Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, «είπαμε ψέματα πολλά», εκδ. Κέδρος, 2019 (γράφει η Κασσάνδρα Αλογοσκούφη)

Όταν μου χάρισε το βιβλίο μικρών πεζών ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος με τίτλο «Είπαμε (Ψέματα) Πολλά» από τις εκδόσεις Κέδρος τυπωμένο σε 1000 αντίτυπα το 2019, μπορώ να πω ότι με ξάφνιασε, καθώς τον γνώριζα ιδίως ως ποιητή και κριτικό βιβλίων(διατηρεί δική του στήλη στο λογοτεχνικό περιοδικό Βακχικόν). Η πρώτη μου γνωριμία μαζί του ήταν σε κάποιο προχώλ είτε στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών ή σε κάποιον άλλο φιλολογικό σύλλογο, όπου και είναι αποδεκτός ως σεβάσμια παρουσία. Ο Παπαδόπουλος με το πλατύ του παλτό εν έτει 2013 έδειχνε ένας μάλλον φιλήσυχος άνθρωπος, ίσως όχι μεγάλων λογοτεχνικών εκπλήξεων (πολύ εσφαλμένη μου κρίση ομολογώ τώρα στα ύστερα).

Τον συνάντησα ξανά μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια τον Φεβρουάριο του 2023 στο Locomotiva Εξαρχείων, με αφορμή την παρουσίαση του Μπλοκ ποιητ@ν ευγενικής πρωτοβουλίας και οργάνωσης του αξιόλογου ποιητή Νικόλα Κουτσοδόντη. Πάλι, ο Παπαδόπουλος φόραγε ένα λαδί πλατύ παλτό(που με παρέπεμψε στις εσφαλμένες εντυπώσεις του 2013). Πήγα και του ξανασυστήθηκα, γιατί ενώ συνέβαινε να μιλάμε δια αλληλογραφίας(ρημάδια ψηφιακά μέσα και ευκολίες), δεν τον είχα δει φυσική παρουσία τόσο καιρό (πέρα από κάποια δικά του video art, αφού έχει δραστηριοποιηθεί στην ποιητική performance), οπότε του ζήτησα να τον κάνω μια αγκαλιά, γιατί που ξέρεις Κασσάνδρα, πότε θα τον ξαναδείς τον άνθρωπο και τι θα μεσολαβήσει(οικονομική κρίση, πανδημία, ενεργειακή κρίση, ουκρανικός πόλεμος, κλπ.)

Την ίδια βραδιά επιστρέφοντας από Αθήνα-με το ferry boat για Σαλαμίνα– άνοιξα το βιβλίο του με τα πεζά. Αρχικά, διάβαζα στο χαλαρό χωρίς αξιώσεις μέχρι που κάτι μέσα μου έσπασε πίνοντας τα γραπτά του κυριολεκτικά μονοκοπανιά. Ο Παπαδόπουλος ήταν η έκπληξη της δεκαετίας. Τον θεωρώ πλέον μετά απ’ τα δείγματα γραφής του βιβλίου, ανερχόμενο αστέρι πεζογραφίας, αρκεί και ο ίδιος να πιστέψει ότι εκεί βρίσκεται το τυχερό του αστέρι κι να παλέψει στα μεροκάματα αυτής της πνευματικής εργασίας. Η πεζογραφία είναι ένας δρόμος στρωμένος με αγκάθια, γεμάτο απογοητεύσεις και δυσκολίες. Το σατυρικό στοιχείο του Θ.Π., όχι μόνο θέλει πνευματικοσωματική διαύγεια και σπιρτάδα, θέλει συνάμα έναν άνθρωπο ατόφιο χωρίς συμφεροντολογικές προσμίξεις και κομφορμισμούς. Αν ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο εφεξής, υπάρχουν οι εγγυήσεις να του αποδώσει η τέχνη της συγγραφικής ένα παχυλό μετρικό. Εν προκειμένω, τα ποθητά μαστάρια της Διονυσιακής Λογοτεχνίας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Δροσάκης, «Παραπέρα», εκδ. Κέδρος, 2022 (γράφει η Xρύσα Νικολάκη)

