Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Νατάσα Κεσμέτη, Salix και Χριστουγεννιάτικο Πάρτυ (2 διηγήματα)

High Noon rip

Salix
ἤ
Ἐφιάλτης
Tequila Sunrise download

Βρίσκομαι κι ἐγώ στο καραβάνι πού περιπλανιέται
στίς ἀπέραντες ἐρήμους. Και τη σκέψη μας κατέλαβε
ἀνυπόφορη κούραση και πείνα και δίψα καί τό νερό
τελείωσε καί δέν μπορούμε πλέον να δροσίσουμε τήν
ψυχή μας.Τροφή μας ἀπόμεινε ἡ ἄμμος και ἀναψυχή και δροσισμός μας. Ὦ ! ἡ ἄμμος τῶν ἁλμυρῶν, πικρῶν καί φρικτῶν
μυστηρίων.

Ἰουστίνος Πόποβιτς

Κρύωναν καί πεινοῦσαν. Στο δρόμο πέρα ἀργοσέρνονταν ὅπως κάθε βράδυ το ἀτέλειωτο ξελεπιασμένο φίδι τῶν «νεκρῶν » . Στά χαντάκια κι ἀπό τίς δυό μεριές τοῦ δρόμου, κάπου κάπου μιά μικρή κίνηση . Ἕνα πτῶμα πάλευε νά σηκωθεί , νά κάνει ἀκόμα μιά προσπάθεια μήπως βγεῖ ἀπό τή θέση του και μπορέσει να ξαναχωθεῖ ἀνάμεσα στους «νεκρούς » τοῦ δρόμου.
Κρύωναν , πείναγαν κι ἦσαν οἱ τελευταῖοι. Ὅλοι οἱ δικοί τους , φίλοι, γνωστοί, γείτονες , συγγενεῖς , αὐτοί πού εἶχαν ξεκινήσει μαζί κι ὅσοι εἶχαν σμίξει στό δρόμο, εἶχαν πεθάνει καθένας μέ τόν δικό του ἄθλιο θάνατο. Μερικοί ἦσαν πιό τυχεροί , δέν εἶχαν σπασμούς, δέν βόγγαγαν, δέν στριφογύριζαν οὐρλιάζοντας , δέν σφάδαζαν, δέν ἄφηναν κομμάτια ἀπό τή σάρκα τους ἀργά ἀργά νά ξεκολλᾶνε ἀπό τά κόκκαλά τους. Σταματοῦσαν ξαφνικά νά σέρνονται πάνω στίς ἐλαφρόπετρες καί , μετά ἀπό δυό τρεῖς κοφτές ἀνάσες , πέφτανε ἀπό ἐκεῖνο πού τούς κράταγε ὥς τότε , σάν κουρέλια ἀπό τόν ἱστό τους.
Σʼ αὐτούς, ὅσοι εἴχανε κουράγιο νά μιλᾶνε ἀκόμα, δίνανε ἕνα ὄνομα ψιθυρίζοντας το στούς ὁλότελα βουβούς πού ἦσαν κι οἱ περισσότεροι .
Σιγά σιγά ὁ ψίθυρος εἶχε ἁπλωθεῖ κι ἀπό καιροῦ εἰς καιρό περνοῦσε σάν ρυτίδα πού χάραζε τήν ἐπιφάνεια τοῦ φιδιοῦ τῶν «νεκρῶν » σʼ ὅλο το μῆκος τοῦ δρόμου ὡς ἐκεῖ πού πιά δεν ἔφτανε κανένα μάτι : « ἅγιος, ἅγιος… »
