Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Σκολαστίκ Μουκασονγκά, «Ο Κιμπογκό ανέβηκε στον ουρανό» (μετφρ. Θάνος Σαμαρτζής), εκδ. Δώμα, 2023

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

 

Ύστερα ήρθαν οι παπάδες. Στη μεγάλη εκκλησία της ιεραποστολής, μα και στα μικρότερα ξωκλήσια, βγάλανε κήρυγμα:

«Ο ήλιος, η βροχή, τα σύννεφα, τα φασόλια, οι μπανάνες, οι κολοκύθες, το σόργο, το κεχρί, και τα γελάδια ακόμα, όλα αυτά τα έφτιαξε ο Γεζού μας. Έτσι δεν σας δίδαξα στην κατήχηση; Όλα αυτά σ’ εκείνον ανήκουνε. Τα κάνει ό,τι θέλει. Δίνει τη βροχή όταν θέλει, σ’ όποιον θέλει: είναι ο καλός θεός. Κι άμα δεν δίνει τη βροχή, πάει να πει ότι έχει θυμώσει. Ίσως έχει τους λόγους του που έχει θυμώσει μαζί σας. Και ίσως μπορώ να σας πω κι εγώ μερικούς απ’ τους λόγους του. Ξέρω ότι λέτε πως είστε βαπτισμένοι, πως είστε καλοί χριστιανοί, πως δεν είστε πια ειδωλολάτρες που δεν γνωρίζουν τον αληθινό θεό, αλλά τι βλέπω πίσω απ’ τις εικονίτσες σας με τον Γεζού και τη Μαρία, τι προσπαθείτε να μου κρύψετε; Φυλαχτά που σας φτιάξανε οι μάγοι από νύχια λεοπάρδαλης, από δόντια φακόχοιρου, από δέρμα φιδιού, από κόκκαλα λαγού, από ρίζες ροζιασμένες, κι απ’ τα φτερά εκείνων των γουρλίδικων κοτόπουλων που δεν τολμάτε να τα φάτε κι ας πεθαίνετε της πείνας! Και κρεμάτε πάνω σας κι άλλα πράγματα, τόσο αισχρά που δεν τολμώ να τα κατονομάσω. Και ξέρω επίσης ότι πάτε στα κρυφά να βρείτε τον ξορκιστή γιατί θέλετε το κακό του πλησίον σας και ―ακόμα χειρότερα!― πάτε και βρίσκετε τον φαρμακευτή για να απαλλαγείτε απ’ τον αντίπαλό σας που μισείτε. Και νομίζετε πως δεν ξέρω τι πάτε και κάνετε σ’ εκείνο το λόφο, όπου βρίσκεται το δασάκι των δαιμόνων που ακόμα φοβάστε να το χαλάσετε; Πάτε εκεί να λατρέψετε τον διάβολο, κάτω από κείνα τα καταραμένα δέντρα, κι ούτε ξέρω τι πνεύματα κυριεύουν την ψυχή σας, ολόκληρη στρατιά από δαίμονες, και όταν μπαίνουν μέσα σας, όταν καταχτούνε τις δύσμοιρες ψυχές σας που η βάπτιση τις λύτρωσε, σας πιάνει μανία και το στόμα σας αφρίζει, κι από μέσα του βγαίνουν φριχτές βλασφήμιες που, άμα τις ακούγατε να λέγονται στο φως της μέρας, θα σας έπιανε ντροπή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μποστ, «Νυν υπέρ πάντων ο αγών», 1961

ΤΡΙΗΡΗΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΜΕ ΝΕΟΥΣ ΚΟΠΗΛΑΤΑΣ
ΠΟΥ ΦΕΡΗΣ ΠΛΗΡΟΜΑ ΓΕΡΟΝ ΚΙ ΑΝΔΡΕΙΟΥΣ ΕΠΙΒΑΤΑΣ
ΥΠΑΡΧΗ ΕΘΡΙΟΣ ΚΕΡΟΣ ΚΙ’ ΑΦΤΟΣ ΠΟΥ ΣΕ ΔΑΝΓΚΑΝΗ
ΤΟ ΚΑΝΗ ΑΠΟ ΠΑΝΙΚΟΝ ΜΗ ΒΓΗΣ ΑΠ’ ΤΟ ΛΙΜΑΝΗ
ΜΑ ΠΛΟΙΟΝ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΙΣΕ ΚΑΙ ΠΟΥ ΑΝΑΧΟΡΕΙ
ΚΑΜΙΑ ΔΗΝΑΜΙΣ ΚΑΚΗ ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΡΠΟΦΟΡΕΙ
ΜΑΤΑΙΟΝ ΕΙΝΕ ΣΤΗ ΖΟΗ ΚΕ ΓΡΑΦΟΥΝ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ
ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΝΑ ΦΕΒΓΟΥΝΕ ΤΑ ΠΛΟΙΑ

