Νατάσα Κεσμέτη, Salix και Χριστουγεννιάτικο Πάρτυ (2 διηγήματα)
25Δεκ
Salix
ἤ
Ἐφιάλτης
Tequila Sunrise download
Βρίσκομαι κι ἐγώ στο καραβάνι πού περιπλανιέται
στίς ἀπέραντες ἐρήμους. Και τη σκέψη μας κατέλαβε
ἀνυπόφορη κούραση και πείνα και δίψα καί τό νερό
τελείωσε καί δέν μπορούμε πλέον να δροσίσουμε τήν
ψυχή μας.Τροφή μας ἀπόμεινε ἡ ἄμμος και ἀναψυχή και δροσισμός μας. Ὦ ! ἡ ἄμμος τῶν ἁλμυρῶν, πικρῶν καί φρικτῶν
μυστηρίων.
Ἰουστίνος Πόποβιτς
Κρύωναν καί πεινοῦσαν. Στο δρόμο πέρα ἀργοσέρνονταν ὅπως κάθε βράδυ το ἀτέλειωτο ξελεπιασμένο φίδι τῶν «νεκρῶν » . Στά χαντάκια κι ἀπό τίς δυό μεριές τοῦ δρόμου, κάπου κάπου μιά μικρή κίνηση . Ἕνα πτῶμα πάλευε νά σηκωθεί , νά κάνει ἀκόμα μιά προσπάθεια μήπως βγεῖ ἀπό τή θέση του και μπορέσει να ξαναχωθεῖ ἀνάμεσα στους «νεκρούς » τοῦ δρόμου.
Κρύωναν , πείναγαν κι ἦσαν οἱ τελευταῖοι. Ὅλοι οἱ δικοί τους , φίλοι, γνωστοί, γείτονες , συγγενεῖς , αὐτοί πού εἶχαν ξεκινήσει μαζί κι ὅσοι εἶχαν σμίξει στό δρόμο, εἶχαν πεθάνει καθένας μέ τόν δικό του ἄθλιο θάνατο. Μερικοί ἦσαν πιό τυχεροί , δέν εἶχαν σπασμούς, δέν βόγγαγαν, δέν στριφογύριζαν οὐρλιάζοντας , δέν σφάδαζαν, δέν ἄφηναν κομμάτια ἀπό τή σάρκα τους ἀργά ἀργά νά ξεκολλᾶνε ἀπό τά κόκκαλά τους. Σταματοῦσαν ξαφνικά νά σέρνονται πάνω στίς ἐλαφρόπετρες καί , μετά ἀπό δυό τρεῖς κοφτές ἀνάσες , πέφτανε ἀπό ἐκεῖνο πού τούς κράταγε ὥς τότε , σάν κουρέλια ἀπό τόν ἱστό τους.
Σʼ αὐτούς, ὅσοι εἴχανε κουράγιο νά μιλᾶνε ἀκόμα, δίνανε ἕνα ὄνομα ψιθυρίζοντας το στούς ὁλότελα βουβούς πού ἦσαν κι οἱ περισσότεροι .
Σιγά σιγά ὁ ψίθυρος εἶχε ἁπλωθεῖ κι ἀπό καιροῦ εἰς καιρό περνοῦσε σάν ρυτίδα πού χάραζε τήν ἐπιφάνεια τοῦ φιδιοῦ τῶν «νεκρῶν » σʼ ὅλο το μῆκος τοῦ δρόμου ὡς ἐκεῖ πού πιά δεν ἔφτανε κανένα μάτι : « ἅγιος, ἅγιος… »
Πεινοῦσαν καί κρύωναν ὅπως ὅλοι. Ρίγη τούς διαπερνοῦσαν καί στριμώχνονταν ἄν ἦταν δυνατόν ὁ ἕνας μέσα στόν ἄλλο . Ἀλλά μποροῦσαν ἀκόμα νά καταπιοῦν χωρίς ἀφόρητο πόνο και χωρίς σπασμούς γιατί τούς εἶχε ἀπομείνει λίγο σάλιο. Ἐκείνη το εἶχε σπρώξει ἀργά ἀργά ἀλλά ἐπίμονα ἔξω ἀπό τό σῶμα τοῦ φιδιοῦ τῶν «νεκρῶν » , μέ τά νύχια της , ἐδῶ ἁρπαγμένα ἀπό τίς θρυμματισμένες ἐλαφρόπετρες , κι ἀλλοῦ χωμένα στίς κοφτερές χαλικωμένες σάρες . Τοῦ εἶχε πεῖ να βάζει ὅλη του τήν δύναμη καί να κρατάει σφιχτά τά πόδια της . Ἄλλοτε τό τράβαγε ὅσο πού δεν ἄντεχε ἄλλο κι ἄλλοτε ἀγκομαχώντας κατάφερνε νά τό φέρνει μπροστά της , και τότε προσπαθοῦσε νά τό σπρώχνει μέ τό κεφάλι της. Τό ἀνάχωμα ὑψωνόταν θεόρατο ὄρος στά μάτια της , στό λίγο πού τῆς ἦταν δυνατόν νά ἀνασηκώνει τό λαιμό της ἀπʼ τή γῆ . ( Ποιά γῆ ; ) . Ἀπʼ τό χῶμα. ( Ποιό χῶμα;).