Στο “Παραπέρα” η ποίηση είναι ένα τεστ ιδεών.  Είναι ιδέες πέρα από το κατεστημένο, μακριά από την απαλλοτρίωση της πραγματικότητας. Ο συγγραφέας Νίκος Δροσάκης από την πρώτη πράξη της άμεσης σύλληψης μας προσφέρει την εμπειρική του γνώση. Μα ως γνωστόν, δεν είναι αυτός ο πρωταρχικός παράγοντας που καθορίζει το συναίσθημα. Είναι όμως το πρωτογενές υλικό του συγγραφέα για να δομήσει το ποιητικό του σύμπαν . Κατορθώνει άραγε να φτάσει τον αναγνώστη του παραπέρα από το τετριμμένο στην ποίηση;

Μετά βεβαιότητος θα πω ότι η ποιητική συλλογή “Παραπέρα” από τις εκδόσεις Κέδρος του Νίκου Δροσάκη, φτάνει πέρα από την αισθητική της άμεσης γνώσης και εμπειρίας. Η φιλοσοφία, χωρίς τη στενή της έννοια,  είναι αυτή που δίχως διδακτισμό αποτελεί τη βασική του συνισταμένη. Mα οι ποιητές δεν είναι καταρχήν φιλόσοφοι. Είναι διοργανωτές του ανθρώπινου συναισθήματος. Γράφει:

 

“Όμως έτσι γεννιέται πρωτόφαντο είδωλο. Ικανό στο φλοιό να διαβεί μονοπάτι, όμως έτσι τα μάτια μαθαίνουν στο φως, να πλαταίνουν το κάδρο, να μακραίνουν το βάθος, να εστιάζουν μακριά, να ξεπερνούν το ορατό. // Όμως έτσι ανοίγονται συχνότητες δυνητικές, μία επιπλέον για να γευτείς, υπεριώδη η υπέρυθρη.”

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ευαγγελία Πάσσαρη, «Μικρά καλοκαίρια»

 

1.

Και η Δημητσάνας έχει αρχίσει να αδειάζει σιγά-σιγά. Όλο και περισσότερες πόρτες ενημερώνουν πως «Το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό…», πάντα με έναν φοίνικα ή μια βαρκούλα τυπωμένα στο χαρτί. Η φασαρία από την Αλεξάνδρας μοιάζει πιο μικρή, πιο λίγη. Οι κύριοι με τους ελληνικούς καφέδες και τα ριγέ πουκάμισα κάθονται τώρα στα καφενεία των νησιών τους. Μονάχα εκείνοι, σταθερά κάθε πρωί, πίνουν τον καφέ τους και πασπαλίζουν το πεζοδρόμιο με το σουσάμι από τα κουλούρια τους, πριν την επόμενη βάρδια. Νοσηλεύτριες με πολύχρωμες στολές και νοσοκόμοι με χαρούμενα κροκς.

 

2.

Η Αθήνα είναι πανέμορφη τον Αύγουστο, ακούει να λένε όλοι. Ησυχία, λίγος κόσμος, γρήγορες μετακινήσεις. Σκέφτεται πως η άσφαλτος θα καίει και τον Αύγουστο, αλλά δεν θα φωτίζεται όπως τα λευκά, κυκλαδίτικα σοκάκια. Τα σκαλιά στις γειτονιές θα δροσίζονται από μπλε γιασεμιά που κολλάνε στα ρούχα, αλλά δεν θα γεμίζουν ποτέ από πεσμένες, φούξια βουκαμβίλιες. Το μπλε του ουρανού θα είναι το ίδιο, αλλά δεν θα συναντά καμία άλλη απόχρωσή του. Ναι, η Αθήνα είναι πανέμορφη τον Αύγουστο, συμφωνεί κάθε φορά.

