Salix
ἤ
Ἐφιάλτης
Tequila Sunrise download
Βρίσκομαι κι ἐγώ στο καραβάνι πού περιπλανιέται
στίς ἀπέραντες ἐρήμους. Και τη σκέψη μας κατέλαβε
ἀνυπόφορη κούραση και πείνα και δίψα καί τό νερό
τελείωσε καί δέν μπορούμε πλέον να δροσίσουμε τήν
ψυχή μας.Τροφή μας ἀπόμεινε ἡ ἄμμος και ἀναψυχή και δροσισμός μας. Ὦ ! ἡ ἄμμος τῶν ἁλμυρῶν, πικρῶν καί φρικτῶν
μυστηρίων.
Ἰουστίνος Πόποβιτς
Κρύωναν καί πεινοῦσαν. Στο δρόμο πέρα ἀργοσέρνονταν ὅπως κάθε βράδυ το ἀτέλειωτο ξελεπιασμένο φίδι τῶν «νεκρῶν » . Στά χαντάκια κι ἀπό τίς δυό μεριές τοῦ δρόμου, κάπου κάπου μιά μικρή κίνηση . Ἕνα πτῶμα πάλευε νά σηκωθεί , νά κάνει ἀκόμα μιά προσπάθεια μήπως βγεῖ ἀπό τή θέση του και μπορέσει να ξαναχωθεῖ ἀνάμεσα στους «νεκρούς » τοῦ δρόμου.
Κρύωναν , πείναγαν κι ἦσαν οἱ τελευταῖοι. Ὅλοι οἱ δικοί τους , φίλοι, γνωστοί, γείτονες , συγγενεῖς , αὐτοί πού εἶχαν ξεκινήσει μαζί κι ὅσοι εἶχαν σμίξει στό δρόμο, εἶχαν πεθάνει καθένας μέ τόν δικό του ἄθλιο θάνατο. Μερικοί ἦσαν πιό τυχεροί , δέν εἶχαν σπασμούς, δέν βόγγαγαν, δέν στριφογύριζαν οὐρλιάζοντας , δέν σφάδαζαν, δέν ἄφηναν κομμάτια ἀπό τή σάρκα τους ἀργά ἀργά νά ξεκολλᾶνε ἀπό τά κόκκαλά τους. Σταματοῦσαν ξαφνικά νά σέρνονται πάνω στίς ἐλαφρόπετρες καί , μετά ἀπό δυό τρεῖς κοφτές ἀνάσες , πέφτανε ἀπό ἐκεῖνο πού τούς κράταγε ὥς τότε , σάν κουρέλια ἀπό τόν ἱστό τους.
Σʼ αὐτούς, ὅσοι εἴχανε κουράγιο νά μιλᾶνε ἀκόμα, δίνανε ἕνα ὄνομα ψιθυρίζοντας το στούς ὁλότελα βουβούς πού ἦσαν κι οἱ περισσότεροι .
Σιγά σιγά ὁ ψίθυρος εἶχε ἁπλωθεῖ κι ἀπό καιροῦ εἰς καιρό περνοῦσε σάν ρυτίδα πού χάραζε τήν ἐπιφάνεια τοῦ φιδιοῦ τῶν «νεκρῶν » σʼ ὅλο το μῆκος τοῦ δρόμου ὡς ἐκεῖ πού πιά δεν ἔφτανε κανένα μάτι : « ἅγιος, ἅγιος… »
Πεινοῦσαν καί κρύωναν ὅπως ὅλοι. Ρίγη τούς διαπερνοῦσαν καί στριμώχνονταν ἄν ἦταν δυνατόν ὁ ἕνας μέσα στόν ἄλλο . Ἀλλά μποροῦσαν ἀκόμα νά καταπιοῦν χωρίς ἀφόρητο πόνο και χωρίς σπασμούς γιατί τούς εἶχε ἀπομείνει λίγο σάλιο. Ἐκείνη το εἶχε σπρώξει ἀργά ἀργά ἀλλά ἐπίμονα ἔξω ἀπό τό σῶμα τοῦ φιδιοῦ τῶν «νεκρῶν » , μέ τά νύχια της , ἐδῶ ἁρπαγμένα ἀπό τίς θρυμματισμένες ἐλαφρόπετρες , κι ἀλλοῦ χωμένα στίς κοφτερές χαλικωμένες σάρες . Τοῦ εἶχε πεῖ να βάζει ὅλη του τήν δύναμη καί να κρατάει σφιχτά τά πόδια της . Ἄλλοτε τό τράβαγε ὅσο πού δεν ἄντεχε ἄλλο κι ἄλλοτε ἀγκομαχώντας κατάφερνε νά τό φέρνει μπροστά της , και τότε προσπαθοῦσε νά τό σπρώχνει μέ τό κεφάλι της. Τό ἀνάχωμα ὑψωνόταν θεόρατο ὄρος στά μάτια της , στό λίγο πού τῆς ἦταν δυνατόν νά ἀνασηκώνει τό λαιμό της ἀπʼ τή γῆ . ( Ποιά γῆ ; ) . Ἀπʼ τό χῶμα. ( Ποιό χῶμα;).
