[Απόσπασμα από την Εισαγωγή της Μεταπτυχιακής Εργασίας*]
Ποια είναι, αλήθεια, η κατά Χριστόδωρον, «έκφρασις», που δόθηκε στην Μητέρα από τους δημιουργούς της ελληνικής ποιήσεως; Της σπαρτιάτισσας, τάχα, της πιο γνωστής ελληνίδας μάνας, της «κλασικής» πια, ή της Παναγίας, της, επίσης, «κλασικής» πια, mater dolorosa των Χριστιανών, ή, ακόμη, της ελληνίδας μητέρας, της μητέρας του 1821, όπως την κλασικοποιεί στο ομώνυμο ιταλόγλωσσο σχεδίασμά του στο πεζό, ο Διονύσιος Σολωμός; Ποια από τις τρεις αυτές Μητέρες, που κάθε μια τους αντιστοιχεί και σε μια περίοδο της ελληνικής ιστορίας, εκφράζεται, κατά κυριότητα, μεσ’ από τις σελίδες της νεοελληνικής λογοτεχνίας; (Δικταίος, 1968: 392)
Τα παραπάνω ερωτήματα διατυπώνονται στο επίμετρο της ποιητικής ανθολογίας με τίτλο Τα εγκώμια της μητέρας που εκδίδεται το 1968 υπό την επιμέλεια του ποιητή Άρη Δικταίου. Ο συντάκτης του τόμου συγκεντρώνει αυτοτελή ποιήματα καθώς και αποσπάσματα εκτενέστερων ποιητικών συνθέσεων με κοινό άξονα αναφοράς τη μητρότητα, διατρέχοντας σχεδόν ολόκληρη την ελληνόγλωσση ποιητική δημιουργία από την ομηρική εποποιία μέχρι τη σύγχρονή του ποιητική παραγωγή. Η εν λόγω θεματική ανθολογία, πέρα από το γεγονός ότι αποτελεί μια αξιοπρόσεκτη φιλολογική εργασία κυρίως λόγω της εντυπωσιακής γραμματολογικής ευρύτητας του περιεχομένου της, προσελκύει το ερευνητικό ενδιαφέρον για έναν επιπλέον λόγο, καθώς επιτελεί μια ευρύτερα πολιτισμική λειτουργία. Ο συντάκτης της, επιχειρώντας να απαντήσει στο αρχικό του ερώτημα σχετικά με την αναπαράσταση της μητέρας στη νεοελληνική λογοτεχνία, συγκροτεί και προτάσσει έναν ουσιοκρατικής θεμελίωσης πολιτισμικό λόγο για τη μητρότητα στο επιτασσόμενο κείμενό του. Από αυτή την άποψη καθοριστική σημασία έχει, επίσης, η επιλογή και η συνάρθρωση του ανθολογούμενου υλικού.
Η γραμματολογικά αδιάκριτη και αταξινόμητη συμπερίληψη ποιητικών έργων από το σύνολο των περιόδων τόσο της αρχαιοελληνικής όσο και της νεοελληνικής ποίησης, καθώς και ο εμπλουτισμός τους με αντιπροσωπευτικά δείγματα από την παγκόσμια γραμματολογία χωρίς αυτό να εξυπηρετεί κάποια εκπεφρασμένη μεθοδολογική πρόθεση, υποβάλλουν την αντίληψη σχετικά με την αναλλοίωτη πολιτισμική διαχρονικότητα και την παγκοσμιότητα της μητρικής ταυτότητας, θέση την οποία ο επιμελητής της ανθολογίας υποστηρίζει απερίφραστα, επικαλούμενος ένα διαδεδομένο φυσιοκρατικό επιχείρημα.
