Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Λουκάς Λουκάκης (1942-2006), Τα Τάματα του Αυξέντιου (συνέντευξη στον Γιώργο Τσούτσο)

Τα Τάματα του Αυξέντιου

tagmata-avksentiou1.jpg

Ο Αυξέντιος Γεωργιάδης υπήρξε σπουδαίος λαϊκός καλλιτέχνης. Γεννημένος στο Προκόπι της Καππαδοκίας το 1880 ή και 1876 πέθανε το 1974 σε βαθιά γεράματα. Το 1922 με την Μικρασιατική Καταστροφή ήλθε στην Ελλάδα. Εφτιαχνε πίνακες για γάμους και ταμπέλες σε καφενεία, κρεοπωλεία και διάφορα καταστήματα. Η μεγαλύτερή του όμως αγάπη υπήρξαν τα τάματα. Δεν χάραζε, πάρα μόνο σε ασήμι. Χτυπητά. Ανάγλυφα. Σχεδίαζε το θέμα σε διαφανές χαρτί. Το τοποθετούσε πάνω στο μέταλλο και μʼ ένα εργαλείο που είχε μύτη καρφιού, με μικρά στίγματα, βούλες, μετέφερε το σχέδιο. Μετά, το έκοβε γύρω γύρω, με ψαλίδι και τα φουσκώματα τα έκανε μʼ ένα μικρό κουτάλι. Ασχολήθηκε και με την Αγιογραφία την οποία έμαθε στο Αγιον Ορος.
Η περιγραφή του τρόπου δουλειάς του Αυξέντιου ανήκει στο γιό του που είναι πλέον μεγάλος σε ηλικία. Η συλλογή ταμάτων του πιο αυθεντικού λαϊκού καλλιτέχνη θα έμενε για πάντα άγνωστη ή θα χανόταν όπως συνέβη και με πολλούς άλλους θησαυρούς της λαϊκής μας παράδοσης. Σχεδόν τυχαία συνάντησε το γιο του Γεωργιάδη πριν από δύο περίπου χρόνια ο Λουκάς Λουκάκης, γνωστός συλλέκτης, εκδότης συλλεκτικών εκδόσεων και γκαλερίστας αφού διηύθυνε την Γκαλερί Αντήνωρ για περίπου 20 χρόνια.
Ο κ. Λουκάς Λουκάκης είναι σήμερα κάτοχος της συλλογής ταμάτων του Αυξέντιου η οποία αποτελείται από 450-500 κομμάτια, αυθεντικά χειροποίητα ασημένια τάματα. Ο ίδιος μας είπε σχετικά.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Λουκάς Λουκάκης (1942-2006), Τα Χειροποίητα Τάματα του Αυξέντιου Γεωργιάδη (συνέντευξη στην Ελπίδα Πασαμιχάλη)

ΠPOΛOΓOΣ: Ηταν ο δημιουργός των μικρών… θαυμάτων και ταμάτων! Τα έργα του, προσφορά στους Ουρανούς, από απλούς θνητούς που ζήτησαν το δικό τους μερίδιο στην ευτυχία, στην… αμαρτία και στη συγχώρεση. Ο Αυξέντιος Γεωργιάδης, ένας “αιρετικός” λαικός καλλιτέχνης, έφτιαχνε τάματα για τις πιό κρυφές επιθυμίες των ανθρώπων.

tagmata-avksentiou.jpg

KEIMENO:

Αν τα τάματα προκαλούν τα θαύματα, τότε ο τεχνίτης των ταμάτων είναι και πλάστης των… θαυμάτων. Με τον τρόπο του. Ετσι ακριβώς, με τον δικό του… αιρετικό και βαθύτατα μοναχικό τρόπο, άσκησε την τέχνη του ο Αυξέντιος Γεωργιάδης, που καταγόταν από το Προκόπι Καππαδοκίας, υπηρετώντας, κατά… παραγγελία των πιστών, έναν Θεό, φτιαγμένο… κατʼ εικόνα και ομοίωση δική του! Ακριβώς όπως και τα τάματα, αυτά τα μικρά έργα τέχνης που έφτιαχνε για να προσελκύσει την προσοχή αλλά και τη συμπόνια Του, στα μικρά και μεγάλα πάθη των ανθρώπων. Οχι, ο κυρ- Αυξέντιος δεν ασκούσε το “επάγγελμα” του ταματοποιού. Ασκούσε το “λειτούργημα” του ταματοποιού και έτσι το αντιλαμβανόταν η αδούλωτη, μποέμικη και βαθειά καλλιτεχνική του φύση. Χειροποίητα τάματα, ασημένια και χρυσά, δουλεμένα με έναν τρόπο που σήμερα έχει εξαφανισθεί. Ειδικότης του, τα γονιμικά ή αφροδίσια τάματα, αυτά που σμιλεύονται στα απόκρυφα της ανθρώπινης επιθυμίας και ανάγκης, δια μέσου των αιώνων. Μία ειδικότητα, που όσο προκαλούσε την εμπιστοσύνη των πιστών, άλλο τόσο προξενούσε την αμηχανία, στην καλύτερη περίπτωση, της εκκλησίας. Είναι προφανές ότι σε αυτές τις περιπτώσεις, τα αφιερωμένα στο Θεό καλλιτεχνήματα, με τον αναμφισβήτητο… ρεαλισμό τους, αποτελούσαν πραγματική πρόκληση για τα σεμνά ήθη του ποιμνίου και ένα είδος… σοκ στους ιερείς. Οι οποίοι πάντως, σε αρκετές περιπτώσεις άφηναν την υπόθεση στη μεγαλοθυμία του Υψίστου και επέτρεπαν στα “βλάσφημα” τάματα να παραμείνουν κοντά στις εικόνες, κρυμμένα πάντως πίσω από άλλα λιγότερο “άσεμνα” αφιερώματα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Χειμωνάς (1936-2000), Ο Άγιος Γεώργιος

