Ένας Θεός ξερει
Στέκεται εκεί αμίλητος και παρατηρεί που γίνονται πράγματα και γράφονται θαύματα κι ένας Θεός ξέρει πόσο, είμαι κι εγώ εδώ, θέλει να πει και να βουτήξει, μα. Είναι μαύρο το νερό αποφασίζει και κρύο φαίνεται πολύ κι ούτε κανείς γνωρίζει σε ποια θάλασσα πηγαίνει, τώρα βέβαια θάλασσα θα ʽναι, πόσο μπορεί οι θάλασσες ταξίδια να διαφέρουν, θυμήσου που ταξίδεψες κι εσύ, μα. Είναι ο καιρός που πέρασε πολύς, πού να το ψάχνει το καφέ του το δισάκι, στο μεσιανό ντουλάπι τʼ άφησες, θυμήσου, πλάι στην τραγιάσκα του Μιχάλη, μα. Είναι που μόνος τα φοβάται τα ταξίδια κι οι φίλοι του όλοι στο ποτάμι βουτηγμένοι, σε φώναξαν και δίστασες, θυμήσου, αν κολυμπήσεις θα τους φτάσεις παρακάτω, μα. Είναι κι αυτός ο αγκώνας που πονάει, μαζέψανε τα χρόνια του αλάτια, ξεκούραση συνέστησε ο γιατρός του, κάποτε έλεγες ξεκούραση τον τάφο, θυμήσου, μα. Πάει καιρός που αψηφούσε τους κινδύνους, και μαύρο μοιάζει το νερό και κρύο κι ούτε που ξέρει σε ποια θάλασσα πηγαίνει και για ταξίδι δεν κινά χωρίς δισάκι και από φίλους έχει μόνο την τραγιάσκα, όλοι προσπέρασαν πού να τους φτάνει τώρα κι είναι κι αυτός ο αγκώνας που πονάει, ξεκούραση συνέστησε ο γιατρός του και στέκει εκεί αμίλητος και βλέπει να γίνονται πράγματα και να γράφονται θαύματα κι ένας Θεός ξέρει πόσο, μα.
Ψιμύθιο
Άργησα το ξέρω. Βιάσου και θα στα λέω, καθώς θα δουλεύεις. Γρήγορα να με φτιάξεις και καλά. Άδειασα τελείως σήμερα. Μην τους αφήσεις να το καταλάβουν. Όχι ότι δεν το ξέρουν, αλλά καλύτερα να μη φαίνεται. Δεν τον έβρισκαν, γιʼ αυτό καθυστέρησα. Λένε πως ταιριάζουμε απολύτως. Πολύ αμφιβάλλω, εγώ ποτέ δεν υποχρεώνω κανέναν να με περιμένει, αλλά αυτοί ξέρουν καλύτερα. Αφού επιμένουν πως ταιριάζουμε, ταιριάζουμε. Του έδωσα κι εγώ την καρδιά μου και να ʽμαι. Όχι, δεν τον είδα, δεν ξέρω γιατί άργησε να εμφανιστεί. Θα φταίει που έδινα. Δυσκολεύεται να πάρει ο κόσμος αυτό που εύκολα του δίνεις, το έχεις παρατηρήσει; Γίνεται επιφυλακτικός. Αρχίζει να το ψάχνει. Κι όσο πιο σπουδαίο είναι αυτό που του δίνεις, τόσο πιο δύσκολος γίνεται. Σου λέει, δεν μπορεί, κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Πώς γίναμε έτσι; Μην απαντάς, άσε με εμένα να λέω και δούλευε. Αύριο στις τρεις. Αύριο στις τρεις με περιμένουν, το ραντεβού κλεισμένο μια βδομάδα τώρα. Σκοπεύω να είμαι στην ώρα μου κι ας άργησε να φανεί τούτος ο τελευταίος, ο που ταιριάζουμε απολύτως. Σκοπεύω να είμαι στην ώρα μου κι όχι όπως-όπως, γιʼ αυτό περιποιήσου με. Βάλε λίγο ακόμη εδώ. Στην κοιλιά. Άδειασα πολύ εκεί. Έτσι. Και στο στήθος. Έτσι. Και τώρα τα μάτια. Να τα προσέξεις ιδιαιτέρως τα μάτια. Μάτια μου με φώναζε. Και τώρα το ίδιο θα λέει. Μάτια μου. Βάψε τα καλά, να μη φαίνονται ραμμένα. Θα την πειράξει αυτό. Σα να έχω, βάψε τα. Σα να έχω και κοιμάμαι. Κι ας το ξέρει πως τα έδωσα κι αυτά.