Τοῦ ψιθύριζε να κρατάει τά δικά του μάτια κλειστά καί νά σκέπτεται μόνο ὅσα τοῦ εἶχε πεῖ ἀπό παλιά , νά φαντάζεται πώς Ἑκείνη εἶναι πολύ πολύ κοντά, ὀλόγυρά του , να θυμᾶται ὅλες τίς ἱστορίες πού τοῦ διηγιόταν ἄλλοτε. Ἕτσι συνέχιζαν ὥσπου τά δάχτυλά της , ἀνάμεσα στίς διάτρητες ἐλαφρόπετρες, ψηλάφισαν τόν ξεραμένο στραβό κορμό, ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει ἀπό ἕνα δέντρο.
«Πρέπει νά μέ βοηθήσεις τώρα κι ἐσύ » τοῦ εἶπε καί με τά ξεγδαρμένα τους χέρια γουβώσανε ὅσο μπορούσανε ἕναν μικρό τόπο σύρριζα στόν κορμό καί μείνανε ἐκεῖ. Θά ἤθελαν νά εἶναι μιά ἀληθινή βαθιά γούβα νά χωθοῦν, νά κουλουριαστοῦν μέσα, ἀλλά δέν γινόταν.
Ἦσαν σχεδόν εὐτυχισμένοι πού κατώρθωσαν να ἰσιώσουν λίγο την ἀνηφόρα, ἴσα ἴσα νά μήν τούς παίρνει ὁλότελα ἡ κατρακύλα. Εὐτυχισμένοι πού έφτιαξαν ἕνα ἐλάχιστο νησί μέσα στά κύματα τίς ἐλαφρόπετρες.
Δοκίμασε τόν κορμό ἄν ἀντέχει ἤ μήπως οἱ ρίζες , ξεθεμελιωμένες , στέκουν μεταίωρες πάνω πάνω . Ἔδειχνε πώς ἀντέχει , μπορεῖ καί νά ζοῦσαν στό βάθος οἱ ρίζες. Ποιό βάθος ; Ἑδῶ καί πολύν καιρό ξέρανε πώς δεν ὑπήρχε βάθος με ζωή, πώς ὅλα ὡς κάτω κάτω εἶχαν ξεραθεῖ.
Ὅμως αὐτός ἔδειχνε νά ἀντέχει . Τοῦ εἶπε τότε νά κρατηθεῖ μαζί της ἀλλά νά μήν ἁρπαχτεῖ ὁλότελα ἀπό πάνω της. Νά βάζει κι αὐτό κάποια δύναμη στα πόδια , στίς φτέρνες και νά φέρνει ἀντίσταση. Τι θά γινόταν ἄν τήν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος ;
Ἤθελε τόσο πολύ νά κοιμηθεῖ ἀλλά ὅσο ἔνιωθε τό σῶμα του ζεστό, ὅσο μποροῦσαν κι οἱ δυό νά καταπιοῦν, δεν ἔπρεπε νά κοιμηθοῦν καί νά κατρακυλήσουν πίσω .
Ὕστερα κάτι ἀναδεύτηκε στο πρόσωπό τους καί εἶδαν τά δυό κλαδιά μέ τά ἀραιά μακριά κι ἀσπρουλιάρικα φύλλα . Μόλις πού σείονταν. Δέν εἶχε καθόλου ἀέρα καί δεν ἤξεραν τί ἦταν αὐτό πού τά κινοῦσε ἐλάχιστα. Ὅμως τά κινοῦσε.
Ξαφνικά χαμογέλασε , γιατί τό ὄνομα ἀνέβηκε ἀπό τά ἔρημα σκοτάδια τοῦ μυαλοῦ της ἐκεῖ πού ξεκληριζόταν , σιγά ἀλλά σταθερά ἀπό ἕναν μακρύ καιρό πρίν , ἡ γλώσσα – ὥσπου ἔμοιαζε καμμένα κούτσουρα τό ἄλλοτε πυκνό δάσος μέ τίς φυλλώδεις λέξεις.
_ Εἶναι σάλιξ τοῦ εἶπε . Ἰτιά ἡ κλαίουσα. Πῶς γίνεται ; Ἀπό κάπου θά ρουφάει —
Δέν τόλμησε νά πεῖ τή λέξη.
Πέρα τό φίδι ἀναδευόταν, ὅπως κάθε φορά πού χαμήλωνε ἀρκετά ὁ ἀνήλεος ἥλιος.