Πεινοῦσαν καί κρύωναν ὅπως ὅλοι. Ρίγη τούς διαπερνοῦσαν καί στριμώχνονταν ἄν ἦταν δυνατόν ὁ ἕνας μέσα στόν ἄλλο . Ἀλλά μποροῦσαν ἀκόμα νά καταπιοῦν χωρίς ἀφόρητο πόνο και χωρίς σπασμούς γιατί τούς εἶχε ἀπομείνει λίγο σάλιο. Ἐκείνη το εἶχε σπρώξει ἀργά ἀργά ἀλλά ἐπίμονα ἔξω ἀπό τό σῶμα τοῦ φιδιοῦ τῶν «νεκρῶν » , μέ τά νύχια της , ἐδῶ ἁρπαγμένα ἀπό τίς θρυμματισμένες ἐλαφρόπετρες , κι ἀλλοῦ χωμένα στίς κοφτερές χαλικωμένες σάρες . Τοῦ εἶχε πεῖ να βάζει ὅλη του τήν δύναμη καί να κρατάει σφιχτά τά πόδια της . Ἄλλοτε τό τράβαγε ὅσο πού δεν ἄντεχε ἄλλο κι ἄλλοτε ἀγκομαχώντας κατάφερνε νά τό φέρνει μπροστά της , και τότε προσπαθοῦσε νά τό σπρώχνει μέ τό κεφάλι της. Τό ἀνάχωμα ὑψωνόταν θεόρατο ὄρος στά μάτια της , στό λίγο πού τῆς ἦταν δυνατόν νά ἀνασηκώνει τό λαιμό της ἀπʼ τή γῆ . ( Ποιά γῆ ; ) . Ἀπʼ τό χῶμα. ( Ποιό χῶμα;).
Τοῦ ψιθύριζε να κρατάει τά δικά του μάτια κλειστά καί νά σκέπτεται μόνο ὅσα τοῦ εἶχε πεῖ ἀπό παλιά , νά φαντάζεται πώς Ἑκείνη εἶναι πολύ πολύ κοντά, ὀλόγυρά του , να θυμᾶται ὅλες τίς ἱστορίες πού τοῦ διηγιόταν ἄλλοτε. Ἕτσι συνέχιζαν ὥσπου τά δάχτυλά της , ἀνάμεσα στίς διάτρητες ἐλαφρόπετρες, ψηλάφισαν τόν ξεραμένο στραβό κορμό, ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει ἀπό ἕνα δέντρο.
«Πρέπει νά μέ βοηθήσεις τώρα κι ἐσύ » τοῦ εἶπε καί με τά ξεγδαρμένα τους χέρια γουβώσανε ὅσο μπορούσανε ἕναν μικρό τόπο σύρριζα στόν κορμό καί μείνανε ἐκεῖ. Θά ἤθελαν νά εἶναι μιά ἀληθινή βαθιά γούβα νά χωθοῦν, νά κουλουριαστοῦν μέσα, ἀλλά δέν γινόταν.
Ἦσαν σχεδόν εὐτυχισμένοι πού κατώρθωσαν να ἰσιώσουν λίγο την ἀνηφόρα, ἴσα ἴσα νά μήν τούς παίρνει ὁλότελα ἡ κατρακύλα. Εὐτυχισμένοι πού έφτιαξαν ἕνα ἐλάχιστο νησί μέσα στά κύματα τίς ἐλαφρόπετρες.
Δοκίμασε τόν κορμό ἄν ἀντέχει ἤ μήπως οἱ ρίζες , ξεθεμελιωμένες , στέκουν μεταίωρες πάνω πάνω . Ἔδειχνε πώς ἀντέχει , μπορεῖ καί νά ζοῦσαν στό βάθος οἱ ρίζες. Ποιό βάθος ; Ἑδῶ καί πολύν καιρό ξέρανε πώς δεν ὑπήρχε βάθος με ζωή, πώς ὅλα ὡς κάτω κάτω εἶχαν ξεραθεῖ.
Ὅμως αὐτός ἔδειχνε νά ἀντέχει . Τοῦ εἶπε τότε νά κρατηθεῖ μαζί της ἀλλά νά μήν ἁρπαχτεῖ ὁλότελα ἀπό πάνω της. Νά βάζει κι αὐτό κάποια δύναμη στα πόδια , στίς φτέρνες και νά φέρνει ἀντίσταση. Τι θά γινόταν ἄν τήν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος ;
Ἤθελε τόσο πολύ νά κοιμηθεῖ ἀλλά ὅσο ἔνιωθε τό σῶμα του ζεστό, ὅσο μποροῦσαν κι οἱ δυό νά καταπιοῦν, δεν ἔπρεπε νά κοιμηθοῦν καί νά κατρακυλήσουν πίσω .