Συγκεκριμένα, ο Δικταίος στα επιλογικά του σχόλια κάνει λόγο μεταξύ άλλων για «δραματοποίηση του μητρικού φίλτρου», το οποίο αποτελεί «το πιο δυνατό, το πιο στέρεο, το πιο αναλλοίωτο […] το περισσότερο βιολογικό αίσθημα του ανθρώπου», για να συμπληρώσει στη συνέχεια ότι «το αίσθημα αυτό, το μητρικό φίλτρο, διαμορφωμένο από τη φύση, από μιας αρχής, ο μακραίων πολιτισμός (η προσπάθεια του ανθρώπου να επιβληθή, με τεχνικά μέσα, της φύσεως) δε μπόρεσε να το παραχαράξη: υπήρξε, είναι και, όλα αυτό μαρτυρούν, θα παραμείνη σύμφωνο με τον εαυτό του ίσαμε τη συντέλεια των αιώνων (Δικταίος, 1968: 392-393˙ διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου).
Η προσφυγή του Δικταίου στην οντολογική θεμελίωση του ιδεολογήματος της «αιώνιας» Μητέρας ενέχει μια εύλογη αντίφαση. Ενώ λοιπόν διερευνάται η επικρατούσα «έκφραση» της μητέρας στη νεοελληνική ποίηση, δηλαδή σε ένα πολιτισμικά, γραμματολογικά και χρονολογικά οριοθετημένο πλαίσιο ποιητικής δημιουργίας, στην πραγματικότητα η μητρότητα γίνεται αντιληπτή ως ένα προπολιτισμικό και προ-αναπαραστάσιμο πεδίο. Αποδίδοντας απόλυτη έμφαση στη βιολογική διάσταση της μητρότητας και λαμβάνοντας ως a priori δεδομένο το υποτιθέμενο εγγενές μητρικό συναίσθημα, προκρίνει τη θεώρηση της μητρότητας ως μιας προκοινωνικής βιολογικής ουσίας και ως εκ τούτου μιας ενιαίας και οικουμενικής γυναικείας ταυτότητας που παραμένει αενάως αμετάβλητη και ανεπηρέαστη από τον κοινωνικό παράγοντα και την ιστορική αλλαγή. Η συγκεκριμένη αντίληψη συνεπάγεται ότι οι ποικίλες πολιτιστικές «εκφράσεις» της δεν αποτελούν παρά διαφορετικές υποκειμενικές αποτυπώσεις ή/και ιστορικές καταγραφές μιας ενιαίας, αυθεντικής και σταθερής φυσικής υπόστασης. Η ιδεολογική κατασκευή της ουσιακής μητρότητας ενισχύεται και επισφραγίζεται εντέλει στην κατακλείδα του επιμέτρου μέσα από τις έλλογες διεργασίες της εξιδανίκευσης και της ιεροποίησης, οι οποίες άλλωστε λανθάνουν στην έμμεση παραπομπή του τίτλου της ανθολογίας στη χριστιανική θεομητορική υμνολογία.
Ο επιμελητής του τόμου καταλήγει λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η κυρίαρχη εικόνα που προκύπτει από τις αναπαραστάσεις της μητρότητας στη νεοελληνική ποίηση μπορεί να προσωποποιηθεί στην ιδεώδη μητρική μορφή της χριστιανικής Θεοτόκου, προσδιορίζοντας έτσι τα χαρακτηριστικά της «φυσικής» μητέρας και συνθέτοντας ταυτόχρονα τον εθνικό ορισμό της μητρότητας: «[…] μέσα από τους αναθυμητικούς (και αναθηματικούς) στίχους των, θαμποφαίνεται κάποια μορφή […] Η εικόνα της πονεμένης, γνοιασμένης, στοργικής, τρυφερής, αφοσιωμένης πάντα, μητέρας της ελληνικής πατριαρχικής οικογένειας, ‒η πάσχουσα μάνα, όπως την διέπλασε ο χριστιανισμός. Η μάνα του Θεού και μάνα του ανθρώπου, τελικά. Η Παναγία, πλατυτέρα νεφέλης (Δικταίος, 1968: 418).