Στο κέντρο οι δύο άγιοι. Ο ένας άγιος σκοτώνει τον άλλο. Ο ένας άγιος κάθεται πάνω στους ώμους ενός άθλιου ανθρώπου που προκαλεί ένα έλεος όπως οι κακούργοι. Ο άγιος με απαλό σκύψιμο σαν να βοηθά. Σκύβει επίσημα και μπήγει την λόγχη του στο πεσμένο άγιο. Ο επάνω άγιος έχει ένα μεγάλο πρόσωπο και άσπρο. Με ελαφριά λύπη Σα να καταλαβαίνει και σαν λυπημένος από μιαν άλλη αιτία σκοτώνει το πεσμένο. Ο πεσμένος άγιος παραδίδει τη βασανισμένη του ψυχή. Σαν φαρμακωμένο ζώο η ψυχή του ορμά προς τα έξω ξεσκίζει τα τρυφερά σπλάχνα. Το σώμα σκύλος ανάσκελα και οι κλειδώσεις μαζεμένες. Το κεφάλι πίσω και τα μάτια ορθάνοιχτα και βασιλεύουν. Από το στόμα τρέχει ένα γαλαζωπό υγρό και τρέχει στο χώμα. Μικροί άνθρωποι κι όσο οι πρησμένοι του αγκώνες μικροσκοπικοί. Κάθονται τσακισμένοι γύρω από το στόμα του κοιτάζουν περίλυποι το υγρό. Το κοιτάζουν με ένα λοξό και περίλυπο βλέμμα. Ανάμεσά τους το υγρό μοιάζει με ρηχό ποτάμι. Είναι η οικογένεια του πεσμένου αγίου. Αυτός ο άγιος αγαπούσε τον άγιο που τον σκοτώνει. Το χέρι του σφίγγει το πόδι του δήμιου του και σε μια μνησίκακη αγάπη το σφίγγει και απελπισμένα. Ο άνθρωπος που κουβαλά στους ώμους του τον απαθή άγιο. Γέρνει στα δυό καπό αβάσταχτο βάρος. Οδύρεται και τρελός από ένα τρόμο σπαράζει. Το στόμα του σαν μικρό χάος και σαν τον τρομαγμένο θεό που κουβάλα την γη. γύρω καμένα σώματα ανθρώπων κι ανάμεσά τους περπατούν σαν να κάνουν έναν απολογισμό και συμπεραίνουν αποθαρρυμένοι. Πίσω ένας χαμηλός πύργος κι ένα πορφυρό παράθυρο κοιτάζει. Στην σκέπη του πύργου συνωστισμένοι κι ΄΄ένα πλήθος φυλακισμένοι στην πιο άγρια φυλακή και για όλη τους την ζωή φυλακισμένοι παρακολουθούν. Μακριά και προς τα αριστερά είναι μια όμορφη εξοχή. Αχνή και πράσινη και στο βάθος η κορυφή και ο ταπεινός λόφος. Στην κορυφή μια τετράγωνη και σιδερένια σημαία. Στην εξοχή περπατούν ερωτικά ζευγάρια. Με έκσταση κοιτάζουν προς την θάλασσα. Ακίνητα κι ευτυχισμένα ζευγάρια ανθρώπων κι ακίνητοι δείχνουν μακριά κατά την θάλασσα. Με τραβηγμένα πίσω τα σώματά τους Σα να προφυλάγονται να μη τους κάψει η θέα. Στενοί κατήφοροι περιχύνουν την κορυφή και καταλήγουν στο τείχος της θάλασσας. Από τις τρύπες του τείχους φαίνεται η θάλασσα. Ήσυχη σαν