Στο κέντρο οι δύο άγιοι. Ο ένας άγιος σκοτώνει τον άλλο. Ο ένας άγιος κάθεται πάνω στους ώμους ενός άθλιου ανθρώπου που προκαλεί ένα έλεος όπως οι κακούργοι. Ο άγιος με απαλό σκύψιμο σαν να βοηθά. Σκύβει επίσημα και μπήγει την λόγχη του στο πεσμένο άγιο. Ο επάνω άγιος έχει ένα μεγάλο πρόσωπο και άσπρο. Με ελαφριά λύπη Σα να καταλαβαίνει και σαν λυπημένος από μιαν άλλη αιτία σκοτώνει το πεσμένο. Ο πεσμένος άγιος παραδίδει τη βασανισμένη του ψυχή. Σαν φαρμακωμένο ζώο η ψυχή του ορμά προς τα έξω ξεσκίζει τα τρυφερά σπλάχνα. Το σώμα σκύλος ανάσκελα και οι κλειδώσεις μαζεμένες. Το κεφάλι πίσω και τα μάτια ορθάνοιχτα και βασιλεύουν. Από το στόμα τρέχει ένα γαλαζωπό υγρό και τρέχει στο χώμα. Μικροί άνθρωποι κι όσο οι πρησμένοι του αγκώνες μικροσκοπικοί. Κάθονται τσακισμένοι γύρω από το στόμα του κοιτάζουν περίλυποι το υγρό. Το κοιτάζουν με ένα λοξό και περίλυπο βλέμμα. Ανάμεσά τους το υγρό μοιάζει με ρηχό ποτάμι. Είναι η οικογένεια του πεσμένου αγίου. Αυτός ο άγιος αγαπούσε τον άγιο που τον σκοτώνει. Το χέρι του σφίγγει το πόδι του δήμιου του και σε μια μνησίκακη αγάπη το σφίγγει και απελπισμένα. Ο άνθρωπος που κουβαλά στους ώμους του τον απαθή άγιο. Γέρνει στα δυό καπό αβάσταχτο βάρος. Οδύρεται και τρελός από ένα τρόμο σπαράζει. Το στόμα του σαν μικρό χάος και σαν τον τρομαγμένο θεό που κουβάλα την γη. γύρω καμένα σώματα ανθρώπων κι ανάμεσά τους περπατούν σαν να κάνουν έναν απολογισμό και συμπεραίνουν αποθαρρυμένοι. Πίσω ένας χαμηλός πύργος κι ένα πορφυρό παράθυρο κοιτάζει. Στην σκέπη του πύργου συνωστισμένοι κι ΄΄ένα πλήθος φυλακισμένοι στην πιο άγρια φυλακή και για όλη τους την ζωή φυλακισμένοι παρακολουθούν. Μακριά και προς τα αριστερά είναι μια όμορφη εξοχή. Αχνή και πράσινη και στο βάθος η κορυφή και ο ταπεινός λόφος. Στην κορυφή μια τετράγωνη και σιδερένια σημαία. Στην εξοχή περπατούν ερωτικά ζευγάρια. Με έκσταση κοιτάζουν προς την θάλασσα. Ακίνητα κι ευτυχισμένα ζευγάρια ανθρώπων κι ακίνητοι δείχνουν μακριά κατά την θάλασσα. Με τραβηγμένα πίσω τα σώματά τους Σα να προφυλάγονται να μη τους κάψει η θέα. Στενοί κατήφοροι περιχύνουν την κορυφή και καταλήγουν στο τείχος της θάλασσας. Από τις τρύπες του τείχους φαίνεται η θάλασσα. Ήσυχη σαν κισσός. Κατεβαίνοντας με προσοχή οι πόρτες των σπιτιών ανοιχτές. Παλιά τουρκόπολη σαν την Καβάλα. Από τις ανοιχτές εξώπορτες φαίνονται οι μεγάλες και αδειανές οι κάτω σάλες. Στο βάθος ένα σεντούκι