Λογαρισμοί
Και οι ταβέρνες κομμένες. Τέλος. Επαγγελματίες σου λέει. Αντί να ξεδώσεις, σε αναγκάζουν να μετρηθείς. Πόσοι είστε και πόσοι είστε. Στρώσε, κύριε, το τραπέζι και μη ρωτάς. Τι θα πει πόσοι είστε; Δε βλέπεις πόσοι είμαστε; Εμείς πρέπει να μετρηθούμε; Δεν είναι ότι δε μετριόμαστε, καταλαβαίνεις; Είναι που δε μας αρέσει να λέμε φωναχτά το άθροισμα. Δεν είναι που δε μετριόμαστε, καταλαβαίνεις; Είναι που θέλουμε να ξεχάσουμε το άθροισμα. Δεν είναι που ήρθαμε να κάνουμε λογαριασμό, καταλαβαίνεις; Είναι που ήρθαμε να χάσουμε το λογαριασμό. Στρώσε, κύριε, το τραπέζι και μη ρωτάς πόσοι είμαστε. Δε βλέπεις πόσοι είμαστε; Όλο και λιγότεροι, είμαστε. Όλο και λιγότεροι.
Η Μελωδία της Ευτυχίας
Ο Ρέντης ήτανε τα Σάββατα. Και ντυνόμαστε και στολιζόμαστε και άκρη-άκρη το ποτάμι για Ντούαλ και Αλέα και μελωδία της ευτυχίας. Κι η Χονολουλού τα άλλα Σάββατα. Θάββατο θήμερα, κθέχασες; Σάββατο, ναι. Και πού θα πάμε; Στη Χονολουλού. Έχει έργο εκεί; Απʼ όλα έχει. Και ντυνόμουνα και στολιζόμουνα και περίμενα. Μα ντύθου κι εθύ, θα χάθουμε το έργο. Είναι νωρίς ακόμη. Και περίμενα και περίμενα και τίποτα. Πέσε κοιμήσου. Κι η Χονολουλού; Το άλλο Σάββατο. Θίγουρα; Σίγουρα. Και τι θα δούμε; Ό,τι θες. Το άλλο Θάββατο; Το άλλο. Θτη Χονολουλού; Στη Χονολουλού. Κι έπεφτα και κοιμόμουνα και δε μʼ ένοιαζε που τίποτα. Ερχόταν η Χονολουλού στο κρεβάτι με τα Ντούαλ της και τις Αλέες της και τις μελωδίες της ευτυχίας, ίδια ο Ρέντης, άκρη-άκρη στο ποτάμι. Ωραία. Ωραία κύλησε ο καιρός μου άκρη-άκρη στο ποτάμι, ωραία κύλησε ο καιρός μου, ωραία κύλησε. Ωραία. Μα τώρα πώς θα γίνει; Πώς θα γίνει γαμώτο; Πώς θα γίνει να ξαναβρεθώ Χονολουλού τα Σάββατα; Κι ας τίποτα; Πώς θα γίνει;
Κομμός Spring Breakdown rip
Εισιτήρια, εξιτήρια, διαγράμματα παρακολούθησης ζαχάρου, μέτρηση ούρων ζαχάρου, νοσηλευτική πορεία, φύλλο νοσηλείας, πλάνα ορρών 2/ώρου, οικειοθελής έξοδος, πλάνα θαλάμου, διαγράμματα 3/ωρης παρακολούθησης, εντολές νοσηλείας, εντολές νοσηλείας εντατικής, έντυπα συγκατάθεσης ασθενών και συγγενών, ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου, α, ρε Θάνο! Τι μανία κι αυτή να μαζεύεις χαρτιά με τʼ όνομά σου.