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιάννης Βαγγελοκώστας, «”Μάνα είσ’ εσύ ή ύαινα;”: Αναπαραστάσεις της μητρικής ταυτότητας σε πεζογραφικά κείμενα των Ταχτσή, Μάτεσι, Δημητρίου, Καρυστιάνη»

[Απόσπασμα από την Εισαγωγή της Μεταπτυχιακής Εργασίας*]

 

Ποια είναι, αλήθεια, η κατά Χριστόδωρον, «έκφρασις», που δόθηκε στην Μητέρα από τους δημιουργούς της ελληνικής ποιήσεως; Της σπαρτιάτισσας, τάχα, της πιο γνωστής ελληνίδας μάνας, της «κλασικής» πια, ή της Παναγίας, της, επίσης, «κλασικής» πια, mater dolorosa των Χριστιανών, ή, ακόμη, της ελληνίδας μητέρας, της μητέρας του 1821, όπως την κλασικοποιεί στο ομώνυμο ιταλόγλωσσο σχεδίασμά του στο πεζό, ο Διονύσιος Σολωμός; Ποια από τις τρεις αυτές Μητέρες, που κάθε μια τους αντιστοιχεί και σε μια περίοδο της ελληνικής ιστορίας, εκφράζεται, κατά κυριότητα, μεσ’ από τις σελίδες της νεοελληνικής λογοτεχνίας; (Δικταίος, 1968: 392)

 

Τα παραπάνω ερωτήματα διατυπώνονται στο επίμετρο της ποιητικής ανθολογίας με τίτλο Τα εγκώμια της μητέρας που εκδίδεται το 1968 υπό την επιμέλεια του ποιητή Άρη Δικταίου. Ο συντάκτης του τόμου συγκεντρώνει αυτοτελή ποιήματα καθώς και αποσπάσματα εκτενέστερων ποιητικών συνθέσεων με κοινό άξονα αναφοράς τη μητρότητα, διατρέχοντας σχεδόν ολόκληρη την ελληνόγλωσση ποιητική δημιουργία από την ομηρική εποποιία μέχρι τη σύγχρονή του ποιητική παραγωγή. Η εν λόγω θεματική ανθολογία, πέρα από το γεγονός ότι αποτελεί μια αξιοπρόσεκτη φιλολογική εργασία κυρίως λόγω της εντυπωσιακής γραμματολογικής ευρύτητας του περιεχομένου της, προσελκύει το ερευνητικό ενδιαφέρον για έναν επιπλέον λόγο, καθώς επιτελεί μια ευρύτερα πολιτισμική λειτουργία. Ο συντάκτης της, επιχειρώντας να απαντήσει στο αρχικό του ερώτημα σχετικά με την αναπαράσταση της μητέρας στη νεοελληνική λογοτεχνία, συγκροτεί και προτάσσει έναν ουσιοκρατικής θεμελίωσης πολιτισμικό λόγο για τη μητρότητα στο επιτασσόμενο κείμενό του. Από αυτή την άποψη καθοριστική σημασία έχει, επίσης, η επιλογή και η συνάρθρωση του ανθολογούμενου υλικού.

Η γραμματολογικά αδιάκριτη και αταξινόμητη συμπερίληψη ποιητικών έργων από το σύνολο των περιόδων τόσο της αρχαιοελληνικής όσο και της νεοελληνικής ποίησης, καθώς και ο εμπλουτισμός τους με αντιπροσωπευτικά δείγματα από την παγκόσμια γραμματολογία χωρίς αυτό να εξυπηρετεί κάποια εκπεφρασμένη μεθοδολογική πρόθεση, υποβάλλουν την αντίληψη σχετικά με την αναλλοίωτη πολιτισμική διαχρονικότητα και την παγκοσμιότητα της μητρικής ταυτότητας, θέση την οποία ο επιμελητής της ανθολογίας υποστηρίζει απερίφραστα, επικαλούμενος ένα διαδεδομένο φυσιοκρατικό επιχείρημα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Pablo Picasso, «Σκέψεις για την τέχνη» (Μετάφραση: Γεράσιμος Ιωαννίδης, Αλεξάνδρα Δημητριάδη), εκδ. Printa, 2005

Αν είχαμε κουλτούρα, δεν θα είχαμε τόσο έντονη την αίσθηση ότι μας λείπει (ή απλώς θα τη θεωρούσαμε δεδομένη).

Αντί γι’ αυτό, βαυκαλιζόμαστε με την ιδέα της κουλτούρας, αλλά αν γνωρίζαμε την αληθινή αξία αυτής της λέξης, θα διαθέταμε και αρκετή κουλτούρα ώστε να μην της δίνουμε και τόσο πολλή σημασία.

Εξίσου γελοίο θεωρώ και όταν θέλουμε να επιβάλουμε την “κουλτούρα μας” σε άλλους, όπως όταν παινεύουμε στο μουσαφίρη τις τηγανιτές πατάτες μας ή όταν τις προσφέρουμε πιεστικά στους γείτονές μας, χωρίς να μας νοιάζει αν τους αρέσουν ή αν θα τους βαρυστομαχιάσουν».

