Για ένα συμπαντικό κείμενο- ο συγγραφέας του στο οπισθόφυλλο του βιβλίου το χαρακτηρίζει αφηγηματικό δοκίμιο, δίνοντας εν συνεχεία μια περιγραφή που, παρά τη φειδώ της, προϊδεάζει τον αναγνώστη για μια πολυφωνική γραφή που καθ΄οδόν αναδεικνύεται συμπαντική – ο καλύτερος τρόπος για να μιλήσει κανείς είναι ευλαβώς να σιωπήσει, άλλως, να ευφημήσει αγγίζοντας. Να ξεκινήσει απ΄τα χειροπιαστά, ώστε σιωπηλά να επιχειρήσει θαρραλέα έφοδο στα ουράνια, καθώς η σιωπή συνιστά τη μέγιστη ενέργεια για μια τέτοια εκτόξευση. H σιωπή δεν είναι απαραίτητα απουσία ομιλίας, σίγουρα, όμως, είναι άνθος ευλάβειας, άγγιγμα φωνής αύρας λεπτής. Με τούτη την εισαγωγή δικαιολογώ την έκθαμβη αμηχανία μου και βαυκαλίζομαι ότι νομιμοποιούμαι να περιοριστώ στα άκρως, κατά την κρίση μου, απαραίτητα: αγγίγματα καρδιάς από νόστιμα χειρόγραφα και σκουτελάκια Ζάκρου.
Ο λόγος για το πρόσφατο βιβλίο του Κυριάκου Μαργαρίτη ΑΝΩ ΒΥΘΟΣ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΟΥΤΣΑΦΤΗ, από τις εκδόσεις Αρμός (Μάιος 2023). Τον θεματικό του πυρήνα αποτελεί το ημερολόγιο εργασίας του συγγραφέα από τα τελευταία γυρίσματα της ταινίας του Φίλιππου Κουτσαφτή Ζάκρος, τη σύνταξη των κειμένων και την περιπέτεια του μοντάζ. Τα περιεχόμενά του αρθρώνονται ως εξής: Προοίμιο: Φωτορομάντζο, 1. Βόγιατζερ 2, 2. Μπαϊκονούρ-Κανάβεραλ, 3. Βόγιατζερ 1, Έξοδος: Φωτορεαλισμός, Υστερόγραφο: Ηλιόσποροι. Η διήγηση του ιστορικού της ταινίας, η οποία προβλήθηκε τον Ιανουάριο στο Λούβρο, συνείρει παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα σε έναν κειμενικό καμβά πολυφωνικού νόστου με τέτοια μαεστρία, ώστε ανά πάσα αφηγηματική στιγμή το ένα να εκπτύσσεται στα πολλά και τα πολλά να εκβάλλουν με υπαρξιακή και οντολογική πληρότητα απευθείας στο ένα. Με κάθετες και οριζόντιες ιστορικές, διακειμενικές και καλλιτεχνικές, κυρίως από τον χώρο του κινηματογράφου, συνδέσεις και συζεύξεις, ο Κυριάκος Μαργαρίτης ενορχηστρώνει, με την πολύπλαγκτη ευαισθησία ενός ρεαλιστή νοσταλγού, τις φαινομενικά ετερόκλητες φωνές της ιστορίας του που ξεκινά από μία πρόταση συνεργασίας για να καταλήξει ως ατέλεστη τελειότητα σε μια ιστορία αγάπης. Ο μαέστρος, μυστικός των σημαδιών του ενιαυτού – οι ημερομηνίες και οι χρονολογίες αναλαμβάνουν τις έξοχες μουσικές μετατροπίες με στόχο τη μυστικά αποκαλυπτόμενη αφανή αρμονία–, τελεί μουσική, σπουδάζοντας χρόνο. Γιατί το αφήγημά του, πέραν όλων των άλλων, είναι και μια σπουδή χρόνου, όπως κάθε έργο των Μουσών, θυγατέρων της Μνημοσύνης που συνεγείρει και μεταγράφει τους χρόνους. Κι ο χρόνος θα είναι πάντοτε δρόμος, κίνηση, αδιέξοδη ή φέρελπις, που θέλει πάντα τον χρόνο της ή για να μείνει στο τέλος αδικαίωτη ή να δικαιωθεί όταν σκηνοθετείται και ντύνεται δημιουργία για μια Νοσταλγία που μάς γνέφει όχι από το ανεπιστρεπτί παρωχημένο, αλλά από την προσδοκία του νυν και αεί Ερχομένου. Γράφει ο Μαργαρίτης κι εγώ αντιγράφω πρωθύστερα:
«Το πρωί στον Άγιο Τίτο δεν βρήκα ψυχή. Άναψα το κερί μου με μιαν αίσθηση απόγνωσης κι ετοιμάστηκα να φύγω: Κι η μάνα στέκεται κει και γνέφει, / μοιάζει κοντά, μα δεν μπορώ να τη φτάσω: / την πλησιάζω, στέκεται εννιά βήματα πιο πέρα / μου γνέφει. Την πλησιάζω, στέκεται / εννιά βήματα πιο πέρα και μου γνέφει.