κισσός. Κατεβαίνοντας με προσοχή οι πόρτες των σπιτιών ανοιχτές. Παλιά τουρκόπολη σαν την Καβάλα. Από τις ανοιχτές εξώπορτες φαίνονται οι μεγάλες και αδειανές οι κάτω σάλες. Στο βάθος ένα σεντούκι κι ένας σωρός καρποί σαν κόκαλα. Κι ένας άνθρωπος ξαπλωμένος στα σανίδια να κοιμάται και πεθαίνει από την βαριά κούραση. Μέσα από τις σβηστές σάλες βλέπω τα παράθυρα. Στα παράθυρα σταματά ένα φως δεν μπαίνει μέσα. Πορτοκαλί φως που Σα ν’ αναπνέει και μ’ ένα μικρό βαθύ βόμβο αναπνέει σύρριζα στα παράθυρα. Είναι ένας γέρος και μια νέα γυναίκα. Ο ΄γέρος είναι ολόγυμνος και υποφέρει από τρομερή αρρώστια του δέρματος. Δεν αντέχει να ντυθεί και το δέρμα του μαύρο και ξεκολλά. Κείτεται πάνω σε πεντακάθαρο κατάλευκο σεντόνι. Η γυναίκα είναι πολύ νέα αλλά τα μαλλιά της είναι άσπρα. Έχει κοντό σώμα και κοντά μέλη κι ο λαιμός της πολύ μακρύς και στητός. Έχει σχιστά μάτια και με βαριά βλέφαρα. Φορά πολλά κοσμήματα και μοιάζει με ζωντανή παναγία πίσω από χοντρά τάματα. Την γυναίκα την έλεγαν Αιτία. Αυτήν έχει το χάρισμα λέει ο γέρο αγωνίζεται να σηκώσει το κεφάλι του. δες της δες την την Αιτία φωνάζει ο γέρος με άγρια λατρεία. Όποιος την δει κι εκείνος που θα αιστανθεί το όνομά της θα συναισθανθεί. Κάτι σέρνεται και τρέμει. Ένα πράγμα βαθύ και έμφυτο αρχινά μέσα του να τρέμει. Σαν αυτό το πράγμα να μην είναι δικό σου και δεν είναι μέσα σου. Είναι στο βάθος του κόσμου και βαθεία μέσα στο κόσμο ένα πράγμα αλλάζει θέση και αλλάζει.
Η Αιτία με κοιτάζει και χαμογελά. Σαν κολακευμένη και με κάποια συστολή κι αμηχανία με αποφεύγει. Κουνιέται ρυθμικά μια μπρος και μια πίσω και κροτάλιζαν τα βαριά της τάματα.
Υπάρχουν σ’ αυτό το σπίτι δυο γυναίκες και κυκλοφορούν. Αν σηκώσω τα μάτια μου θα τις δω. Είναι ώριμες εξήντα χρονών και λίγο παχιές. Τα μαλλιά τους βαμμένα με ελιά. Φορούν βυσσινιά φορέματα από μπροκάρ. Είναι σφιγμένες η μια πάνω στην άλλη. Δείχνονται ξένοιαστες αλλά είναι ταραγμένες και σαν ανήσυχες. Κατάλαβα ότι αυτές οι δύό γυναίκες είναι ο Θεός. Η μια δεν γυρνά να με δει. Αλλά η άλλη. Σα να προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή μου και σαν αν προσπαθεί να μεσολαβήσει ανάμεσα σε μένα και στην άλλα . Να μας φέρει σε επαφή και να μας παρασύρει σε μιαν επαφή.