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

ΚΕΙΜΕΝΑ, έγραψε η Ουδέν

Ένας Θεός ξερει

Στέκεται εκεί αμίλητος και παρατηρεί που γίνονται πράγματα και γράφονται θαύματα κι ένας Θεός ξέρει πόσο, είμαι κι εγώ εδώ, θέλει να πει και να βουτήξει, μα. Είναι μαύρο το νερό αποφασίζει και κρύο φαίνεται πολύ κι ούτε κανείς γνωρίζει σε ποια θάλασσα πηγαίνει, τώρα βέβαια θάλασσα θα ʽναι, πόσο μπορεί οι θάλασσες ταξίδια να διαφέρουν, θυμήσου που ταξίδεψες κι εσύ, μα. Είναι ο καιρός που πέρασε πολύς, πού να το ψάχνει το καφέ του το δισάκι, στο μεσιανό ντουλάπι τʼ άφησες, θυμήσου, πλάι στην τραγιάσκα του Μιχάλη, μα. Είναι που μόνος τα φοβάται τα ταξίδια κι οι φίλοι του όλοι στο ποτάμι βουτηγμένοι, σε φώναξαν και δίστασες, θυμήσου, αν κολυμπήσεις θα τους φτάσεις παρακάτω, μα. Είναι κι αυτός ο αγκώνας που πονάει, μαζέψανε τα χρόνια του αλάτια, ξεκούραση συνέστησε ο γιατρός του, κάποτε έλεγες ξεκούραση τον τάφο, θυμήσου, μα. Πάει καιρός που αψηφούσε τους κινδύνους, και μαύρο μοιάζει το νερό και κρύο κι ούτε που ξέρει σε ποια θάλασσα πηγαίνει και για ταξίδι δεν κινά χωρίς δισάκι και από φίλους έχει μόνο την τραγιάσκα, όλοι προσπέρασαν πού να τους φτάνει τώρα κι είναι κι αυτός ο αγκώνας που πονάει, ξεκούραση συνέστησε ο γιατρός του και στέκει εκεί αμίλητος και βλέπει να γίνονται πράγματα και να γράφονται θαύματα κι ένας Θεός ξέρει πόσο, μα.