κι ένας σωρός καρποί σαν κόκαλα. Κι ένας άνθρωπος ξαπλωμένος στα σανίδια να κοιμάται και πεθαίνει από την βαριά κούραση. Μέσα από τις σβηστές σάλες βλέπω τα παράθυρα. Στα παράθυρα σταματά ένα φως δεν μπαίνει μέσα. Πορτοκαλί φως που Σα ν’ αναπνέει και μ’ ένα μικρό βαθύ βόμβο αναπνέει σύρριζα στα παράθυρα. Είναι ένας γέρος και μια νέα γυναίκα. Ο ΄γέρος είναι ολόγυμνος και υποφέρει από τρομερή αρρώστια του δέρματος. Δεν αντέχει να ντυθεί και το δέρμα του μαύρο και ξεκολλά. Κείτεται πάνω σε πεντακάθαρο κατάλευκο σεντόνι. Η γυναίκα είναι πολύ νέα αλλά τα μαλλιά της είναι άσπρα. Έχει κοντό σώμα και κοντά μέλη κι ο λαιμός της πολύ μακρύς και στητός. Έχει σχιστά μάτια και με βαριά βλέφαρα. Φορά πολλά κοσμήματα και μοιάζει με ζωντανή παναγία πίσω από χοντρά τάματα. Την γυναίκα την έλεγαν Αιτία. Αυτήν έχει το χάρισμα λέει ο γέρο αγωνίζεται να σηκώσει το κεφάλι του. δες της δες την την Αιτία φωνάζει ο γέρος με άγρια λατρεία. Όποιος την δει κι εκείνος που θα αιστανθεί το όνομά της θα συναισθανθεί. Κάτι σέρνεται και τρέμει. Ένα πράγμα βαθύ και έμφυτο αρχινά μέσα του να τρέμει. Σαν αυτό το πράγμα να μην είναι δικό σου και δεν είναι μέσα σου. Είναι στο βάθος του κόσμου και βαθεία μέσα στο κόσμο ένα πράγμα αλλάζει θέση και αλλάζει.
Η Αιτία με κοιτάζει και χαμογελά. Σαν κολακευμένη και με κάποια συστολή κι αμηχανία με αποφεύγει. Κουνιέται ρυθμικά μια μπρος και μια πίσω και κροτάλιζαν τα βαριά της τάματα.
Υπάρχουν σ’ αυτό το σπίτι δυο γυναίκες και κυκλοφορούν. Αν σηκώσω τα μάτια μου θα τις δω. Είναι ώριμες εξήντα χρονών και λίγο παχιές. Τα μαλλιά τους βαμμένα με ελιά. Φορούν βυσσινιά φορέματα από μπροκάρ. Είναι σφιγμένες η μια πάνω στην άλλη. Δείχνονται ξένοιαστες αλλά είναι ταραγμένες και σαν ανήσυχες. Κατάλαβα ότι αυτές οι δύό γυναίκες είναι ο Θεός. Η μια δεν γυρνά να με δει. Αλλά η άλλη. Σα να προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή μου και σαν αν προσπαθεί να μεσολαβήσει ανάμεσα σε μένα και στην άλλα . Να μας φέρει σε επαφή και να μας παρασύρει σε μιαν επαφή.
(Γιώργος Χειμωνάς, Χειρόγραφα, από το αρχείο του Αλέξανδρου Ίσαρη, Ίκαρος 2006)











Με μαγεύει ο Χειμωνάς με συνεπαίρνει οτιδήποτε δικό του πάντα και παντού.
Ετσι και εδώ.
Ευχαριστώ
Αγαπητέ Λυκοτραφίτη
επιβεβαίωσέ μου ότι έλαβες το μήνυμα που σου έστειλα την Παρασκευή 14/11. Σ’ εμένα φαίνεται ότι έχει σταλεί. Ευχαριστώ.
Αγαπητέ Βαγγέλη Ψαραδάκη, επιβεβαιώνω.
