Αν είχαμε κουλτούρα, δεν θα είχαμε τόσο έντονη την αίσθηση ότι μας λείπει (ή απλώς θα τη θεωρούσαμε δεδομένη).
Αντί γι’ αυτό, βαυκαλιζόμαστε με την ιδέα της κουλτούρας, αλλά αν γνωρίζαμε την αληθινή αξία αυτής της λέξης, θα διαθέταμε και αρκετή κουλτούρα ώστε να μην της δίνουμε και τόσο πολλή σημασία.
Εξίσου γελοίο θεωρώ και όταν θέλουμε να επιβάλουμε την “κουλτούρα μας” σε άλλους, όπως όταν παινεύουμε στο μουσαφίρη τις τηγανιτές πατάτες μας ή όταν τις προσφέρουμε πιεστικά στους γείτονές μας, χωρίς να μας νοιάζει αν τους αρέσουν ή αν θα τους βαρυστομαχιάσουν».
*
«Μισώ αυτό το παιχνίδι της αισθητικής με τα μάτια και τις σκέψεις, το παιχνίδι αυτών των ειδημόνων, αυτών των μανδαρίνων, οι οποίοι “εγκρίνουν” την ομορφιά.
Τι εστί γενικώς ομορφιά;
Στην πραγματικότητα η ομορφιά δεν υπάρχει καθόλου.
Δεν “εγκρίνω” ποτέ τίποτε, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν συμπαθώ ποτέ τίποτε.
Αγαπώ ή μισώ.
Όταν αγαπώ μια γυναίκα, η κατάστασή μου αυτή τινάζει στον αέρα τα πάντα, ακόμη και την ίδια μου τη ζωγραφική.
Όλος ο κόσμος, μου ασκεί κριτική, επειδή έχω το θάρρος να ζω τη ζωή μου δημόσια, ίσως με περισσότερη ανατρεπτική διάθεση από ό, τι οι άλλοι, σίγουρα όμως και με περισσότερη ειλικρίνεια και αλήθεια».
*
«Γιατί βάζω ημερομηνία σε όλα όσα φτιάχνω;
Διότι δεν αρκεί να γνωρίζουμε τα έργα ενός καλλιτέχνη.
Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε πότε τα δημιούργησε, γιατί, πώς, κάτω από ποιες συνθήκες.
Χωρίς αμφιβολία, κάποια μέρα θα υπάρξει μια επιστήμη η οποία ίσως ονομαστεί “Επιστήμη του ανθρώπου” και η οποία θα προσπαθήσει να κατανοήσει βαθύτερα τον άνθρωπο, μελετώντας τον δημιουργικό άνθρωπο.
Σκέφτομαι συχνά αυτή την επιστήμη και θέλω ν’ αφήσω στους μεταγενέστερούς μου μια όσο το δυνατόν πληρέστερη τεκμηρίωση του έργου μου. Γι’ αυτό βάζω ημερομηνίες σε ό, τι κάνω»
*
«Οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να μένουν αδιάφοροι μπροστά σε μια διαμάχη κατά την οποία διακυβεύονται οι πιο υψηλές αξίες της ανθρωπότητας και του πολιτισμού».
«Κι αυτοί οι άνθρωποι, τότε, δούλευαν μέσα σε μία ασύλληπτη μοναξιά (σ.σ. Βαν Γκογκ, Σεζάν) η οποία ίσως να ήταν ευλογία, έστω κι αν υπήρξε τότε η δυστυχία τους. Υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος από το να σε καταλαβαίνουν; Και πόσο μάλλον, όταν αυτή η κατανόηση δεν υφίσταται καν. Πάντα μας καταλαβαίνουν στραβά. Νομίζουμε ότι τάχα δεν είμαστε μόνοι. Στην πραγματικότητα όμως είμαστε όλο και περισσότερο μόνοι».
«Αν ο Ραφαήλ εμφανιζόταν ξανά σήμερα με τους ίδιους ακριβώς πίνακες, κανείς δεν θα αγόραζε ούτε ένα έργο του. Και μάλιστα, κανείς δεν θα τους έριχνε ούτε μια ματιά».
«Ζωγραφίζω τ’ αντικείμενα γι’ αυτό που είναι. Είναι στο υποσυνείδητό μου. Όταν οι άνθρωποι τα κοιτάζουν, ο καθένας δίνει ενδεχομένως κι ένα διαφορετικό νόημα σ’ αυτό που βλέπει σ’ αυτά τα αντικείμενα. Εγώ δεν σκέφτομαι να τους δώσω ένα συγκεκριμένο νόημα. Δεν υπάρχει καμία σκόπιμη πρόθεση μέσα στα έργα μου […] Εκτός από τη Γκέρνικα. Εκεί υπάρχει ένα σκόπιμο κάλεσμα στο λαό, μια εσκεμμένη προπαγανδιστική τάση».
«Κάθε πίνακας είναι σαν μια στάλα από το αίμα μου».
«Ένας πίνακας υπάρχει μονάχα γι’ αυτό που είναι και για τίποτε άλλο».
********************************************
«Ξεκινώντας από τον Van Gogh, όλοι μας, όσο μεγάλοι ζωγράφοι κι αν θεωρούμαστε, είμαστε έως ένα βαθμό αυτοδίδακτοι, θα μπορούσε σχεδόν να πει κανείς ότι είμαστε ναΐφ ζωγράφοι. Οι ζωγράφοι δεν ζουν πια μέσα στο πλαίσιο κάποιας παράδοσης και έτσι καθένας μας οφείλει να ανακαλύψει εξαρχής όλα τα εκφραστικά του μέσα. Κάθε μοντέρνος ζωγράφος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να εφεύρει αυτή τη γλώσσα από το Α ως το Ω. Κανένα κριτήριο δεν μπορεί να ισχύσει apriori στην περίπτωσή του, γιατί δεν πιστεύουμε πια σε αυστηρά καθορισμένα μέτρα. Από μια άποψη αυτό συνιστά απελευθέρωση, ταυτοχρόνως όμως είναι κι ένας απίστευτος περιορισμός, γιατί όταν αρχίζει να εκφράζεται η ατομικότητα του καλλιτέχνη, τότε αυτός χάνει στο επίπεδο της οργάνωσης ό,τι κερδίζει στο επίπεδο της ελευθερίας. Και όταν δεν είσαι πια σε θέση να υποτάξεις τον εαυτό σου, σε κάποια οργάνωση, τότε έχεις κατά βάση ένα σοβαρό μειονέκτημα».
(Pablo Picasso, από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)