_ Θέλω νά πεθάνω μαζί σου , τῆς εἶπε, ἤ πρίν ἀπό σένα .
_ Δέν μποροῦμε νά διαλέξουμε. Τό ξέρεις πώς δέν εἶναι στό χέρι μας, τοῦ ἀπάντησε μέ κόπο.
Ἦσαν πεσμένοι στήν καταπληγωμένη τους ράχη. Δέν εἶχε οὐρανό νά δοῦν . Οὔτε καί μάτια. Τοῦ ἔδωσε νά γλύψει ἕνα πικρό φύλλο.
_ Θα ξαναφανεῖ ποτέ ; τή ρώτησε . Ὅπως τότε στίς ἱστορίες πού μοῦ ἔλεγες …
_ Θα ξαναφανεῖ ποτέ ; τή ρώτησε πάλι μετά ἀπό ὥρα.
_ Κι ἄν πεθάνεις μετά ἀπό μένα, κι ἄν ἡ σάλιξ ξερριζωθεῖ, κι ἄν δέν ἔχεις ἀπό πουθενά νά κρατηθεῖς, κι ἄν ἀκόμα κατρακυλήσεις πίσω κι ἄν μπεῖς πάλι στό φίδι τῶν «νεκρῶν », ἐσύ νά τήν θυμᾶσαι . Κι ἄν δέν γλιτώσεις τους φριχτούς πόνους , μήν πάψεις νά τήν περιμένεις. Εἶναι το φυλαχτό πού σοῦ ʽδωσα, κι ὥς τήν τελευ- ταία σου αναπνοή νά τήν ζητᾶς ὅπως τό νερό πού δέν θα ξαναπιεῖς ποτέ.
Ἡ κλαίουσα ρίγησε καί τά λίγα ξεθωριασμένα της φύλλα ἀναδεύτηκαν πάνω στά πρόσωπά τους σʼ ἕνα μακρύ χάδι.
Οἱ λόφοι ἀπό ἀλαφρόπετρες , μαζί κι οἱ κοφτερές χαλικωμένες σάρες, σάν… ν΄ ἀναρρίγησαν κι αὐτοί.
Ἀπρίλης 2007
(από το τελευταίο της βιβλίο “Νησί από ελαφρόπετρα”, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2008)
Χριστουγεννιάτικο Πάρτυ
Ἡ Αἴθρα ἦταν ὄμορφη ἐπειδή τό ἤθελε τόσο πολύ, κι ὄχι γιατί πραγματικά ἦταν. Κι αὐτό δέ σημαίνει πώς τά καλλυντικά τῆς ἀναδείκνυαν τό πρόσωπο, πώς τά ψιμύθια βάθαιναν τό βλέμμα, τόνιζαν τά ζυγωματικά ἤ φώτιζαν τίς παρειές. Σημαίνει πώς ἡ ἴδια ἡ εἰκόνα τῆς ἐπιθυμίας της γιά τήν ὀμορφιά πρόβαλλε μέσα ἀπ’ τό πρόσωπό της καί κυριαρχοῦσε. Ὁ θεατής της ἔβλεπε ἀκριβῶς αὐτό. Ὁ θεατής της…Ἡ Αἴθρα εἶχε πάντα θεατές, δηλαδή ὑπῆρχε κάτι σάν θέαμα πού ἡ ψυχή της ἀποτύπωνε πάνω της κι ὅποιος ἦταν ἀπέναντί της, σχεδόν αὐτόματα βρισκόταν νά παρακολουθεῖ ὅ,τι γραφόταν ἐπάνω της : ἔκπληξη, ἤ δυσθυμία, ἐκρηκτική διάθεση γέλιου, ἤ μιά μεγάλη ἀφηρημάδα.
Εἶχε ὑπάρξει τό ἀγαπημένο παιδί τῆς οἰκογένειάς της, τό καμάρι τοῦ πατέρα της. Δέν ὑπῆρχε προσδοκία του πού νά μήν εἶχε πραγματοποιήσει ἄκοπα, φυσικά, αὐθόρμητα, γιατί ἁπλά
ἦταν προικισμένη μ’ ἕνα ὡραῖο, διαυγές μυαλό, μέ μιά ροπή στή γεωμετρία, μέ μιά εὐστροφία ἀσυνήθιστη. Μέ δυό λόγια ἦταν γεννημένη γιά τίς πρωτιές. Καί τίς ἔδρεπε πάντα. Εἶναι δύσκολο νά μιλήσει κανείς γι αὐτήν καί νά μή σκεφτεῖ ἀμέσως τόν πατέρα της, ἴσως γιατί ἡ μητέρα της προτιμοῦσε τήν ἀφάνεια , ἐκείνη την ἀφάνεια πού ἔτσι κι ἀλλιῶς καλλιεργοῦσε ἡ ἐποχή της γιά τίς γυναῖκες ὡς θῶκο μιᾶς μυστηριώδους ἀναγνώρισης, ἤ ἴσως γιατί ἡ μητέρα της ἦταν φιλάσθενη καί ὡς ἐκ τούτου φιλήσυχη.