Το ποίημα που μόλις ακούσαμε ανήκει ασφαλώς στον Αρσένι Αλεξάντροβιτς Ταρκόφσκι, όπως το απομαγνητοφωνώ από την ταινία που γύρισε ο γιός του, που ο τίτλος της εκφράζει την ψυχική κατάσταση κάθε ελεύθερου ανθρώπου: Νοσταλγία».
«Η νοσταλγία μου είναι ένας πόθος αθανασίας, η ελπίδα της κοινής αναστάσεως, η αποκατεστημένη ζωή των ανθρώπων. Το μέλλον ανήκει στην ένωση».
Εσχατολογική η Νοσταλγία του Μαργαρίτη, εσχατολογικό και το αφηγηματικό του δοκίμιο. Μέσα από αυτή την οπτική, ο δρόμος θα είναι πάντα, πρωτίστως, η στιγμή της απόφασης, η στιγμή της εκκίνησης που θα πυροδοτείται από το ερωτικό βλέμμα αυτής της νοσταλγίας. «Ο δρόμος θα είναι το βλέμμα…» και θα λέγεται: «ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ». Νοσταλγώντας το φως, per aspera ad astra, εις τον άνω βυθό των ακαταλήπτων πραγμάτων…
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα, καταληπτά και ακατάληπτα, απ΄την αρχή, αν μπορούμε να μιλήσουμε για αρχή σε ένα συμπαντικό κείμενο που το κάθε τι λειτουργεί ως εφαλτήριο και απόληξη για όλα τ΄άλλα, υπό το φως μιας αρραγούς ποικιλώνυμης ενότητας.
Στο εν λόγω αφηγηματικό του δοκίμιο ο Κυριάκος Μαργαρίτης, όπως διαπιστώνεται από τον τίτλο, κάνει λόγο για τον δρόμο του σκηνοθέτη Φίλιππου Κουτσαφτή που, έχοντας ως προορισμό του τον Άνω Βυθό, σταδιακά αποκαλύπτεται από την πένα του συγγραφέα πως είναι ένας δρόμος εμπιστοσύνης, βαθιάς καταλλαγής των κάτω με τα πάνω, των έσω με τα έξω, της τέχνης με τη ζωή. Ένας δρόμος αμετάκλητα λαβωμένος από «τα ερωτευμένα βέλη που πέφτουν ψηλά, στο ταμείο της πιο βαθιάς μας καρδιάς». Τούτο τον δρόμο θα τον ονόμαζα τριαδικό Ιούλιο και θα σπεύσω για μια πειστική εξήγηση.