(Γιώργος Χειμωνάς, Χειρόγραφα, από το αρχείο του Αλέξανδρου Ίσαρη, Ίκαρος 2006)

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Η “Βιβλιοθήκη της Βαβέλ” του Borges και το Διαδίκτυο

του Christopher Rollason, M.A., Ph.D.

απο την ιστοσελίδα www.flytoistros.com

Στο τεύχος της 16 Απριλίου 1999 της Libération, ο Ignacio Ramonet, εκδότης της γνωστής Le Monde Diplomatique, έδωσε μια συνέντευξη στον Christopher Rollason, με θέμα “Περί του Διαδικτύου, όταν η φήμη και το γεγονός ταυτίζονται” (σελ.36). Σε αυτήν τη συνέντευξη, ο Ramonet αναφέρεται στο νέο του βιβλίο, La Tyrannie de la communication (εκδόσεις Galilée, 1999), στο οποίο εξετάζει την επίδραση των νέων τεχνολογιών πληροφορικής, και ιδιαίτερα του διαδικτύου και τον συνακόλουθο “πολλαπλασιασμό των πληροφοριών σε μια μορφή που είναι όλο και πιο αποκεντρωμένη και που μπορεί να υποστεί όλο και λιγότερο έλεγχο”.

Ο Ramonet ισχυρίζεται ότι το διαδίκτυο δημιουργεί πληθώρα, ή μάλλον υπερβολή, πληροφοριών, και αξίζει να παραθέσουμε εδώ τη θέση του, ιδιαίτερα για τη σύγκριση που κάνει με τη φανταστική, αχανή βιβλιοθήκη της πολύ γνωστής ιστορίας του Jorge Luis Borges, “Η βιβλιοθήκη της Βαβέλ”: “Υπάρχει… υπερβολικός αριθμός πληροφοριών, που φέρνει αντιμέτωπους όλους τους χρήστες με την ίδια τους την άγνοια, καθώς προσπαθούν να κινηθούν ανάμεσα σ’ έναν ωκεανό πληροφοριών οι οποίες δύσκολα οργανώνονται ή επαληθεύονται. Αυτό είναι το σύνδρομο της Βιβλιοθήκης της Βαβέλ, έτσι όπως την φαντάστηκε ο Jorge Luis Borges, η οποία περιέχει όλα τα βιβλία που έχουν γραφτεί ή που πρόκειται να γραφτούν (σε κάθε γλώσσα και σε κάθε αλφάβητο)… όπως και στη Βιβλιοθήκη της Βαβέλ, τεράστιες ποσότητες πληροφοριών υπάρχουν στο Δίκτυο, με όλες τους τις παραλλαγές και προσεγγίσεις, τίποτα δεν εγγυάται την αξιοπιστία των δεδομένων, η φήμη και το γεγονός τείνουν να γίνουν ένα” (σελ.36).

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Το Χυμένο Αίμα το Σπαταλημένο

ΤΟ ΧΥΜΕΝΟ ΑΙΜΑ ΤΟ ΣΠΑΤΑΛΗΜΕΝΟ
Μερικές σκέψεις, με αφορμή τα 25 χρόνια από το θάνατο
του ποιητή Τάκη Σινόπουλου

Μπορεί ο Τάκης Σινόπουλος να ήταν ένας άνθρωπος που, όπως έγραψε ο ίδιος, ερχόταν συνεχώς από τον Πύργο, όμως κατέληγε πάντοτε στον Περισσό, όπου, ως γιατρός του Ι.Κ.Α. γιατροπόρευε τους αρρώστους του και όπου τις νύχτες ως ποιητής πάλευε με το έργο του. Γι΄ αυτό το λόγο, εκεί στον Περισσό, μπροστά στο σπίτι του, στην οδό Τάκη Σινόπουλου 22, ο Δήμαρχος Νέας Ιωνίας Γιάννης Χαραλάμπους εγκαινιάζει σήμερα την ορειχάλκινη προτομή του – έργο του γλύπτη Δημήτρη Αρμακόλα και η πρώτη σε όλη την Ελλάδα που ανεγείρεται για ποιητή της γενιάς του.
Με αυτή την αφορμή και με τη συμπλήρωση 25 χρόνων από το θάνατό του, είναι επίκαιρο να αναστοχαστούμε τον ποιητή και το έργο του: ποιά είναι η ποίησή του και ποιά η καταγωγή της.

1. Η νεώτερη ιστορία μας είναι ποτισμένη από το αίμα. Το αίμα για τη Λευτεριά αλλά και με το χυμένο αίμα το σπαταλημένο. Ο Σινόπουλος, μπλεγμένος στα βρόχια της Ιστορίας, είναι ο ποιητής του χυμένου αίματος, του σπαταλημένου, ο ποιητής δηλαδή του Εμφυλίου.
Ο Αναγνωστάκης, ο Λειβαδίτης, ο ΄Αρης Αλεξάνδρου έδωσαν πτυχές της φοβερής αυτής εποχής. Το ίδιο και άλλοι, όπως ο Δούκαρης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Τίτος Πατρίκιος. Από τη σκοπιά τους και από τη θέση του ο καθένας. Από τη σκοπιά της επικείμενης ήττας, της συντελεσμένης ήττας, της εσωτερικής ήττας. Ο Σινόπουλος, μόνος αυτός, βιώνει τον Εμφύλιο, στον οποίο έλαβε μέρος ως στρατιωτικός γιατρός, ως καθολική ήττα και ως τραγωδία αμφίπλευρη. Μερικές φορές μάλιστα, τολμώ να πω, με μια Αισχύλια τόλμη, έστω και με κάποια υποχώρηση στον ρερητορευμένο λόγο.

Χαντάκια, σκουπιδότοποι, μαύρες μανάδες ολολύζοντας
ποιόν σκότωσες εσύ, ποιόν σκότωσες εσύ, πόσους σκοτώσαμε.

Διαβάστε περισσότερα