Ἡ Αἴθρα ἀντίθετα ἦταν ἀνήσυχη σχεδόν νευρική καί πάνω ἀπ’ ὅλα ἦταν φιλόδοξη. Εἶναι πολύ παράξενο πού διάλεξε νά γίνει γιατρός, ἐνῷ ὅλοι περίμεναν πώς θά σκάσει ἡ μπόμπα καί θά φιγουράρει γιά ἡθοποιός -ὁ μόνος χῶρος πού θά μποροῦσε νά στεγάσει τήν πολύμορφη ἀνησυχία της καί τό ἀσίγαστο δυναμικό της. Ἀλλά ἴσως αὐτό θά ἔθλιβε πολύ τόν πατέρα της , πού ἦταν τότε ὁ διευθυντής τοῦ σχολείου.
Ἔγινε μιά πολύ ὠραία γιατρός. Περιποιημένη, μέ ἀέρα κύρους, αὐτό πού ἄλλοτε ὀνόμαζαν ” ἐπιβάλλον “. Πραγματικά εἶχε ἐπιβάλλον. Παρ’ ὅλο πού τά ταξίδια κι οἱ μακρόχρονες παραμονές της σ’ ἀγγλόφωνες χῶρες κάπως εἶχαν ἐπηρεάσει τήν προφορά της, παρέμενε ἡ ἴδια: ἀνήσυχη.
Ἔχωσε τά χέρια της στά μαλλιά, μέ μιά ἀπό τίς θεατρικές χειρονομίες της καί εἶπε :
Τό σπίτι ἦταν ζεστό, ὁλόφωτο, στολισμένο καί γεμάτο νέους. Στό πιάνο δέν ἔπαιζε κανείς, ἀλλά ἦταν ὡραῖο πού στεκόταν ἐκεῖ μέ τά ἀσημένια καντηλέρια του καί τά σκαλίσματά του καί δίπλα του ὄρθια ἡ Διοτίμα ντυμένη μέ κάτι βαθυπράσινο, κυπαρισσί σχεδόν, καί μόνο μιά καρφίτσα ἀπό λευκόχρυσο στό κορσάζ της. Χαμογελοῦσε καί παρακολουθοῦσε τά πέντε ἀγόρια καί τήν πριγκιπέσσα τοῦ σπιτιοῦ, τή μοναχοκόρη της πού γιόρταζετά χριστουγεννιάτικα γενέθλιά της καί γιά χάρη της γινόταν τό πάρτυ.
Τί δυνατό πού ἦταν τό πρόσωπο τῆς Διοτίμας ! Τά σμιχτά της φρύδια της, ἡ ἐλαφρά κυρτή της μύτη καί πάνω ἀπ’ ὅλα τό κυματιστό της εὐσαρκο στόμα ἀκτινοβολοῦσαν μιά μαεστρία στό νά ἀφήνεται στή ζωή καί τήν ἴδια στιγμή νά τήν κατευθύνει ἐπίμονα καί σταθερά. Ἦταν ἡ πιό ἀσυνήθιστη πρεσβυτέρα πού μποροῦσε νά συναντήσει κανείς ἐκεῖνο τόν καιρό, ἴσως γιατί ἦταν πλουσιοκοπέλα μέ γονεῖς καραβοκύρηδες Συριανούς, ἴσως γιατί μαζί μέ τόν παπά της μόλις εἴχανε ἐπιστρέψει ἀπό τήν Ἀμερική, ὅπου εἴχανε ἐπιχειρήσει νά ἐγκατασταθοῦν ἀνεπιτυχῶς. Προέρχονταν κι οἱ δυό ἀπό μεγάλες φαμίλιες. Τούς εἶχε φάει ἡ νοσταλγία.