Τον Ιούλιο του 2021 ο σκηνοθέτης Φίλιππος Κουτσαφτής κάνει πρόταση συνεργασίας στον Κυριάκο Μαργαρίτη για τη σύνταξη των κειμένων της ταινίας του Ζάκρος. Στα τέλη Ιουλίου του 2022 μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο του 2022, όταν το τελικό μοντάζ ήταν περίπου στη μέση, ο συγγραφέας γράφει τον Άνω Βυθό, τη διήγηση του ιστορικού της ταινίας ως μιας μεταγραφόμενης πολύπτυχης εμπειρίας από τη γνωριμία του και τη γόνιμη επαφή του με το σύνολο έργο του σκηνοθέτη, τη σταδιακά βαθαίνουσα σχέση του με τον άνθρωπο Κουτσαφτή, την κινηματογραφική και υπαρξιακή, χάριν της Ζάκρου, συνοδοιπορίας τους, την αποκαλυπτική συνάντηση με την μακραίωνη ευωδιά του τόπου και των ανθρώπων, εμπειρίας που πλουτίζεται από τα εξομολογητικά συν-ομιλήματα της καρδιάς του με έναν χορό από σημαντικούς κινηματογραφιστές και πνευματικούς ανθρώπους, με κορυφαίο τον Ποιητή του κινηματογράφου Αντρέι Ταρκόφσκι, που του φωτίζουν το δρόμο για τον Άνω Βυθό, τον δικό του, του Κουτσαφτή κι όσων πιστών προσέλθουν… Η ερωτική σχέση με τον κινηματογράφο γίνεται ο δρόμος, ο κοινός δρόμος για τον νόστο στο μέλλον: «…κάθε ταινία, κάθε αληθινό έργο τέχνης, που χαιρετίζει σιγανά την απώλεια, πιστεύω ότι δηλώνει την εργασία του ζείδωρου πένθους, την απαρχή, με πάθος και πίστη, ενός νόστου που αψηφά την οπισθοδρόμηση και σημαδεύει στο μέλλον». Τον Ιανουάριο του 2023 προβάλλεται η ταινία στο Λούβρο και τον Μάιο εκδίδεται το βιβλίο. Αρχές Ιουλίου τώρα, κι ενόσω ο σκηνοθέτης και ο συγγραφέας συνεχίζουν τον κοινό δρόμο, αυτή τη φορά για την ολοκλήρωση της νέας ταινίας του Κουτσαφτή Ελευσίνιοι, η Ζάκρος και ο Άνω Βυθός με βρίσκουν, μετά τη συναρπαγή της πρώτης ανάγνωσης, να γράφω αυτές τις γραμμές, που σημαίνει να αναγιγνώσκω εκ νέου, πεπεισμένη, χάρη στον Κουτσαφτή και τον Μαργαρίτη, ότι «η πρώτη φορά είναι πάντα η δεύτερη». Εκείνοι ξέρουν… Και ο Ιούλιος επίσης, στενά δεμένος με το πορτραίτο ενός τόπου που βαθμηδόν γίνεται το πορτραίτο ενός τρόπου…
Τρεις Ιούλιοι δρόμος, λοιπόν, κοινός και ανοιχτός για όλους, και οριζοντίως και καθέτως, γιατί είναι δρόμος τριαδικός, που σημαίνει και δρόμος μετοχής και επ΄ ελπίδι εκτόξευσης. Άλλωστε το συνομολογούν ανυπερθέτως οι τίτλοι των ενοτήτων του βιβλίου, που συνάμα υπόσχονται συναρπαστικές αποκαλύψεις: «Και ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης του κόσμου απαντά, κλείνοντας το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου Σμιλεύοντας τον χρόνο, μαζί και τη δική μου φλυαρία: Θα κλείσω αυτό το κεφάλαιο, αποκαλύπτοντας τον κρυφό στόχο του βιβλίου: ελπίζω ότι όσοι αναγνώστες πειστούν μ΄αυτά που γράφω-θα γίνουν συγγενικά μου πνεύματα, έστω και μόνο σαν αναγνώριση του ότι δεν έχω μυστικά απ΄αυτούς». Και συνεχίζει ο Μαργαρίτης: «Νομίζω ότι δεν σας έκρυψα τίποτα».