Χωρίς Σχόλια
Γιατί είναι φορές που θέλεις να ουρλιάξεις και να ξέρουν όλοι πως είναι δικό σου το ουρλιαχτό. Δικό σου και κανενός άλλου. Ούτε κάποιου αφηγητή που σκαρφίστηκες, ούτε κάποιου ρόλου που υποδύθηκες. Όλο δικό σου. Γιατί πονάς για άνθρωπο που χάνεις και που τον βλέπεις να λιώνει μέρα με τη μέρα και να παραδίνεται. Και γιατί γνωρίζεις πως δεν φέρνεις κουκουβάγιες στην Αθήνα, γεμάτη η Αθήνα από παραθύρια με κουκουβάγιες που κρώζουν την απώλεια τις νύχτες. Τι συμβαίνει, γείτονα; Ό,τι και σε σένα. Ό,τι τώρα, ό,τι χτες, ό,τι αύριο. Γίνε πέτρα, γείτονα, γίνε χαράκι, γίνε ουρανός. Χωρίς στόμα. Μόνο αυτιά έχε. Κι άσε με να ουρλιάζω. Χωρίς σχόλια.
Του θαλάμου 6 American Pie movie download Fat Girls psp
Βλάκες! Βλάκες! Ποιος σας είπε πως ήθελα να προλάβετε, ε; Ποιος σας το ʽπε; Στέκεστε όλοι πάνω μου και συχαρίκια δίνετε ο ένας σας στον άλλον. Που προλάβατε. Και τώρα, υποθέτω, ευχαριστώ πρέπει να πω κι ευγνωμοσύνη να ʽχω. Γιατί προλάβατε. Α, πώς με πνίγει αυτή η ανθρωπιά σας! Πώς την αλήθεια την καρφώνει στο λαιμό μου! Και δε φωνάζω, όχι, γιατί φριχτή αγένεια η αλήθεια μου στα μάτια σας θα φάνταζε. Και αγενής ποτέ δεν ήμουν. Ανάξιος μόνο. Στη ζωή. Και στο θάνατο. Κι όμως, λίγο ακόμη. Λίγο ακόμη ήθελα να προλάβω. Εσάς τους σπλαχνικούς. Εσάς, που ανακατεύεστε εκεί που δε σας σπέρνουν. Εσάς. Που με προλάβατε.
Παρουσίαση από τον Γιώργο Μίχο
Η Ουδέν εμφανίστηκε με μηδενικές προθέσεις, δεν δημοσιεύει πολύ, αλλά παράγει κείμενο αξιόλογο. Με ισχυρές αντιστάσεις στον αφρώδη λόγο και από παιδεία και από σεβασμό στις αναγνώσεις της, ακολουθεί έναν υπομονετικό δρόμο, και μερικές φορές, η μηδενική θέση που επέλεξε σαν αφετηρία της γραφής της παράγει μικρές εκρήξεις ουράνιων τόξων σε όσους κάνουν τον κόπο να σκύψουν στα γραφτά της. Από τις σοβαρότερες παρουσίες ήθους και γραφής στα ιστολόγια.











Ξέρει ο Βασίλης και σʼ έβαλε στον πλάγιον άνεμο, σαν μια ειλημμένη απόφαση
να φεύγεις, με τα μαύρα ίσια πατήματα στραμμένη προς τον ορίζοντα, αξιόλογη
Και γω εκεί σε βλέπω να με κερδίζεις, με την παρατακτική και το ασύνδετο της έντασης, με την ταπεινοσύνη και την καθαρότητα του λογοτέχνη ανθρώπου που γράφει ζωή, πονούσα αποτελεσματικά
Από τις μεγαλύτερες χαρές μου, όταν ανακάλυψα , και το εννοώ, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, τα γραπτά και τη γραφή σου
καιρό πριν, να μου προσφέρεις μιαν προέκταση υπόγειας σκάλας, να κατεβαίνω κι άλλο γραπτά μες στους ανθρώπους
« Όχι που θα σʼ άφηνα, έστω κι αργά να φύγεις από κει, δίχως να σου ευχηθώ καλό καλοκαίρι…»
κι έτσι δεν μπορώ ούτε εγώ ο συγκινημένος, τώρα μάλιστα που βρήκα τη δημόσια ευκαιρία, να μην αφήσω μιαν προτροπή να ρθουν να σε διαβάσουν μήτε να σʼ αφήσω δίχως μιαν ευχαριστία , ένα καλοκαίρι πάσης εποχής για τη συνέχειά σου
ξεχάσατε
αυτό το μικρό διαμάντι:
Θητεία
Τώρα φυτεύω λουλούδια. Γεράνια. Γεράνια, κυρίως. Που αντέχουν. Θέλω πολλή δουλειά ακόμη. Όταν αρχίσω να φυτεύω παπαρούνες, θα μου επιτρέψω να σε σκεφτώ.