Τήν παρατηροῦσα ξαφνικά νά ξεκαρδίζεται ἐνθουσιασμένη ἀπό κάτι, μ’ ἕνα γέλιο τόσο δροσερό, σχεδόν φιλάρεσκο, πού γιά μιά στιγμή ἀναρωτήθηκα μήπως ὅλοι αὐτοί οἱ νέοι, φίλοι τῶν γιῶν της, εἶχαν τελικά ἔρθει γι αὐτήν, ἐξ αἰτίας τῆς μαγικῆς της γοητείας. Ἀλλά ἔκανα λάθος. Ἦταν ἁπλά εὐτυχισμένη. Αὐτή ἡ γυναίκα πού σχεδόν μέ κάθε γέννα κινδύνευε, πού δέν εἶχε ποτέ δεχτεῖ νά τήν ξεγεννήσουν σέ νοσοκομεῖο, παρά ζητοῦσε κοντά της τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Στυλιανοῦ , ἅρπαζε καί τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Ἑρμιόνης τῆς γιάτρισσας καί ἔσφιγγε τά δόντια της ὥσπου νά βγεῖ τό κεφάλι τοῦ παιδιοῦ, αὐτή ἡ χαριτωμένη νέα ἀκόμα γυναίκα, πού γιά χρόνια κράταγε τό σπίτι της καί τή θέση της στό Ὑπουργεῖο, ἦταν τώρα πολύ εὐτυχισμένη πού ἔβλεπε τούς νέους νά γεμίζουν τό χῶρο της μέ την ὁρμή και τά νιάτα τους.
Ὁ Χριστός γι αὐτήν ἦταν συνδεδεμένος μέ τή χαρά τῆς ζωῆς. Τό ἴδιο καί ἡ ἐκκλησία του. Στό βάθος τῆς ζωῆς, στό βάθος τῶν περιπετειῶν, στό βάθος τῶν δογμάτων ἀκόμα, ἐγκαταβίωνε ἡ χαρά. Γι αὐτό γελοῦσε μ’ αὐτό τό τόσο δροσερό γέλιο, σά νά ἀντίκρυζε πίσω ἀπ’τούς τοίχους τῆς σάλας τά ἐγγόνια καί τά δισέγγονα της νά ἔρχονται πρός αὐτήν, ὅταν ὅλα θά ἄλλαζαν, ὅταν θά διάλεγε μόνη της μιά ὁλοένα πιό ἀσκητική στάση ζωῆς.
Φοροῦσα γιά πρώτη φορά μακριές νάϋλον κάλτσες καί ζαρτιέρες πού δέν ἦταν ἀκριβῶς στά μέτρα μου, γιατί τό σῶμα μου δέν εἶχε ἀποχαιρετήσει ἀκόμα τήν παιδικότητά του. Ἤμουνα ξετρελλαμένη μ’ αὐτή τήν ἐλευθερία πού ἔνιωθα στά πόδια μου, χωρίς τά κοντά σφιχτά καλτσάκια. Τό φουστάνι μου ἦταν τσάρλεστον, ἕνα πολύ ἁπλό μάλλινο φουστανάκι, ἀλλά ἡ κορδέλλα τοῦ τσάρλεστον ἦταν ἀκριβῶς πάνω στούς γοφούς καί μέ κάθε βῆμα ὁ μικρός της φιόγκος κουνιότανε σά νά ἔγνεφε σ’ ὅλους κάτι.
Ἡ πόρτα τῆς κρεββατοκάμαρας τῶν γονιῶν τῆς φίλης μου ἦταν ἀνοιχτή. Τά ἔπιπλα ἦταν σκοῦρα, σχεδόν μαῦρα. Μοῦ φάνηκαν πολύ αὐστηρά. Τό δωμάτιο ἦταν μεγάλο καί ἀκριβῶς ἀπέναντί μου ἦταν στημένος κάπως λοξά ἕνας μακρόστενος καθρέφτης πολύ παράξενος. Ξεφύτρωνε ἀνάμεσα σέ δυό προ-
σαρμοσμένα στά πλάγια του μικρά κομοδίνα κι ὁλόγυρά του ἡ μαύρη ξύλινη κορνίζα του σχημάτιζε κάτι καμπύλες σάν νά τόν ἀγκαλιάζανε δυό κλῶνοι. Μέσα του καθρεφτιζόταν ἕνα μέρος ἀπό τό μισοσκότεινο χώλ τοῦ σπιτιοῦ ὅπου ἕνα παρόμοιο μέ τοῦτο δῶ πόρτ μαντώ ὑψωνόταν σιωπηλό. Ἕνα σωμόν πορτατιφάκι ἀκουμπισμένο πάνω του σκόρπιζε περισσότερες σκιές παρά φῶς. Ἔμοιαζε νά μέ παρακολουθοῦν ἀπό κεῖ ἀόρατοι καλεσμένοι, ἴσως οἱ σιωπηλοί ἄγγελοι τοῦ σπιτιοῦ.