Εγώ, όμως, σκόπιμα θέλω να σάς κρύψω πολλά, για να απολαύσετε με την παρθενική σας ματιά ταινία και βιβλίο, όταν συγκατατεθεί ο καιρός. Για τούτο θα περιοριστώ να ενεργοποιήσω από τον ταξιδιωτικό μου σάκο τρία σκουτελάκια της Ζάκρου, όσοι και οι Ιούλιοι της συνοδοιπορίας. Ο Κουτσαφτής διαβάζει Μαργαρίτη και ο Μαργαρίτης γράφει Κουτσαφτή. Ακούστε:
- «Δεν τα ΄χα δει ποτέ πριν. Κι ούτε μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα με ακολουθούσαν σ΄αυτή την κινηματογραφική περιπέτεια. Ήταν ένας φωτεινός Αύγουστος του 1987, πρώτη μέρα για μας στην ανασκαφή της Ζάκρου. Τα βρίσκαν κατά δεκάδες, συνοδευμένα με αντίστοιχα σχόλια… Ήταν αποθηκευμένα το ένα μέσα στο άλλο και τα περισσότερα βρέθηκαν ακέραια… έμειναν θαμμένα, καταπλακωμένα για 3.500 χρόνια… Έχουν βρεθεί σε πολύ μεγάλους αριθμούς, πρέπει να ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο, και είναι ταυτισμένα με τη δεύτερη περίοδο του μυκηναϊκού κόσμου… Οι αρχαιολόγοι τους έδωσαν μια κάπως περιγραφική και επιστημονική ονομασία: Άωτα κωνικά κύπελλα. Στην περιοχή της Φαιστού τα λένε σκουτελάκια, που δηλώνει την εγγύτητα και την οικειότητα. Σκουτελάκια. Ένας υπαινιγμός μιας καθημερινής επιφάνειας θεότητας… Η χωρητικότητα, περίπου εκατό κυβικά εκατοστά, όσο νερό χωράει η χούφτα ενός ανθρώπου και με τα δύο χέρια. Η αιωνιότητα χωράει στη χούφτα ενός ανθρώπου. Σύμπας ο κόσμος, σύμπας ο χρόνος».
- «Στο μουσείο είδαμε ένα κοινό σκουτελάκι απ΄τους λάκκους του αγίου Αντωνίου στη Ζάκρο, στολισμένο με τον ηλιακό δίσκο και τη σελήνη. Υποθέτουν ότι χρησιμοποιήθηκε για να φωτίσει νυχτερινές τελετουργίες. Αιώνες πολλούς μετά, οι θεωρητικοί της βυζαντινής τέχνης σημειώνουν ότι η ταυτόχρονη παρουσία του ήλιου και της σελήνης δηλώνει την παρουσία του σύμπαντος χρόνου. Ίσως η μεγαλύτερη τιμή που έχει δοθεί σε ένα κοινό σκουτελάκι. Η παρουσία του σύμπαντος χρόνου».
- «Ο σπάγκος καθώς το τράβηξε, άφησε στον πάτο του κυπέλλου μια ελλειπτική σπείρα. Είναι το αποτύπωμα του χρόνου που χρειάστηκε να ξεκολλήσει απ΄τον τροχό. Ένα ολόκληρο εγγεγραμμένο δευτερόλεπτο στο πήλινο σώμα που φορτίζει με ύλη και πνεύμα τη μακρινή εποχή… Τίποτα απ΄το μυστήριο του χρόνου δεν θα ΄χαμε αγγίξει δίχως τη σπείρα στον πάτο του ποτηριού. Αδιανόητο το κλέος που κυοφορείται στην καθημερινότητα. Ας χαιρετίσουμε τον άγνωστο κεραμίστα, τον πολυώνυμο και πολυάριθμο… Ο τροχός που γυρίζει υμνώντας την ένθεη φύση, στιχουργώντας την εποποιία των ταπεινών πραγμάτων, το μεγαλείο μιας χειρονομίας απλής και υπεράνθρωπης».
Ναι. Δίχως τη σπείρα στον πάτο του ποτηριού, τίποτα απ΄το μυστήριο του χρόνου δεν θα ΄χαμε αγγίξει ούτε απ΄το μυστήριο της νοσταλγίας που κολυμπά στο αμνιακό υγρό μιας αειπάρθενης κυοφορίας, δώρο απ΄τα μέλλοντα. Γιατί τα μυστήρια χρειάζονται σάρκα από όλα τα αθώα και ταπεινά πράγματα του κόσμου για να αγγίζονται ευλαβικά, όπως και οι φούγκες του Μπαχ χρειάζονται άωτα κωνικά κύπελλα για τις συμπαντικές ακροάσεις τους. Η αληθινή αναχώρηση κουβαλάει στους ώμους της σύσσωμη την Ιστορία. Γι΄ αυτό είναι Έρωτας.