 

3.

Διαλέγει το κλασικό ποτήρι. Στην αρχή βάζει τρία παγάκια λόγω της ζέστης. Αμέσως βγάζει το πρώτο και το λιώνει απαλά ανάμεσα στα ούλα, όσο αποφασίζει για τα άλλα δύο. Για να δροσιστεί άμεσα. Το επόμενο το βγάζει για να μην νερώσει τελικά το ποτό. Το άλλο το πετάει στον νεροχύτη για να μην μείνει μόνο του. Βάζει τρία δάχτυλα από το κλασικό ποτό. Ίδιο χειμώνα-καλοκαίρι, παρόλο που έξω έχει τριάντα επτά βαθμούς.Τελικά, καίγεται στον λαιμό. Τουλάχιστον συνηθίζει τον καύσωνα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Τρεις Ιούλιοι δρόμος με ταξιδιωτικό σάκο νόστιμα χειρόγραφα και σκουτελάκια τ΄ουρανού. Αγγίγματα ευλαβείας στον “Άνω Βυθό” του Κυριάκου Μαργαρίτη» (γράφει η Παναγιώτα Λάσκαρη)

Για ένα συμπαντικό κείμενο- ο συγγραφέας του  στο οπισθόφυλλο του βιβλίου το χαρακτηρίζει αφηγηματικό δοκίμιο, δίνοντας εν συνεχεία  μια περιγραφή που, παρά τη φειδώ της, προϊδεάζει  τον αναγνώστη για μια πολυφωνική γραφή που καθ΄οδόν αναδεικνύεται συμπαντική – ο καλύτερος τρόπος για να μιλήσει κανείς είναι ευλαβώς να σιωπήσει, άλλως, να ευφημήσει αγγίζοντας. Να ξεκινήσει απ΄τα χειροπιαστά, ώστε σιωπηλά να επιχειρήσει θαρραλέα έφοδο στα ουράνια, καθώς η σιωπή συνιστά τη μέγιστη ενέργεια για μια τέτοια εκτόξευση. H σιωπή δεν είναι απαραίτητα απουσία ομιλίας, σίγουρα, όμως, είναι άνθος ευλάβειας, άγγιγμα φωνής αύρας λεπτής. Με τούτη την εισαγωγή δικαιολογώ την έκθαμβη αμηχανία μου και βαυκαλίζομαι ότι νομιμοποιούμαι να περιοριστώ στα άκρως, κατά την κρίση μου, απαραίτητα: αγγίγματα καρδιάς από νόστιμα χειρόγραφα και σκουτελάκια Ζάκρου.