Επίτρεψέ μου, όμως, να σου απαντήσω δεόντως ιδιωτικώς, γιατί δεν θεωρώ ότι υπάρχει ιστότοπος, όσο φιλόξενος και αν είναι (όπως το Ποιείν), που να δικαιολογεί την ελαφρά τη καρδία μετατροπή του ιδιωτικού σε δημόσιο, ενώ, ενίοτε, ναι το αντίθετο.
Με άλλα λόγια, οι σχολιογράφοι εδώ έχουμε μια ασυγκράτητη τάση προς τον αγοραίο έρωτα. Κάτι θα έπρεπε να μας περιορίσει!
(Γιατί, όμως, όλ’ αυτά κάτω απ’ τον Άγιο Γεώργιο του Χειμωνά; Είναι ο Αγιος, είναι ο Γιώργος ή ο χειμωνας που το δικαιολογεί;)
Το μη χείρον, βέλτιστον! Αυτός είναι ο λόγος, Γιώργο.
Εξάλλου, πρόκειται περί οικονομικής συσκευασίας, σε περίοδο κρίσης: τρία σε ένα!
Χρειάζεται άλλος ένας ακόμη για να γίνετε “τρια”. Φόβος να καταγράψετε απόψεις.
Περί αγοραίων έχετε τουλάχιστον συνείδηση αφού δεν τολμάτε να αμφισβητήσετε τα σχόλια που έχετε αφήσει κατά καιρούς οι ίδιοι στο Ποιείν.
Ελλείψει ζωτικού χώρου ρίχνεστε μέσα στο site. Προτιμήστε τη ζωή.
Μα προσβάλλετε και τους φίλους σας που γράφουν τα δικά τους σχόλια.
Γιατί δεν προσβάλλετε εμένα καλύτερα;
O αξιότιμος κύριος Ψαραδάκης δεν προσβάλλει, σεμνός γαρ.
Δεν έχω λόγους να προσβάλλω εσάς, κύριε Λειβαδά. Ακόμη κι αν τα ποιήματά σας δεν μου αρέσουν, ακόμη κι αν τα δοκίμιά σας περί ποιήσεως με κάνουν να μιλώ όπως ένας γέροντας στην ακροποταμιά, δεν δικαιούμαι ούτε καν μπορώ να σας προσβάλλω, λόγω της απαρέσκειάς μου, ή επειδη θύμωσα ή έτσι μου κάπνισε!. Η ποίηση τα χωράει όλα… (;) Θα τσακωθούμε τώρα για το τι είναι η ποίηση, κι αν είσαι μέσα εσύ ή εγώ; Αστεία πράγματα… Όσον αφορά το “τρία”, μη φοβάστε περί της άλωσης – και με 2 λ, αν προτιμάτε. Οι απόψεις μου είναι εξίσου “επώδυνες ή ανώδυνες”, όσο και οι δικές σας. Λόγια του αέρα, “παχιά λόγια” – το αντίκρισμά τους, πιστεύω, έχει σημασία. Αν έχει… Θαυμάζω τις ψυχολογικές σας ικανότητες, αλλά μην το παρακάνετε.
Είμαι και σεμνός, κύριε Μουζάκη, όχι πάντως αυθάδης (ο Σαχτούρης δημιούργησε ένα σύμπαν) και προπάντων απερίσκεπτος. Ο καθένας έχει την πετριά του, δεν πρόκειται να επεκταθώ απόψε, μιας και -παρά τη ρητή γραπτή δήλωσή μου, κάτι μου λέει ότι θα ξαναβρεθούμε στον σχολιασμό.
Καλά να είστε και οι δύο.
ΥΓ. Όντως, εγώ φταίω, Λυκάκι (!!!) Ας όψεται και ο Άγιος, και ο Γεώργιος, και ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ…
Κύριε Ψαραδάκη και κύριε Λυκοτραφίτη.