*

«Μισώ αυτό το παιχνίδι της αισθητικής με τα μάτια και τις σκέψεις, το παιχνίδι αυτών των ειδημόνων, αυτών των μανδαρίνων, οι οποίοι “εγκρίνουν” την ομορφιά.

Τι εστί γενικώς ομορφιά;

Στην πραγματικότητα η ομορφιά δεν υπάρχει καθόλου.

Δεν “εγκρίνω” ποτέ τίποτε, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν συμπαθώ ποτέ τίποτε.

Αγαπώ ή μισώ.

Όταν αγαπώ μια γυναίκα, η κατάστασή μου αυτή τινάζει στον αέρα τα πάντα, ακόμη και την ίδια μου τη ζωγραφική.

Όλος ο κόσμος, μου ασκεί κριτική, επειδή έχω το θάρρος να ζω τη ζωή μου δημόσια, ίσως με περισσότερη ανατρεπτική διάθεση από ό, τι οι άλλοι, σίγουρα όμως και με περισσότερη ειλικρίνεια και αλήθεια».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Στέργιος Ντέρτσας, «Η τελευταία μέρα του καφενείου του Ευστράτιου Κυνοκεφάλου»

Με ύφος εξαγγελτικό και θυελλώδης εισέβαλλε εντός του κατάμεστου καφενέ- τρελός σιρόκος! Η ώρα 10.18, το βράδυ μιας  Τετάρτης  χειμωνιάτικης που οι στάλες της βροχής τού χάραζαν  το πρόσωπο και τον πονούσαν λες κι ήταν σκάγια  αλατιού. Ενώ στην παλιά τηλεόραση ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, όπου μια ιταλική ομάδα, ή ίσως  ισπανική-ποιος έδινε σημασία;- ανηλεώς ξεκοιλιαζόταν από κάποια Μπάγερν, μια κάποια Μπάγερν του Μονάχου, είχε πνιγεί στα ασπρόμαυρα χιόνια, απόρροια του ασθενικού σήματος: οι κεραίες τω καιρώ εκείνω ήτανε πανάκριβες. Τουτέστιν ακόμη και ξεχαρβαλωμένες μοιάζανε με  Εσταυρωμένους  που μόλις είχανε εκπνεύσει, και το  «απελθέτω» τους τις  στεφάνωνε σαν άλως•  με έργα τέχνης, για να το πούμε αλλιώς, οπότε  δυσκολευόσουν πολλαπλώς να τις εναποθέσεις σε κάποιον κάδο απορριμμάτων για να πάρεις άλλη.

Σε κάθε ώμο του ένας πύρινος άγγελος, δυο μινιατούρες τοσοδούλικες μικρότερες από κόκκο ρυζιού-ποιος να τις δει και ποιος να τους δώσει τη δέουσα σημασία; Στο ξεφτισμένο του  καπέλο μια διπλοτριπλοδιπλωμένη αλκυόνα επώαζε τα αυγά της και κάποιες από τις ακραίες σκέψεις του, όχι πως υπήρχαν συνετές,  που σχεδόν είχαν ξεμυτίσει από το ραγισμένο τους τσόφλι.

«Η ημικρανία που με συνέχει ακατάπαυστα  μπορεί συχνάκις μ’ αφήνει ενώπιον σου, ω αγελαίο πλήθος, έκθετο…» είπε λαχανιασμένος. Κι αφού πήρε βαθιά ανάσα, συνέχισε  με τη στεντόρεια και κάπως μελωδική σαν οξύαυλο φωνή του, βεβιασμένα  σαν να ‘πρεπε όλα να ειπωθούν όλα μαζί και να χωρέσουν στο επόμενο δευτερόλεπτο: «Θέλω να πω, συναισθηματικά ανοχύρωτο ενώπιον των αμφιβολιών σας. Ωστόσο, όσο και να χτυπιέστε όχι μόνο δεν πρόκειται να γίνεται φραπέδες, αλλά κάποτε, λίαν συντόμως και οσονούπω δηλαδή, θα γίνει διθύραμβος αρχαιόκλιτος εντός των αμφιβολιών σας, γαμώ τη φάρα σας κήνσορες ευκόλως διαψεύσιμοι. Και νομίζω πως αυτό το κάποτε είναι τούτη εδώ η ώρα που με κοιτάτε σαν αποβλακωμένοι χάνοι. Πως ήγγικεν η ώρα και η στιγμή, γαμώ την πίστη μου, γαμώ την τρέλα μου και γαμώ το κέρατό μου το δίφορο, επίμοχθοι αμφισβητίες και άπιστοι Θωμάδες. Και γαμώ την τύχη μου την ξεχαρβαλωμένη που   μ’ έφτυσε εδώ σ’ αυτό το κωλομέρος,  να ζω ανάμεσά σας. Και γαμώ το μουνί ολάκερης της οικουμένης που δεν έχει σταματήσει να ξερνά αμέτρητα μουνιά κλαμένα κάθε στιγμή  που φέγγει• και αυθωρεί εκπνέει.»

Διαβάστε περισσότερα