει το προϊόν «αλήθιο» που εγγυάται πλήρη διαύγεια για μια ώρα -μια ώρα στον κόσμο της αλήθειας, έξω απ’ της λήθης το βυθό.
Κι η ιστορία που κλείνει τη συλλογή, «Το κελάηδισμα του καναρινιού», έχει θαύματα και όνειρα, έχει σύννεφα και θάλασσα, έχει αρώματα και μια πόρτα κλειστή. Ο πρωταγωνιστής – αρωματοποιός πειραματίζεται επίμονα με ένα άρωμα. Κι ένα κορίτσι εισβάλλει στο εργαστήριό του ζητώντας του να ακούσει ένα κελάηδισμα είτε στον ύπνο είτε στον ξύπνιο. Οι νιφάδες του χιονιού στρώνουν λευκό χαλί στην άσφαλτο και τα όνειρα χάνουν τη μιλιά τους.
Άρτιας δομής διηγήματα για ένα κόσμο κι ένα κλίμα που αλλάζουν, για την τεχνολογία που κυριαρχεί – σαρώνει -αντικαθιστά – φέρνει κοντά κι αποξενώνει, για τη μοναξιά που βρυχάται άηχα, για τα όνειρα που το σκάνε απ’ τη φωλιά του ύπνου τους πριν το ξημέρωμα, για τη μνήμη που χορεύει με ασταθή βήματα σε σαθρό έδαφος, για το ζην του τώρα και του αύριο, για τους έρωτες που φοράνε το αστραφτερό τους ρούχο ανάποδα, για τη ζωή που συνεχίζεται μετά το κάθε τέλος.
Με γραφή λιτή και ήσυχη, άλλοτε ωμή κι άλλοτε ονειρικής υφής, γραφή σωματική, γεμάτη αισθήσεις, εικόνες, σφρίγος και μυρωδιές, με νυστέρι χειρουργικής ακριβείας στην άκρη της, ο Γιώργος Ψωμιάδης έχτισε έξι γερής δομής, αξιανάγνωστα θαυμάσια διηγήματα – καθρέφτες του υπό κατάρρευση κόσμου γύρω μας , παρατηρώντας τον, μελετώντας τον, αιχμαλωτίζοντας την κάθε ρωγμή και την κάθε δυστοπία του, εκεί που όλα είναι πιο φανταστικά απ’ την αλήθεια και πιο αληθινά απ’ τη φαντασία.