Γιά μιά στιγμή εἶδα τήν εἰκόνα μου ὁλόκληρη καί στούς δυό καθρέφτες. Τό τσάρλεστον εἶχε ἐκεῖνο τό γλυκό χρῶμα τῆς καρδιᾶς τοῦ ὥριμου πεπονιοῦ κι ἡ κορδέλλα ἦταν σιφόν, ἕναν τόνο πιό σκοῦρα. Γύρω στό λαιμό τό δαντελένιο γιακαδάκι σχημάτιζε κάτι παράξενα λουλούδια μέ τήν πλέξη πού τή λένε μακραμέ. Ἔκανα μιά στροφή γύρω ἀπ’ τόν ἑαυτό μου, μετά ὑποκλίθηκα βαθιά στήν χρυσή εἰκόνα ὅπως ἔφεγγε μέσα στόν καθρέφτη καί μετά πρόσεξα τίς κάλτσες μου πού εἶχαν ζαρώσει. Κάθισα σ’ ἕνα ἀπό τά κομοδίνα , σήκωσα τό φόρεμά μου, ἅπλωσα τά πόδια μου καί τσίτωσα τίς κάλτσες πιάνοντάς τις μέ τή θηλίτσα τῆς ζαρτιέρας πιό σφιχτά. Δέν ἦταν καί καμιά σπουδαία ποιότητα , ἀλλά ἔμοιαζαν νά τρίζουν γύρω ἀπό τά πόδια καί γυάλιζαν ἐλαφρά.
Μιά ζέστη εἶχε ἁπλωθεῖ ὁλογυρά μου, ἔνιωθα τά μάγουλά μου νά καῖνε, ἤμουνα ἀπορροφημένη ὁλότελα μέσα σ’ αὐτές τίς μικρές κινήσεις, σά νά βρισκόμουν κάπου ὁλομόναχη, περιτριγυ-
ρισμένη ὅμως ἀπό τή γιορτή. Ἴσως αὐτό ἦταν τό πιό σημαντικό: πώς οἱ ἦχοι τῆς γιορτῆς ἔφτιαχναν μιά γιρλάντα γύρω ἀπό τήν εἰκόνα μου, καί δέν ξέρω ἄν μέ ἔβλεπα ἤ ἄν μέ ἄκουγα ἤ καί τά δύο, ἀλλά ἔνιωθα, στή μέση ἑνός αἰνίγματος, πλήρης.
Τό φουστάνι μου ἦταν ἀκόμα σηκωμένο ψηλά, ὅταν ἄκουσα τό δροσερό της γέλιο καί τήν εἶδα ἀκουμπισμένη στήν πόρτα νά μέ παρακολουθεῖ.
” Τό ξέρεις πώς φαίνεσαι; ” μοῦ εἶπε.
Πραγματικά ὁ καθρέφτης κάλυπτε κι ἕνα μέρος τῆς σάλας, ὅμως οὔτε πού τό εἶχα πάρει εἴδηση. Καί ξαφνικά αὐτός ὁ καθρέφτης εἶχε γεμίσει ἀπό φιγοῦρες καί πρόσωπα, χειρονομίες καί ματιές. Χόρευαν.
” Ἄντε νά χορέψεις καί σύ “- μ’ ἔσπρωξε τρυφερά ” κι ἄλλοτε νά βλέπεις ποῦ φτιάχνεις τίς ζαρτιέρες σου ” .
Ξεκαρδίστηκε πάλι κι ἀπό κείνη τή μέρα τήν ἔνιωθα πολύ κοντά μου, σύντροφο μιᾶς ἀπροδόκητης τελετουργίας. Νομίζω ἀκόμα πώς ἀπό τότε τήν ἔνιωθα πιό μάνα ἀπ’ ὅσο ἡ ἴδια της ἡ κόρη, ἡ πολυαγαπημένη μου φιληνάδα, ἡ Νέλλη μέ τά σκαλωτά , βαθύσκια μαλλιά, πού γιόρταζε καί τό πάρτυ ἦταν πρός τιμήν της.
Ἡ Νέλλη, ὡστόσο, ἔχει μιά ὁλότελα διαφορετική διήγηση γιά κείνη τή μέρα. Λέει πώς μπῆκε στή σάλα φορτωμένη μέ μιά πιατέλα καί μέ εἶδε μισοανεβασμένη στή γωνία τοῦ τραπεζιοῦ, λίγο πρίν τό στρώσουν καί παρά λίγο νά τῆς πέσει ἡ πιατέλα. Γιατί τ’ ἀγόρια βούιζαν ὅλα ὁλόγυρά μου σάν μέλισσες κι ἐγώ ἔλαμπα τόσο, πού ἔνιωσε νά μέ ζηλεύει θανάσιμα καί νά ὀργίζεται μέ τή μητέρα της, τήν Διοτίμα πού δέν τῆς εἶχε ἐπιτρέψει νά φορέσει μακριές κάλτσες, τή μέρα τῆς γιορτῆς της!
Ἦταν σίγουρα ἡ ἐποχή τῆς ἀθωότητας. Εἴχαμε στή διάθεση μας ἀρκετό καιρό νά μπουμπουκιάσουμε, ἔστω καί μ’ ἕναν τρόπο γεμάτο παρεξηγήσεις, ἐνοχές καί μικρά ἤ μεγάλα ψεύδη.