Η εισαγωγική αναφορά μου στη συγκεκριμένη ανθολογία και ειδικότερα στην επιλογική «μελέτη» του επιμελητή της αποσκοπεί να εκθέσει μέσα από τη χρήση αυτού του χαρακτηριστικού παραδείγματος τη βασική συλλογιστική της ουσιοκρατικής άποψης για τη μητρότητα, ενός ιδεολογικού σχηματισμού που δεν αφορά μόνο στο ιστορικο-κοινωνικό και πολιτισμικό παρόν του Δικταίου, αλλά διατρέχει ολόκληρο τον λεγόμενο δυτικό πολιτισμό και διατηρεί ακλόνητη την κυριαρχία του μέχρι τις μέρες μας, προκαλώντας εύλογες συνέπειες σε βάρος των γυναικείων, μητρικών ή μη, υποκειμένων τόσο σε ατομικό όσο και σε πολιτικοκοινωνικό επίπεδο. Η συγκεκριμένη εννοιολόγηση της μητρότητας ανάγεται στην καρτεσιανή δυτική φιλοσοφική παράδοση και τον δυϊστικό τρόπο σκέψης, σύμφωνα με τον οποίο το πνεύμα και ο πολιτισμός αντιπαρατίθενται με ιεραρχικό και αξιολογικό τρόπο στη σωματική υλικότητα και τη φύση αντίστοιχα.
Η εφαρμογή αυτού του διπολικού σχήματος, που διευρύνεται σε ποικίλα πεδία της πραγματικότητας, συμβάλλει μεταξύ άλλων στην εγκαθίδρυση της έμφυλης ιεραρχίας, ταυτίζοντας τα στοιχεία του πρώτου (θετικού) πόλου με τον άντρα, ενώ εκείνα του δεύτερου πόλου με τη γυναίκα. Στο πλαίσιο αυτής της διχοτομικής λογικής η πατριαρχική ιδεολογία αφενός αποδίδει έμφαση και προτεραιότητα στις βιολογικές όψεις της μητρικής εμπειρίας (κύηση, τοκετός, θηλασμός) και αφετέρου ταυτίζει την καταξίωση της γυναικείας υποκειμενικότητας με την επιτέλεση της μητρότητας, προκειμένου να προκαθορίσει συγκεκριμένους κοινωνικούς ή/και εθνο-φυλετικούς ρόλους για τις γυναίκες, να οριοθετήσει τους χώρους και τα πεδία δράσης τους –η ανατροφή των παιδιών και ο περιορισμός στον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού– και να θεμελιώσει εν τέλει τον έμφυλο επιμερισμό της ανθρώπινης δραστηριότητας στη βιολογική διαφορά. Η μητρότητα εν ολίγοις φυσικοποιείται και προβάλλεται από την πατριαρχία ως γυναικείο «πεπρωμένο» και αυτονόητο κοινωνικό καθήκον, ενώ οι γυναίκες που αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να τεκνοποιήσουν τοποθετούνται στην κατηγορία της αφύσικης, ανεπαρκούς ή αποκλίνουσας θηλυκότητας.
Συνεπώς, το μητρικό σώμα καθίσταται πρώτης τάξεως μέσο ελέγχου και κανονικοποίησης της εν γένει έμφυλης παρουσίας και συμπεριφοράς των γυναικών αλλά και πεδίο άσκησης και επιβολής της αντρικής εξουσίας. Επιχειρώντας να αποδομήσει το ιδεολόγημα της «υποχρεωτικής» μητρότητας, η φεμινίστρια θεωρητικός Patrice DiQuinzio σημειώνει ότι τόσο οι ιδέες όσο και οι απεικονίσεις που αναπαράγουν την ουσιοκρατική θεώρηση της μητρότητας αποτελούν ίσως «τα δύο πιο σημαντικά συστατικά των κυρίαρχων ορισμών για τη θηλυκότητα, του καθορισμού της ανισότητας και της καταπίεσης των γυναικών καθώς και της εκλογίκευσης και της δικαιολόγησης του σεξισμού και της αντρικής κυριαρχίας». 