1.

Και η Δημητσάνας έχει αρχίσει να αδειάζει σιγά-σιγά. Όλο και περισσότερες πόρτες ενημερώνουν πως «Το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό…», πάντα με έναν φοίνικα ή μια βαρκούλα τυπωμένα στο χαρτί. Η φασαρία από την Αλεξάνδρας μοιάζει πιο μικρή, πιο λίγη. Οι κύριοι με τους ελληνικούς καφέδες και τα ριγέ πουκάμισα κάθονται τώρα στα καφενεία των νησιών τους. Μονάχα εκείνοι, σταθερά κάθε πρωί, πίνουν τον καφέ τους και πασπαλίζουν το πεζοδρόμιο με το σουσάμι από τα κουλούρια τους, πριν την επόμενη βάρδια. Νοσηλεύτριες με πολύχρωμες στολές και νοσοκόμοι με χαρούμενα κροκς.

 

2.

Η Αθήνα είναι πανέμορφη τον Αύγουστο, ακούει να λένε όλοι. Ησυχία, λίγος κόσμος, γρήγορες μετακινήσεις. Σκέφτεται πως η άσφαλτος θα καίει και τον Αύγουστο, αλλά δεν θα φωτίζεται όπως τα λευκά, κυκλαδίτικα σοκάκια. Τα σκαλιά στις γειτονιές θα δροσίζονται από μπλε γιασεμιά που κολλάνε στα ρούχα, αλλά δεν θα γεμίζουν ποτέ από πεσμένες, φούξια βουκαμβίλιες. Το μπλε του ουρανού θα είναι το ίδιο, αλλά δεν θα συναντά καμία άλλη απόχρωσή του. Ναι, η Αθήνα είναι πανέμορφη τον Αύγουστο, συμφωνεί κάθε φορά.

 

3.

Διαλέγει το κλασικό ποτήρι. Στην αρχή βάζει τρία παγάκια λόγω της ζέστης. Αμέσως βγάζει το πρώτο και το λιώνει απαλά ανάμεσα στα ούλα, όσο αποφασίζει για τα άλλα δύο. Για να δροσιστεί άμεσα. Το επόμενο το βγάζει για να μην νερώσει τελικά το ποτό. Το άλλο το πετάει στον νεροχύτη για να μην μείνει μόνο του. Βάζει τρία δάχτυλα από το κλασικό ποτό. Ίδιο χειμώνα-καλοκαίρι, παρόλο που έξω έχει τριάντα επτά βαθμούς.Τελικά, καίγεται στον λαιμό. Τουλάχιστον συνηθίζει τον καύσωνα.

 

4.

Όταν και φέτοςφτάνει στο νησί, ξεπλένει στη θάλασσα ξανά όσα κουβαλά τόσους χειμώνες. Μαζί με όσα κατάφερε να προσθέσει πάνω του και τον φετινό. Ύστερα, στην απογευματινή βόλτα, όταν ένα αλμυρό αεράκι φυσά το πρόσωπό του, κόβει ένα κλωνάρι βουκαμβίλια από κάποια αυλή. Δεν το μυρίζει παρά ανοίγει όσο πιο ευγενικά μπορεί ένα από τα ζωηρά ανθάκια. Πάνω στο κρυμμένο, λευκό μαξιλαράκι κοιμάται ακόμη κάποια παλιά του αγάπη.

 

5.

Κάθε απόγευμα περνάνε από την αυλή της με το ίδιο πρόγραμμα οι ίδιοι και οι ίδιοι. Κατά τις έξι έρχεται η γειτόνισσα να πιουν μια πορτοκαλάδα και περιμένουν μαζί τα φετινά γυμνασιόπουλα του χωριού να επιστρέψουν από το μπάνιο. Κατά τις επτά περνά η εγγονή του κύριου Ανέστη που πηγαίνει στο μαγαζί για το βράδυ. Στις οκτώ ξεκινούν οι τουρίστες τις βόλτες και τα σπαστά «καλησπέρα» κάτω από τα ηλιοκαμένα μάγουλά τους. Κατά τις εννιά μαζεύονται και οι υπόλοιποι της παρέας για τη βεγγέρα. Ευτυχώς μέχρι τον Σεπτέμβριο, που η γειτόνισσα θα επιστρέψει στην Αθήνα, η εγγονή του κύριου Ανέστη θα γυρίσει στο φοιτητικό της σπίτι και οι τουρίστες θα αραιώσουν, μετρά ακόμη πολλές μέρες.

 

 

*****************************************************************************************************

Η Ευαγγελία Πάσσαρη γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, όπου και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Νεοελληνική Φιλολογία. Διηγήματα και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Fractal, Φτερά Χήνας, Ποιείν και Χάρτης. Επίσης, έχει συμμετάσχει στον ηλεκτρονικό τόμο Θα μου πεις την ιστορία σου; Ιχνηλατώντας το οικογενειακό παρελθόν (Εκδόσεις του Κέντρου Γραφής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, 2020) και κείμενο της βρίσκεται στον τόμο «Με μια σχεδία» Ανθολογία μικροδιηγήματος (Διαγωνισμός μικροδιηγήματος περιοδικού Σχεδία, 2020).