Καμιά γιορτή δέν ἦταν γιά μένα τόσο γιορτή ὅσο ἐκείνη σ’ ὅλη μου τή ζωή ὥς τώρα. Τά χριστουγεννιάτικα γενέθλια τῆς Νέλλης μέσα σέ λίγες στιγμές συνδέσανε τό χρόνο μέ τή φρεσκάδα καί τόν στολίσανε μέ τή λάμψη ἑνός φύτρου, ἑνός βλασταριοῦ πού τινάζεται καί ξεκινάει την ἀνάβασή του ἀπό ἕνα, ἄλλοτε ὁρατό κι ἄλλοτε σχεδόν ἀόρατο , παρτεράκι ἀγάπης. Κι αὐτή ἡ μικρή κουβεντούλα τῆς Διοτίμας πῆγε σ’ ἕνα τόσο βαθύ σημεῖο τῆς καρδιᾶς μου, πού στίς δυσκολίες τῆς δουλειᾶς μου, τοῦ γάμου, τοῦ διαζύγιόυ μου, τῆς πολύχρονης ἀρρώστειας πού πέρασα ἡ ἴδια, περιπέτειες γνωστές μᾶλλον σʼ ἐλάχιστους, κι ἄλλες στιγμές τοῦ βίου μου ὅπου ἔλεγα: τώρα θά μέ καταπιεῖ ἡ ἀποθάρρυνση, νά ρίχνω μιά ματιά στόν καθρέφτη καί νά ἐπαναλαμβάνω, ἀκούγοντας ξανά και ξανά τή φωνή της :
” Ἄντε τώρα νά χορέψεις… ”
Ἄν τά νέα παιδιά ἔρχονται τόσο εὔκολα κοντά μου, ἄν οἱ νεαροί γιατροί, πού τώρα πιά διδάσκω, μέ λατρεύουν, εἶναι γιατί ἀκοῦνε μέσα μου αὐτή τήν ἴδια φωνή νά τούς προτρέπει μέ ἀπέραντη ἐμπιστοσύνη:
” Ἄντε τώρα νά χορέψεις καί σύ. ”
(ανέκδοτο)











Ευχαριστώ θερμά Γιώργο Μίχο.
Χρόνια πολλά σέ όλους μέ πολλή αγάπη.
Κάντε κανένα σχόλιο βρέ παιδιά, μή διστάζετε , η κρίση του καθένα σας αξίζει κατά μοναδικό τρόπο όποια κι άν είναι .
Πάρτε θάρρος καί για κάτι ακόμα : έμαθα από εγκυρη πηγή, που λένε καί οι δημοσιογράφοι , πώς η ποίηση ζητιέται πολύ περισσότερο από τά διηγήματα !!
Αγαπητή κυρία Κεσμέτη
Συγχαρητήρια για το Νησί από Ελαφρόπετρα. Το διαβάζω με μεγάλο ενδιαφέρον. Θα σας στείλω τα σχόλια μου. Αφού οι στατιστικές δείχνουν πως η ποίηση διαβάζεται περισσότερο από το διήγημα συστήνω στους αναγνώστες του Ποιείν να διαβάσουν το βιβλίο της Ζέφης Δαράκη ‘Σε ονομάζω θα πει σε Χάνω’. Η κυρία Δαράκη δεν γράφει απλώς ποιήματα . είναι φύση ποιητική. Δεν έχει ανάγκη να είναι επιτιδευγμένα πρωτότυπη γιατί είναι τόσο αληθινή. Η φωνή της αποπνέει μια δροσιά. Δεν ξέρω αν όρος δροσερός ποιητικός λόγος είναι δόκιμος αλλά με αυτό το αίσθημα πλημυρίζω διαβάζοντας τα ποίήματα της κυρίας Δαράκη. Συγχωρέστε με για τον ενθουσιασμό. Αν είχα την άδεια της θα παράθετα αυτούσιο το ποίημα …τότε ο Άγγελος.
Φίλτατε Βάκη,συμφωνώ μαζί σου σε ό, τι αφορά στις δύο προικισμένες κυρίες Ν. Κεσμέτη και Ζ. Δαράκη.