Μεσάνυχτα, ξημερώνοντας 3η Ιουλίου. Γράφω τις τελευταίες αράδες και σκέπτομαι πως και τούτο το βιβλίο του Κυριάκου Μαργαρίτη είναι μια μελέτη θάρρους για την «έφοδο στον Ουρανό», για την είσοδο «στον κρατήρα του Ήλιου». Θέλει προ πάντων Θάρρος για να κρατήσουμε ανοιχτή την οδό την άγουσα εις την ζωήν, και το θάρρος είναι ευγενές προϊόν της ελευθερίας που σμιλεύει τον χρόνο Νοσταλγώντας το φως. Ο χρόνος χρωστάει τη γένεσή του στη Δημιουργία και μόνον κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωσιν της μπορεί να δικαιωθεί, όταν δηλαδή γίνει χρόνος δημιουργίας κατά μετοχήν. Και η τέχνη, μια σμίλη του χρόνου κι αυτή, αξεχώριστη απ΄τη ζωή που θέλει να αληθεύει, ξέρει: «Όταν μιλάμε για τέχνη», λέει ο Κουτσαφτής, «πρέπει να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που ονομάζεται μεταγραφή. Η τέχνη, ό,τι και να είναι, έχει την ανάγκη της μεταγραφής. Αν μείνεις στο επίπεδο της περιγραφής, δεν κάνεις τίποτα. Όποια ιδέα και να έχεις πρέπει να τη μεταγράψεις στη γλώσσα σου». Και συνεχίζει ο Μαργαρίτης: «Η μεταγραφή μιας ιδέας, και πολύ περισσότερο η μεταγραφή του κόσμου στη γλώσσα του Κουτσαφτή, που είναι η κινηματογραφική εικόνα, πρέπει να διευκρινίζει ότι ο ρεαλισμός της αγάπης, δεν έχει καμία σχέση με μια στενά ρεαλιστική ή αληθοφανή απεικόνιση της πραγματικότητας. Η αναζήτηση και ανάδειξη της αλήθειας, ο εντοπισμός της με τη διπλή έννοια που είδαμε (εύρεση και φύλαξη), επιτελείται όταν ο δημιουργός τολμά να πράξει κάτι που αποκαλώ οντολογική αναγωγή, ευλαβής χειρονομία που αποθέτει την ύλη του κόσμου στο ξέφωτο, σε ένα ιερό ή βωμό, για να τη φωτίσει ο Λόγος… Η εμμονή του Κουτσαφτή με τη λεπτομέρεια δεν ξεπέφτει σε φετιχισμό, ούτε ανάγει τη μέθοδο σε αυτοσκοπό, ακριβώς επειδή με την άκρη του ματιού του, στην άκρη μιας ασπρόμαυρης φωτογραφίας, σημαδεύει με πάθος το πνεύμα, τη θέα του Θεού. Δίχως αυτή την αγαθή υστεροβουλία, αυτή την εσχατοβουλία που μάς οδηγεί στην αρχή του παντός, ας μου επιτραπεί να πω (και προφανώς δεν χρειάζεται να με πιστέψει κανείς) ότι η τέχνη δεν έχει νόημα». Και ο Ταρκόφσκι: «Ο καλλιτέχνης υπηρετεί πάντοτε την αθανασία, παλεύοντας να απαθανατίσει τον κόσμο και τον άνθρωπο μέσα στον κόσμο. Ο καλλιτέχνης που δεν αναζητά την απόλυτη αλήθεια και αγνοεί καθολικούς στόχους χάριν τυχαίων, περιστασιακών στιγμών, είναι υπηρέτης του χρόνου και τίποτ΄άλλο». Ναι, Κυριάκο Μαργαρίτη: «Ο αληθινός καλλιτέχνης υπηρετεί την αιωνιότητα πάντοτε». Είναι ο ρεαλιστής του Φωτός…
…Η ώρα πέρασε. Ξημερώνει. «Το πρωί δεν προηγείται της νύχτας· το πρωί έπεται πάντοτε. Είναι καιρός να πάμε μπροστά». Ο Ιούλιος ο δευτερότοκος, θερμός στο δέμας και στην καρδιά, ας κελαρύσει Καλοκαίρι. Μες το καταμεσήμερό του οι τέτιγγες διδάσκουνε σιωπή· σε αντίστιξη. Ευλαβώς ας σιωπήσουμε.