Είναι που οι παπαρούνες, εκτός από πορφυρές, εκτός από τη φλόγα στα ντελικάτα και σχεδόν διάφανα πέταλά τους, έχουν και το όπιο που κοιμίζει. Τα λεπιδόπτερα και λοιπά.
Εφήμερες, ανθός του πρόσκαιρου, της μιάς ημέρας σχεδόν. Του απίστευτα λίγου, λες και είναι μια μόνη σπίθα ενός αναπτήρα που διαμιάς έλαμψε και ύστερα πάει εχάθη. Εφήμερη και παροδική η άνοιξη του φωτός. Και πώς παρασύρει ύστερα ο αέρας τα πέταλα πέπλα τους, κι αφήνει το πράσινο στέμμα μόνο του να βαστά φυλακισμένη την εξάρτηση, την νάρκη…
Τον ύπνο.
Ενδίδοντας σε αυτές, υποκύπτοντας στην ομορφιά τους, χαριζόμαστε στο εύθραυστο, το που είναι προορισμένο σύντομα να σβήσει
(όπως όλα)
Μα μια θητεία στις αντοχές, θα επιτρέψει στην σκέψη ίσως κάποτε ξανά να εγερθεί ισχυροτέρα τόσο ώστε να αγγίσει μέχρι κι αυτό που ήξερε να φεύγει. Αυτό που εχάθη.
Κι ο ύπνος να μην είναι απειλή.
Το κείμενο-ποίημα της Ουδέν είναι από τα ωραιότερα που διάβασα ποτέ. Μες την λιτότητά του, στα σέπαλα των λέξεών του, κρατά την ωραιότητα του άνθους-νοήματός του.
Πάνω του, σαν δάκρυ πρωινής πάχνης, λάμπει ιριδίζουσα η αξιοπρέπεια της λύπης του. Και το στέφει.
Η ιστορία ξεκινά απρόσμενα κάπου απ’ τη μέση.Το νήμα της πλοκής ξετυλίγεται αργά,πρόταση την πρόταση,ένας θεατρικός συνήθως εσωτερικός μονόλογος αποκαλύπτει μεθοδικά πρόσωπα,σχέσεις και καταστάσεις,ενώ το τέλος, δοσμένο άλλοτε ελλειπτικά κι άλλοτε…λυγμικά,σε οδηγεί σε πρωτόγνωρη συναισθηματική πύκνωση.
Όπως και να προσεγγίσει κανείς το έργο της “Ουδέν”,του αγαπημένου μου “Τίποτα”, το μεγαλείο της γραφής θα το εισπράξει.
Αληθινή απόλαυση το κάθε της κείμενο.Οικονομία λόγου,στο έπακρο καλοδουλεμένη έκφραση,ορισμός της λιτότητας που προκαλεί μικρές φωταγωγίες από συναισθήματα που εκρήγνυνται.
Τίποτα,θέλω να σε διαβάζω συχνότερα!
λοιπόν, διάβασα μόνο το πρώτο κείμενο!
σκέτο τραγούδι.
ένα τραγούδι. πρόζα με στίχους σε βηματισμό.
πώς η γραφή μιμείται τα τσαλίμια της σκέψης κι είναι σαν να χορεύει.
υπέροχο κείμενο.
ανόθευτο, αληθές, εκπληκτικό.
εκπληκτικό.