Ψιμύθιο

Άργησα το ξέρω. Βιάσου και θα στα λέω, καθώς θα δουλεύεις. Γρήγορα να με φτιάξεις και καλά. Άδειασα τελείως σήμερα. Μην τους αφήσεις να το καταλάβουν. Όχι ότι δεν το ξέρουν, αλλά καλύτερα να μη φαίνεται. Δεν τον έβρισκαν, γιʼ αυτό καθυστέρησα. Λένε πως ταιριάζουμε απολύτως. Πολύ αμφιβάλλω, εγώ ποτέ δεν υποχρεώνω κανέναν να με περιμένει, αλλά αυτοί ξέρουν καλύτερα. Αφού επιμένουν πως ταιριάζουμε, ταιριάζουμε. Του έδωσα κι εγώ την καρδιά μου και να ʽμαι. Όχι, δεν τον είδα, δεν ξέρω γιατί άργησε να εμφανιστεί. Θα φταίει που έδινα. Δυσκολεύεται να πάρει ο κόσμος αυτό που εύκολα του δίνεις, το έχεις παρατηρήσει; Γίνεται επιφυλακτικός. Αρχίζει να το ψάχνει. Κι όσο πιο σπουδαίο είναι αυτό που του δίνεις, τόσο πιο δύσκολος γίνεται. Σου λέει, δεν μπορεί, κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Πώς γίναμε έτσι; Μην απαντάς, άσε με εμένα να λέω και δούλευε. Αύριο στις τρεις. Αύριο στις τρεις με περιμένουν, το ραντεβού κλεισμένο μια βδομάδα τώρα. Σκοπεύω να είμαι στην ώρα μου κι ας άργησε να φανεί τούτος ο τελευταίος, ο που ταιριάζουμε απολύτως. Σκοπεύω να είμαι στην ώρα μου κι όχι όπως-όπως, γιʼ αυτό περιποιήσου με. Βάλε λίγο ακόμη εδώ. Στην κοιλιά. Άδειασα πολύ εκεί. Έτσι. Και στο στήθος. Έτσι. Και τώρα τα μάτια. Να τα προσέξεις ιδιαιτέρως τα μάτια. Μάτια μου με φώναζε. Και τώρα το ίδιο θα λέει. Μάτια μου. Βάψε τα καλά, να μη φαίνονται ραμμένα. Θα την πειράξει αυτό. Σα να έχω, βάψε τα. Σα να έχω και κοιμάμαι. Κι ας το ξέρει πως τα έδωσα κι αυτά.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Βέης, Ιαπωνία: ποιητικές ανταποκρίσεις

“Αλήθεια, ως και τα φυτά, τα δέντρα, ακόμη κι οι πέτρες και τα βράχια, όλα στη νιρβάνα θα εισέλθουν.”
Από την ιαπωνική κληρονομιά

Το 1854, επτά χρόνια προτού γεννηθεί ο Τζον Λούθερ Λονγκ στην Πενσιλβάνια των ΗΠΑ, τα πλοία του συμπατριώτη του, Αρχιπλοιάρχου Ματθαίου – Κάλμπρεϊθ Πέρυ, αγκυροβολούν στην Ουράγκα στον κόλπο του Έντο, που σήμερα ονομάζεται Τόκιο. Τα απρόσκλητα πληρώματα πατούν ανενδοίαστα την ηφαιστιογενή Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, χωρίς να λάβουν υπόψη τους την δεδηλωμένη βούληση των Ιαπώνων, που καλώς ή κακώς λάτρευαν τότε την αυτοαπομόνωσή τους και δόξαζαν την παντελή έλλειψη επικοινωνίας με τον έξω, τον ανέκκλητα «βάρβαρο» κόσμο. Οι ναυτικοί εκείνοι, παραβιάζοντας ομαδικά το ιαπωνικό απόρρητο, κατέστησαν την κοιτίδα της σκέψης Ζεν ένα ακόμη ανοικτό πεδίο εθνολογικών ανταλλαγών και οσμώσεων.
Η πρώτη αμερικανοϊαπωνική συνθήκη υπογράφεται το 1855, τρία χρόνια πριν από το θάνατο του πορθητή Commodore Πέρυ. Μισό περίπου αιώνα μετά, η Μαντάμ Μπατερφλάι ταξιδεύει ανεμπόδιστη με το λογοτεχνικό διαβατήριο του δραστήριου λόγιου και δικηγόρου Τζον Λούθερ Λονγκ σε όλον σχεδόν τον κόσμο.