Δεν ένιωσα κάποια προσβολή. Όταν καταλογίζει κάποιος σε κάποιον “συνομιλητή” του πως γίνεται αυλικός για να καταφέρει να βάλει ένα του ποίημα σε μια ανθολογία, δεν είναι σωστό. Εμένα το σχόλιό σας δεν με άγγιξε, όχι γιατί το απαξίωσα, αλλά γιατί ξέρω ποιος είμαι και πώς λειτουργώ – και αυτό είναι στους περισσότερους παραπάνω από γνωστό.
Εξακολουθώ,όχι απλώς ως αύριο την ίδια ώρα, να πιστεύω πως κάτω από σοβαρή παίδεψη, ούτε τα λόγια όλων μας, και φυσικά ούτε τα ποιήματά μας είναι ισάξια. Δεν απαρνιέται αυτή η αλήθεια και το ξέρετε. Ισχύει για τους πάντες, ζωντανούς και νεκρούς. Στο ξεκίνημα όμως, όπως και στην συνέχεια, η στάση σας η λεκτική, δεν φανέρωσε ανάλογη γνώση. Δεν υπήρξε καν πεποίθηση.
Λοιπόν, την ξαφνική σας μεταστροφή την εκλαμβάνω ως πλαγιοκόπηση που δεν αποκαθιστά κάτι, κι επίσης ευγένεια καθυστερημένη εισπράττω μόνον από ετοιμοθάνατους.
Ας αφήσουσε λοιπόν τα πράγματα στον δρόμο τους. Μιλάνε από μόνα τους ακόμη κι αν κάποιοι δεν τα ακούνε. Ανδρικό θα ήταν να συμπεριλάβετε όλα τα παραφερνάλια των εκδοχών σας στο επίλογο(;) της κουβέντας σας.
Και να ξέρετε, εχθρός δεν είμαι με κανέναν, όπως ούτε και διαθέσιμος για φιλολογική πλάκα.
Να είστε, και οι δύο καλά.
Ω αξιότιμε σεμνέ κύριε Ψαραδάκη, τα λόγια σας ιδού
“Εμένα ο Σαχτούρης μου αρέσει, με το γράμμα και το πνεύμα των ποιημάτων του, γιατι ήταν από τους πρώτους και πιο θαραλλέους, μεταπολεμικά, που έβγαλαν πράγματα που άλλοι αποσιώπησαν ή αδιαφόρησαν.
Εαν δεν σας αρέσει, κ. Μουζάκη, είναι δικό σας θέμα. Έτσι κι αλλιώς, αλίμονο, αν σε όλους μας άρεσαν όλοι. Να σας πω και κάτι άλλο. Υπάρχουν ποιητές του “κανόνα”, που δεν τους γουστάρω με τίποτα, αλλά πιθανότατα αρέσουν σ’ εσάς! Αλλά, διάβολε, δεν το κάνω και θέμα… Το προσωπικό μου γούστο είναι δικό μου, πάει, τέλειωσε. Μου τη δίνει αφάνταστα η αυταρέσκειά σας, την οποία δυστυχώς επικροτούν διάφοροι (π.χ. Fugi). Επιτέλους, ξεκολλήστε!”
Αν τα ποιήματα του Γιάννη Λειβαδά δε σας αρέσουν και τα δοκίμια του σας κάνουν να μιλάτε σα γέροντας στην ακροποταμιά, μη το δηλώσετε. Θα σας δει ο αξιότιμος κύριος Ψαραδάκης-ο σεμνός εαυτός σας-κι αυτάρεσκο θα σας πει ενισχυόμενης αυταρέσκειας υπό διαφόρων (π.χ. Λυκάκι). Μη φερθείτε απερίσκεπτα! Πείτε το έμμεσα, πλαγίως. Κρύψτε το. Έτσι δεν πειράζει. Αφήστε, δε, που ο Γιάννης Λειβαδάς δε δημιουργεί ποιητικό σύμπαν επειδή το λέτε εσείς. Χώρια που το γούστο σας αφορά μόνο εσάς, πάει, τέλειωσε.
Χαιρετισμοί.