Μικροί Θρίαμβοι πάνω σε βαθιές πληγές
Είμαι ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια. Μέρος της δουλειάς μου είναι να ακούω ανθρώπινες ιστορίες, να ακούω σιωπές, να προτείνω συναισθηματικές ποιότητες σε σωματικές δράσεις και σωματοποιήσεις. Να φτιάχνω κι εγώ αφηγήσεις από όλα όσα έρχονται στο νου μου από τις δικές μου μνήμες ακούγοντας τις ιστορίες που απευθύνονται σε εμένα. Όλοι μας έχουμε ψυχικές γνώσεις και νοηματοδοτήσεις εντός μας που ενώ μας είναι γνωστές δεν ξέρουμε ακόμα πως να τις σκεφτούμε, χρειαζόμαστε κάτι έξω από εμάς για να ξεκινήσουμε να αποκτούμε αυτή τη γνώση.
Άρχισα να σκέφτομαι ένα βιβλίο για ιστορίες αμίλητες που βαθαίνουν τα τραύματα κι εκείνα περνούν από γενιά σε γενιά, σιωπηλά και λιγάκι ύπουλα, ακούγοντας έναν ηλικιωμένο κύριο στις συνεδρίες μας. Μετανάστης, πολύ καιρό πια στην Ελλάδα, είχε χάσει πριν μερικά χρόνια τη σύντροφο της ζωής του. Μιλούσε για τα παλιά και τα καινούργια, για την απώλειά του και το κενό μέσα και γύρω του. Για τη φτώχεια των παιδικών χρόνων, κακουχίες, ασθένειες, άλλες απώλειες, τον δρόμο της μετανάστευσης, σκληρές όψεις της ζωής του. Μαλάκωνε όμως συχνά, μιλούσε και για τις άλλες όψεις, τις ωραίες, τις πιο φωτεινές, τις πιο λιβιδινικές, όπως θα τις ονομάζαμε ψυχαναλυτικά. Που και που, αφού έμενε σιωπηλός κάποιες στιγμές, έλεγε κουνώντας το κεφάλι: «Δόξα τω Θεώ, καλά περάσαμε». Θα μπορούσε να είναι μια μορφή ψυχικής άμυνας απέναντι στον πόνο που βίωνε. Όμως μέσα μου δεν αντηχούσε έτσι. Σταδιακά καταλάβαινα ότι το εννοούσε. Νιώθω ευγνωμοσύνη που συναντηθήκαμε.
Ο ψυχαναλυτής Γεράσιμος Στεφανάτος έλεγε πως αυτό που προσπαθούμε διαρκώς μέσω της γλώσσας της γραφής, τόσο οι ψυχαναλυτές όσο και οι συγγραφείς, είναι να μετασχηματίσουμε την απώλεια σε απουσία. Ομιλία και γραφή είναι συγγενείς που φτιάχνουν μια απουσία μέσα από την απώλεια. Μια απουσία που μπορούμε πια να χειριστούμε με γόνιμους τρόπους, να συνεχίσει η ζωή να έχει νόημα, να μπορούμε να ξαναβρίσκουμε χαρά. Σκέφτομαι ότι ο θεραπευόμενός μου ακούμπησε σε δικές μου ιστορίες απωλειών, παλαιών, επικείμενων και προσφάτως συντελεσμένων εκείνη την περίοδο. Πως πίσω από το προφανές κεντρικό θέμα της μετάδοσης τραυματικών αμίλητων βιωμάτων στους επόμενους μέσα σε μια οικογενειακή σειρά, υπήρχε η λανθάνουσα βαθιά επιθυμία να λάμψουν οι πληγές στο φως της ημέρας και να ολοκληρωθούν αποχαιρετισμοί. Δύσκολα πράγματα. Να αποχαιρετήσω και να πενθήσω σημαίνει να αποδεχθώ ότι έχω απωλέσει κάτι. Ωραία τα σκεφτόμαστε, στην πράξη είναι τα ζόρια.
Εξού και το βιβλίο γραφόταν και διαγραφόταν διότι δεν με έπειθε αυτό που έβλεπα. Δεν μπορούσα να προχωρήσω όπως στα προηγούμενα. Τώρα κάτι ήταν αλλιώς. Άλλαξα λοιπόν όλη τη δομή, το υλικό με πήγε στην αφήγηση μιας ιστορίας αντί για την αναλυτική ματιά πάνω της. Έτσι όμως έπρεπε να χτίσω περισσότερες ιστορίες. Να συναντηθούν, να συνομιλούν, να αποχαιρετιούνται προηγούμενοι και επόμενοι στον οικογενειακό ιστό. Πεδίο ολοκαίνουργιο και απολύτως τρομακτικό ώρες – ώρες για μένα. Τυχαία διάβασα μια συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου για το βιβλίο του και κράτησα μια φράση: «Μην ξεχνάτε ότι γράφω σημαίνει κυρίως βγαίνω γυμνός». Τη σημείωσα στο τετραδιάκι μου.
Διαβάστε περισσότερα