1 Συγχρόνως, όμως, οι ίδιοι ιδεολογικοί σχηματισμοί και οι σχετικές πολιτισμικές εικόνες αποτελούν, σύμφωνα με τη μελετήτρια, πρόσφορο πεδίο άσκησης κριτικής στην ουσιακή μητρότητα, καθώς συχνά αφήνονται έκθετες οι εσωτερικές αντιφάσεις τους ή οι αντινομικές σχέσεις τους με τις υλικές συνθήκες και τα κοινωνικά συμφραζόμενα μέσα στα οποία εμφανίζονται και επιδιώκουν να κυριαρχήσουν (DiQuinzio, 1999: 4). Στο πλαίσιο μιας τέτοιας υπονομευτικής κριτικής ενάντια στην κυρίαρχη ανδροκρατική σημασιοδότηση της μητρότητας, η φεμινιστική θεωρία των τελευταίων δεκαετιών επιχειρεί να συγκροτήσει εναλλακτικές εννοιολογήσεις της μητρικής ταυτότητας, εστιάζοντας στην έννοια της κοινωνικής κατασκευής και αναδεικνύοντας τον ιστορικό και πολιτισμικό –και ως εκ τούτου «επινοητικό»– χαρακτήρα των ηγεμονικών λόγων για τη μητρότητα. Έτσι, η «φυσική» μητρότητα δεν αποτελεί μια προ-λογοθετική κατηγορία, αλλά κατασκευάζεται ως τέτοια διαμέσου αλληλοδιαπλεκόμενων κοινωνικών, πολιτισμικών και άλλων έλλογων μηχανισμών που εξυπηρετούν και συγχρόνως παράγουν τις έμφυλα ιεραρχημένες κοινωνικές σχέσεις.
Στον αντίποδα λοιπόν της θεώρησης της μητρότητας ως μιας εγγενούς, μονοσήμαντης και οικουμενικής γυναικείας ταυτότητας, η φεμινιστική σκέψη – συνδιαλεγόμενη και συνεπικουρούμενη από άλλα σύγχρονα θεωρητικά ρεύματα– προκρίνει την ιδέα μιας λογοθετικά παράγωγης ταυτότητας που υπόκειται σε κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές πρακτικές και συστήματα. Έτσι, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στα διαφορετικά ιστορικά, κοινωνικά, οικονομικά και εθνικά συμφραζόμενα εντός των οποίων συγκροτείται κάθε μητρική υποκειμενικότητα, χωρίς ωστόσο να αγνοείται ή να υποβαθμίζεται η βιολογική διάσταση της μητρικής εμπειρίας (Woodward, 1997: 239 κ.ε.).
Φέροντας ως θεωρητική σκευή αυτές τις, κατά κύριο λόγο, μετανεωτερικές φεμινιστικές προσεγγίσεις της μητρότητας, στις επόμενες σελίδες θα μελετήσω 11 αναπαραστάσεις μητρικών ταυτοτήτων σε επιλεγμένα κείμενα τεσσάρων Ελλήνων πεζογράφων, το έργο των οποίων εκτείνεται στις τελευταίες δεκαετίες της νεοελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής. Πρόκειται για τα εξής πεζογραφικά κείμενα: Το τρίτο στεφάνι (1962) του Κώστα Ταχτσή, τη νουβέλα Αφροδίτη (1986) του Παύλου Μάτεσι, τα διηγήματα «Βαλέρια», «Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη» και «Αγριοκερασιά» από τις δύο πρώτες συλλογές του Σωτήρη Δημητρίου (1987, 1989) και το μυθιστόρημα Τα σακιά (2010) της Ιωάννας Καρυστιάνη.
Ειδικότερα, αντιμετωπίζοντας το λογοτεχνικό κείμενο ως ένα λογοθετικό σύστημα αναπαράστασης που συνδιαλέγεται άμεσα ή έμμεσα με τους ποικίλους λόγους του ιστορικο-κοινωνικού πλαισίου στο οποίο εγγράφεται, θα επιχειρήσω να διερευνήσω αν τα υπό εξέταση κείμενα αναπαράγουν ή προβληματοποιούν τις κυρίαρχες και κοινά αποδεκτές αντιλήψεις για τη μητρότητα και, επιπλέον, αν κατασκευάζουν κανονιστικές μυθοπλαστικές απεικονίσεις ή παρέχουν ανατρεπτικές (ανα)σημασιοδοτήσεις και (ανα)θεωρήσεις του μητρικού.