Ο λόγος για το πρόσφατο βιβλίο του Κυριάκου Μαργαρίτη ΑΝΩ ΒΥΘΟΣ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΟΥΤΣΑΦΤΗ, από τις εκδόσεις Αρμός  (Μάιος 2023). Τον θεματικό του πυρήνα αποτελεί το ημερολόγιο εργασίας του συγγραφέα από τα τελευταία γυρίσματα της ταινίας του Φίλιππου Κουτσαφτή Ζάκρος, τη σύνταξη των κειμένων και την περιπέτεια του μοντάζ. Τα περιεχόμενά του αρθρώνονται ως εξής:  Προοίμιο: Φωτορομάντζο, 1. Βόγιατζερ 2,  2. Μπαϊκονούρ-Κανάβεραλ, 3. Βόγιατζερ 1, Έξοδος: Φωτορεαλισμός, Υστερόγραφο: Ηλιόσποροι.  Η διήγηση   του ιστορικού της ταινίας, η οποία προβλήθηκε τον Ιανουάριο στο Λούβρο, συνείρει παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα σε έναν κειμενικό καμβά πολυφωνικού νόστου με τέτοια μαεστρία, ώστε ανά πάσα αφηγηματική στιγμή το ένα να εκπτύσσεται στα πολλά και τα πολλά να εκβάλλουν με υπαρξιακή και οντολογική πληρότητα απευθείας στο ένα.  Με κάθετες και οριζόντιες  ιστορικές, διακειμενικές και καλλιτεχνικές, κυρίως από τον χώρο του κινηματογράφου, συνδέσεις και συζεύξεις, ο  Κυριάκος Μαργαρίτης ενορχηστρώνει, με την πολύπλαγκτη ευαισθησία ενός ρεαλιστή νοσταλγού, τις φαινομενικά ετερόκλητες φωνές της ιστορίας του που ξεκινά από μία πρόταση συνεργασίας για να καταλήξει ως ατέλεστη τελειότητα σε μια ιστορία αγάπης. Ο μαέστρος, μυστικός των σημαδιών του ενιαυτού – οι ημερομηνίες και οι χρονολογίες αναλαμβάνουν τις έξοχες μουσικές μετατροπίες με στόχο τη μυστικά αποκαλυπτόμενη αφανή αρμονία–, τελεί μουσική, σπουδάζοντας χρόνο. Γιατί το αφήγημά του, πέραν όλων των άλλων, είναι και μια σπουδή χρόνου, όπως κάθε έργο των Μουσών, θυγατέρων της Μνημοσύνης που συνεγείρει και μεταγράφει τους χρόνους. Κι ο χρόνος θα είναι πάντοτε δρόμος, κίνηση, αδιέξοδη ή φέρελπις, που θέλει πάντα τον χρόνο της ή για να μείνει στο τέλος αδικαίωτη ή να δικαιωθεί όταν σκηνοθετείται και ντύνεται δημιουργία για μια Νοσταλγία που μάς γνέφει όχι από το ανεπιστρεπτί παρωχημένο, αλλά από την προσδοκία του νυν και αεί Ερχομένου. Γράφει ο Μαργαρίτης κι εγώ αντιγράφω πρωθύστερα:

«Το πρωί στον Άγιο Τίτο δεν βρήκα ψυχή. Άναψα το κερί μου με μιαν αίσθηση απόγνωσης κι ετοιμάστηκα να φύγω: Κι η μάνα στέκεται κει και γνέφει, / μοιάζει κοντά, μα δεν μπορώ να τη φτάσω: / την πλησιάζω, στέκεται εννιά βήματα πιο πέρα / μου γνέφει. Την πλησιάζω, στέκεται / εννιά βήματα πιο πέρα και μου γνέφει.

Το ποίημα που μόλις ακούσαμε ανήκει ασφαλώς στον Αρσένι Αλεξάντροβιτς Ταρκόφσκι, όπως το απομαγνητοφωνώ από την ταινία που γύρισε ο γιός του, που ο τίτλος της εκφράζει την ψυχική κατάσταση κάθε ελεύθερου ανθρώπου: Νοσταλγία».

«Η νοσταλγία μου είναι ένας πόθος αθανασίας, η ελπίδα της κοινής αναστάσεως, η αποκατεστημένη ζωή των ανθρώπων. Το μέλλον ανήκει στην ένωση».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Για την Θεατρική παράσταση: «Υβόννη, Πριγκίπισσα της Βουργουνδίας» (γράφει η Κασσάνδρα Αλογοσκούφι)