κ. Γιώργο Βέη
Συγχαρητήρια για το βραβείο Λάμπρου Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνων
Καλησπερίζοντας , αφου ευχαριστήσω τόν κ. Λοϊζίδη , επ’ευκαιρία τών γραφομένων του στίς 30/12 /08 , αντιγράφω γιά τούς αναγνώστες – εραστές της ποίησης ( του ποιείν ) δύο ποιήματα από τήν πρόσφατη συλλογή της Ζέφης Δαράκη “Σέ ονομάζω θά πεί σέ χάνω “:
1)
Η στάχτη πού σηκώνεται
_ Τί βουίζει έτσι ;
_ Η στάχτη πού σηκώνεται
στό δριμύ ψύχος του αιώνα
_Τί συμβαίνει ;
_ Τίποτα δέ συμβαίνει, όλα
θά συμβούν μετά θάνατον
αρκεί πού κολυμπάμε
ο ένας μέσα στόν άλλον
Γιελένα…
2)
Ο ιχθύς τού χρόνου
Μεσ’στόν καθρέφτη γυμνό
τό γαλάζιο στά δίχτυα τού χρόνου
σιωπηλές αποστάσεις
απ’τό γκριζο στό μαύρο ανοίγουν
βεντάλιες ανάμνησης στά
κρυμμένα μας κλάματα καί βαθιά
απορροφημένο τό αγόρι
στό ηλιόλουστο αβέβαιο τού αόρατου
βάθους κοιτάζεται…
μέσ’στόν καθρέφτη θ’ αρχίσει νά
χιονίζει γύρω γύρω στό
κρύσταλλο γυμνό
τό λευκό θά κλείσει στά δίχτυα του
ερμητικά
τόν Ιχθύ τού χρόνου
Αγαπητέ Βάκη, σε ευχαριστώ. Η βράβευση της λογοτεχνίας και μάλιστα από την Ακασδημία Αθηνών, ειδικά την περίοδο αυτή, σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η υπόθεση της δημιουργικής γραφής δεν περνά εν γένει απαρατήρητη. Γι’ αυτό και δέχτηκα με χαρά την διάκριση αύτή.
Συγχαρητήρια Κύριε Βέη!
(Την Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας αποτελούν:
1) Παναγιώτης Μαστροδημήτρης, Πρόεδρος, Ομότιμος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Παν/μίου Αθηνών, Συγγραφέας.
2) Δημήτριος Λαμπρέλης, Αντιπρόεδρος, Καθηγητής Φιλοσοφίας του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Συγγραφέας.
3) Γεώργιος Ανδρειωμένος, Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
4) Γεράσιμος Ζώρας, Καθηγητής του Τμήματος Ιταλικής και Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με αντικείμενο τη Συγκριτική Λογοτεχνία.
5) Κώστας Μπουρναζάκης, Συγγραφέας.
6) Κωνσταντίνος Ασημακόπουλος, Λογοτέχνης και Θεατρικός Συγγραφέας.
7) Κώστας Σοφιανός, Κριτικός Λογοτεχνίας, Ποιητής.
8) Χαρίκλεια Δημακοπούλου, Κριτικός Βιβλίου, Δημοσιογράφος, Διδάκτωρ Νομικής.
9) Λώρη Κέζα, Κριτικός Βιβλίου.)
Κύριε Βέη, συγχαρητήρια και από εμένα και καλή χρονιά.
Κ. Κεσμέτη σας ευχαριστώ που υπάρχετε μέσα από την πένα σας στο λογοτεχνικό στερέωμα τόσων “εύπεπτων” βιβλίων γυναικείας λογοτεχνίας. Πάντα στοχαστική, πάντα με βαθιά και ψυχολογημένη ματιά πίσω από κάθε πρόσωπο και εικόνα. Όταν ολοκληρώνω την ανάγνωση ενός κειμένου σας νιώθω πιο πλούσια εντός μου,γιατί είναι σαν ν’ αποκρυπτογραφώ μαζί σας, πίσω από κάθε ιστορία, την ικανότητα της τέχνης να συλλαμβάνει τις μυστικές εκπομπές κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, τόσο μοναδικής στα αρχεία της Ιστορίας. Και εσείς κατέχετε αυτό το χάρισμα! Να μην σας χάνουμε… Καλή χρονιά!
“Την Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας αποτελούν:
1) Παναγιώτης Μαστροδημήτρης, Πρόεδρος, Ομότιμος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Παν/μίου Αθηνών, Συγγραφέας.”
Τον κύριο Μαστροδημήτρη τον είχα όπως και χιλιάδες άλλοι φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών να μου διδάσκει Ιστορία της Λογοτεχνίας ή κάτι τέτοιο…
Το μάθημά του συνίστατο στην ανάγνωση του βιβλίου του από τον ίδιο σε όλη τη διάρκεια της διδακτικής ώρας. Η ανία, της ανίας, ω ανία…
Όσοι φοιτητές το αντιληφθήκαμε δεν ξαναπατήσαμε στο μάθημά του.
Τέτοιοι… άξιοι ακαδημαϊκοί πολίτες-που προκαλούσαν τα βαθιά χασμουρητά των νέων….- κρίνουν εμβριθώς τη σημερινή λογοτεχνία μας;…