Τοῦ ψιθύριζε να κρατάει τά δικά του μάτια κλειστά καί νά σκέπτεται μόνο ὅσα τοῦ εἶχε πεῖ ἀπό παλιά , νά φαντάζεται πώς Ἑκείνη εἶναι πολύ πολύ κοντά, ὀλόγυρά του , να θυμᾶται ὅλες τίς ἱστορίες πού τοῦ διηγιόταν ἄλλοτε. Ἕτσι συνέχιζαν ὥσπου τά δάχτυλά της , ἀνάμεσα στίς διάτρητες ἐλαφρόπετρες, ψηλάφισαν τόν ξεραμένο στραβό κορμό, ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει ἀπό ἕνα δέντρο.
«Πρέπει νά μέ βοηθήσεις τώρα κι ἐσύ » τοῦ εἶπε καί με τά ξεγδαρμένα τους χέρια γουβώσανε ὅσο μπορούσανε ἕναν μικρό τόπο σύρριζα στόν κορμό καί μείνανε ἐκεῖ. Θά ἤθελαν νά εἶναι μιά ἀληθινή βαθιά γούβα νά χωθοῦν, νά κουλουριαστοῦν μέσα, ἀλλά δέν γινόταν.
Ἦσαν σχεδόν εὐτυχισμένοι πού κατώρθωσαν να ἰσιώσουν λίγο την ἀνηφόρα, ἴσα ἴσα νά μήν τούς παίρνει ὁλότελα ἡ κατρακύλα. Εὐτυχισμένοι πού έφτιαξαν ἕνα ἐλάχιστο νησί μέσα στά κύματα τίς ἐλαφρόπετρες.
Δοκίμασε τόν κορμό ἄν ἀντέχει ἤ μήπως οἱ ρίζες , ξεθεμελιωμένες , στέκουν μεταίωρες πάνω πάνω . Ἔδειχνε πώς ἀντέχει , μπορεῖ καί νά ζοῦσαν στό βάθος οἱ ρίζες. Ποιό βάθος ; Ἑδῶ καί πολύν καιρό ξέρανε πώς δεν ὑπήρχε βάθος με ζωή, πώς ὅλα ὡς κάτω κάτω εἶχαν ξεραθεῖ.
Ὅμως αὐτός ἔδειχνε νά ἀντέχει . Τοῦ εἶπε τότε νά κρατηθεῖ μαζί της ἀλλά νά μήν ἁρπαχτεῖ ὁλότελα ἀπό πάνω της. Νά βάζει κι αὐτό κάποια δύναμη στα πόδια , στίς φτέρνες και νά φέρνει ἀντίσταση. Τι θά γινόταν ἄν τήν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος ;
Ἤθελε τόσο πολύ νά κοιμηθεῖ ἀλλά ὅσο ἔνιωθε τό σῶμα του ζεστό, ὅσο μποροῦσαν κι οἱ δυό νά καταπιοῦν, δεν ἔπρεπε νά κοιμηθοῦν καί νά κατρακυλήσουν πίσω .