Ζει από τότε ανάμεσά μας, παραμένοντας από γενιά σε γενιά ένα αιματηρό όριο αποτυχημένων διαπολιτισμικών επαφών. Θυμίζει πάντα με τον τρόπο της, μεταξύ άλλων, τα δεινά που συνεπάγεται διαχρονικά η περιώνυμη ετυμηγορία του Λόρδου Πάλμερστον: «Είμαι έτοιμος να συμπεράνω ότι οι σχέσεις μας με την Ιαπωνία περνούν από τα γνωστά, αναπότρεπτα στάδια της Επαφής των ισχυρών και Πολιτισμένων εθνών με τα πιο αδύνατα και λιγότερο πολιτισμένα.» Αυτά το 1863 – τα δε κεφαλαία αρχικά Ε και Π, περιττό να το τονίσω, υποδηλώνουν με ακραίο τρόπο το αίσθημα μιας ασυγκράτητης υπεροχής. Το 1890, ο κατά το ήμισυ ημέτερος Λευκάδιος Χερν φτάνει στην Ιαπωνία για να ζήσει από κοντά αυτή την περιπέτεια των τόσο κρίσιμων, ενίοτε αμφιλεγόμενων προσαρμογών. Οι αποτυπώσεις του είναι διεξοδικές: η χώρα που τον φιλοξενεί ως τον θάνατό του επιδιώκει το αδιανόητο, να υποδεχθεί δηλαδή εκούσα άκουσα την μάλλον θανάσιμη ετερότητα, να την σπουδάσει και να την αφομοιώσει δημιουργικά στη συνέχεια, σαν ένα τεράστιο στρείδι που απορροφά τους εισβολείς του, παραμένοντας, ει δυνατόν, η ίδια.
Στη δεκαετία του 1940, η ομολογία της Ρουθ Μπένεντικτ, που κατατίθεται στο περιώνυμο δοκίμιό της, προϊόν εξαντλητικών μελετών, Το Χρυσάνθεμο και το Ξίφος, είναι αποκαλυπτική: εμπεριέχει όλους τους κραδασμούς και την ορμή των κατακλυσμικών αλλαγών που σημειώθηκαν εκεί: «Η Ιαπωνία, γυρίζοντας την πλάτη στο μεσαίωνά της στα τελευταία πενήντα χρόνια του δέκατου ένατου αιώνα και όντας αδύναμη όπως είναι σήμερα η Ταϊλάνδη, γέννησε ηγέτες ικανούς να αντιληφθούν σε βάθος και να ολοκληρώσουν μιαν από τις πλέον επιτυχείς αποστολές, στο πολιτικό επίπεδο, που επεχείρησε να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο.»

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σαμσών Ρακάς, «Charles Bolles (1829-1888;) ή ένας εναλλακτικός ορισμός της ποίησης»

 

Καθαρός ορισμός για την ποίηση δε μπορεί να υπάρξει, παρά μονάχα υπόνοιες. Πολλοί υπονόησαν πως είδαν την ποίηση να τη μασουλάει ο άνεμος, να την καταδιώκει ο Λεβιάθαν ή και να βυζαίνει σα βρέφος ένα βυζί καφετί. Όλα υπόνοιες ακεραιότητας καθώς ο ποιητής μοιάζει να μπουσουλά, να κινείται πάνω σε μια κινούμενη βάτο. Θα παραλυθεί, θα βασανιστεί, θα χτυπηθεί. Και μ’ άλλο πρόσημο. Θα παραλύσει, θα βασανίσει, θα ζήσει. Και στη περίπτωση του Charles Bolles θα εκτραφεί από το έγκλημα.