Τρεις μέρες πριν, κόντεψα το σπίτι μου να κάψω. Με πήρε ο ύπνος την ώρα που τηγάνιζα πατάτες. Έτσι απλά. Με πήρε ο ύπνος. Για δες, λέω. Από το τίποτα στο τίποτα, ούτε ένα σπίρτο, να ‘χω κι εγώ να πω «έκανα κάτι». Και τώρα αυτό. Όλοι εσείς με τα δώρα σας. Κι ακόμη Χριστούγεννα δεν είναι. Μπαίνω και ξαναμπαίνω απ’ το πρωί και, ναι, καμαρώνω, γιατί γράφουν έτσι για μένα άνθρωποι που εκτιμώ και σέβομαι. Δεν ντρέπομαι να το πω. Και το έδειξα και στους συναδέλφους μου. Ούτε αυτό ντρέπομαι να πω. Έτσι το έδειξα. Σα σπίρτο. Για την περίπτωση που θα με ξαναπάρει ο ύπνος την ώρα που θα τηγανίζω τις πατάτες. Σας ευχαριστώ πολύ.
“Έτσι το έδειξα. Σα σπίρτο. Για την περίπτωση που θα με ξαναπάρει ο ύπνος την ώρα που θα τηγανίζω τις πατάτες.”
Αυτό είναι το “Τίποτα”: ένα σπίρτο που το άναμμά του ξαφνιάζει τ’ ασυνήθιστα στο φως μάτια μας…
Βλέπω το Γιάννη τον Κυριαζή, που ʼναι και φίλος, που δεν άντεξε να μην επιστρέψει, ξαναγράφοντας για την Ουδέν και πολύ το χάρηκα
Δεν τον καλύπτει ό,τι καλό κι αν πει, το θεωρεί λίγο
Πρώτα γιατί διαθέτει την πυξίδα, σαν τ’ αγριοπερίστερα, και ξέρει από σωστό προσανατολισμό προς το γνήσιο μέρος του λόγου και πιο πρώτα πώς αυτό μεταφράζεται σιγά σιγά σε μιαν ανυστερόβουλη, καθαρή αγάπη, στο εξαίσιο αυτό συναίσθημα που σου δημιουργεί η ευλογία του άλλου στη γραφή. Είναι μεγάλο κέρδος
Γιάννη τέτοιοι άνθρωποι δεν σε διαψεύδουν ούτε κι αν τους γνωρίσεις κι από κοντά, εννοώ στις διαστάσεις της καθημερινότητας φθοράς, είμαι σίγουρος, γιατί υπάρχει συνήθως μια ομότιμη αντιστοιχία ανθρώπου-ταλέντου, δεν είναι δηλαδή ξεκάρφωτο το ένα απ’ το άλλο- και δε μιλώ για ελάχιστες εξαιρέσεις
Μιλάω και εκ πείρας με άλλους αξιόλογους της γραφής, που ευδόκησε και τους γνώρισα με σάρκα και οστά μετά από αρκετόν καιρό αναγνωστικής επικοινωνίας και η σίγουρη γνώμη εκ του μακρόθεν επαληθεύτηκε στο επίπεδο του ανθρώπου, στο εξ επαφής
Mακάρι κάποτε αυτό να γίνει και μʼ αυτό το κορίτσι το ευλογημένο
(επέστρεψα κι εγώ, λοιπόν όπως ο Γιάννης, να, τώρα που το βλέπω αυτό έκαμα)
Ποιείν καλή συνέχεια!
Γράφω μεροληπτικά, βέβαια, ως Ρεντιώτης.
Αξιόλογη η παρουσία της εδώ, μα και στο σχόλιό της έξοχη.
Να αντιγράψω και κάτι.
“Πώς θα γίνει να ξαναβρεθώ Χονολουλού τα Σάββατα; Κι ας τίποτα;”
Καλή συνέχεια.
Μια μάγισσα της μικρής φόρμας. Επιπλέον στοιχηματίζω στη μαγειρική της ικανότητα. Αν κρίνω από τα εξαίρετα υλικά, τη τσιγκουνιά στα μπαχάρια, την Οικονομία. Ναι, την οικονομία μιας πλούσιας συγκίνησης
Όσο διαβάζεις τόσο
μαθαίνεις.
Όσο μαθαινεις τόσο
λυπάσαι.
Όσο λυπάσαι τόσο
ζηλεύεις.
Όσο ζηλεύεις τόσο
παρακαλείς να πιείς
ΟΥΔΕΝ