Την Κυριακή 04.06.23 παρακολουθήσαμε με αμείωτο ενδιαφέρον το θεατρικό έργο «Υβόννη, Πριγκίπισσα της Βουργουνδίας», του Πολωνού Συγγραφέα Βιτόλντ Γκομπρόβιτς(1904-1969) έργο που έγραψε και έκδωσε στα νιάτα του μεταξύ 25-30 ετών. Η πολύ ωραία μετάφραση για την ελληνική γλώσσα αποδίδεται στον Κωστή Σκαλιόρα, ενώ η σκηνοθεσία, τόσο η παραγωγή, τα σκηνικά, φωτισμός όσο και οι δημόσιες σχέσεις ανήκουν στην εξαιρετικά πολυμήχανη Σοφία Φιλιππίδου –έχει επιμεληθεί μεταξύ άλλων την ενδυματολογική εμφάνιση των ηθοποιών, την αισθητική του χώρου, αλλάζοντας χρωματιστά φίλτρα την ώρα του θεατρικού δρώμενου, αλλά και σε εκείνη οφείλεται η κατασκευή Μετσοβίτικου στυλ γκροτέσκες μάσκες. Η μουσική επένδυση διακριτική και ευαίσθητη είναι σύνθεσης Μιχάλη Βρέττα. Ο Κώστα Φωτόπουλος καλλιτέχνησε το αφισάκι της παράστασης. Ο δε Αλέξανδρος Μαρίνος, πλην του εντυπωσιακού του ρόλου ως Πρίγκιπας Φίλιππος επιμελήθηκε ένα εξίσου εντυπωσιακό μακιγιάζ για τις εκφραστικές ανάγκες της παράστασης.

Η θεατρική παράσταση ήταν επιτυχής, διότι είναι απόσταγμα διαφορετικών δυνάμεων πεμπτουσίας. Καταρχάς, η σκηνοθέτις πρόσφατα έλαβε αρνητική απάντηση σε καλλιτεχνική πρόταση επιχορήγησης που υπέβαλλε στο Ίδρυμα Ωνάσης (2022-2023)[i]. Δεν απογοητεύεται, όμως. Αντιθέτως, θέτει υψηλούς στόχους. Με πλαίσιο τη θεσμική άρνηση, σε πείσμα των αντιξοοτήτων εκθλίβει διανοητικό νέκταρ απ’ τις πέτρες και έρχεται να διαμορφώσει στίλβον θεατρικό ήθος στην κυριολεξία με καθημερινό και προσωπικό μόχθο επί μιας εκκολαπτόμενης ομάδας περί των 18 συντελεστών –νεαρών και πολυτάλαντων νέων ηθοποιών, με μικρή βέβαια πείρα στο θεατρικό σανίδι, όπου όμως γιγαντώνουν κάτω από τον σωστά εστιασμένο μεγεθυντικό φακό της Φιλιππίδου. Ο εξαίρετος ηθοποιός Μάκης Νάνος (ρόλος Ιννοκέντιος/βασιλικός σερβιτόρος) με ωραία κίνηση και λεπτό συναίσθημα επί σκηνής παραδέχτηκε στα παρασκήνια ότι είναι μόλις η δεύτερη παράσταση στην οποία συμμετείχε. Η θέληση, το πείσμα και ο καλός δάσκαλος, όμως, τον διαμόρφωσε σε μία ελπιδοφόρα θεατρική παρουσία επί σκηνής.

Η Σοφία Φιλιππίδου δεν αφήνει την παραμικρή δύναμη, δυνατότητα και σθένος των ηθοποιών να πάει χαμένο. Καταφέρνει να μαγειρέψει σκηνοθετικά το όποιο καλό στοιχείο, ή αναδεικνύοντας το καλό από το όποιο ατελές – γιατί όλοι οι άνθρωποι είμαστε μικρές ατελείς κουκίδες, παλεύοντας ακόμα και με υλικοτεχνικές αντιξοότητες, όπως η ξαφνική άνοδος της θερμοκρασίας και η απουσία κλιματισμού, που έλιωναν το εξαιρετικό μακιγιάζ των ηθοποιών του Αλέξανδρου Μαρίνου-κεντρικός ρόλος Πρίγκιπα Φιλίππου, εξαιρετική επίδοση και εύχαρις κίνηση α λα Δον Ζουάν.

Διαβάστε περισσότερα