Γεννημένος στο Norfolk της Αγγλίας το 1829, μεταναστεύει μαζί με την πολυμελή οικογένεια του στα βόρεια της Νέας Υόρκης απ’ όπου και θα ανατραφεί τυπικά, σ’ ένα περιβάλλον, κατά βάση, αγροτικό. Το πάθος του για την αναζήτηση της περιπέτειας επιβεβαιώνεται από την ενηλικίωσή του κι ύστερα, εκεί όπου η έκνομη ιστορία του 19ου αιώνα έχει καταγράψει ταξίδια του Charles Boles στο Μιζούρι και Καλιφόρνια προς αναζήτηση κοιτασμάτων χρυσού αλλά και ενεργή συμμετοχή στον εμφύλιο πόλεμο δίνοντας μάχες σε πολλά μέτωπα. Έχει μεσολαβήσει ένας γάμος σε ηλικία 25 ετών στο Ιλινόις με την Mary Elizabeth Johnson, κι η απόκτηση τεσσάρων παιδιών με τους οποίους θα παραμείνει μαζί για ένα μεγάλο διάστημα ύστερα από την λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων. Εγκλωβισμένος όμως σε μια οικογενειακή αγροτική ζωή, και με έντονη, ακόμα, τη μνήμη γεμάτη δράση στα ανοικτά πεδία της Άγριας Αμερικής παίρνει εκ νέου την απόφαση να αφήσει τη γη του και πλέον τίποτα δε θα παραμείνει το ίδιο. Ο Charles Boles, μεταλλάσσεται στον περιβόητο ληστή με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Black Bart, στον άνθρωπο μύθο που άρπαζε τα χρηματοκιβώτια από τις ταχυδρομικές-εμπορικές άμαξες της εταιρίας Wells Fargo* και συχνά άφηνε ποιήματα του μέσα σε αυτά καθώς τα παρατούσε στη συνέχεια συλημένα και παραβιασμένα.

‘Μακρόσυρτη η κούραση για να ‘χω το ψωμί μου
να έχω την τιμή μου και άλλους θησαυρούς
μα στου καλαμποκιού το θέρισμα είδα τους εκδορείς μου
κάποιους καλλίκομους πουτάνας-γιους.

Black Bart Po8’

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Βέης, στο διανυκτερεύον μουσείο των Χαϊκού

bonsai-726.jpg

«Γυναίκα
Πόσο θερμή επιδερμίδα
Κρύβει»

Κυρία Ντεν Σουτέτζο

Μάθημα αισθητικής δεοντολογίας. Η ποίηση, το απόλυτο πεδίο της συμβολικής συμπεριφοράς.« Απʼ όσα παρατηρούμε, τίποτε δεν υπάρχει που να μην είναι άνθος, από όσα μας μαρτυρούν οι αισθήσεις μας, τίποτε δεν υπάρχει που να μην είναι σελήνη. Βάρβαροι είναι αυτοί που δεν ξεχωρίζουν το λουλούδι εντός των πραγμάτων »: επιστροφή στο Τόκυο, τον χειμώνα που μας πέρασε, άλλη μια φορά να ακούσω να μου διαβάσουν ποιήματα και αποσπάσματα από τα ταξιδιωτικά έργα του γερό – Μουνεφούσα, που έγινε βέβαια ευρύτατα γνωστός ως Μάτσουο Μπασό, στη γλώσσα του. Έρχομαι εδώ να αποστηθίσω νέα τοπία, να μελετήσω παραστάσεις της καθημερινότητας, να μείνω σε συγγενείς, να δω ξανά και ξανά φίλους Γιαπωνέζους, που γνώρισα στη Νέα Υόρκη, στις αρχές της δεκαετίας του ʼ80. Συμφοιτητές μου τότε στο μεταπτυχιακό τμήμα της Σχολής Διεθνών και Δημοσίων Σχέσεων του Πανεπιστημίου Κολούμπια, τώρα στελέχη του ιδιωτικού τομέα, επιμελητές εκδόσεων, διευθυντές πατρικών επιχειρήσεων.
Είναι όπως τότε, διαθέσιμοι, έτοιμοι να οργανώσουν τη μύησή μου τόσο στις συχνά απροσδόκητες απολαύσεις της νύχτας στη δαιδαλώδη πρωτεύουσα, όσο και στην παραδοσιακή τέχνη της πατρίδας τους, ιδίως στις χρήσεις και στη σκοπιμότητα του χαϊκού σήμερα. Κάτι που ξέρουν ότι από παλιά με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Πόσες φορές δεν είχαμε κάτσει σε καφετέριες μετά το μάθημα για να συγκρίνουμε πρόσφατες μεταφράσεις στα αγγλικά αυτών των επιγραμματικών αποδόσεων της στιγμιαίας αιωνιότητας.

Διαβάστε περισσότερα