Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις, Αφίξεις

Σωτήρης Παστάκας, Εγκόλπιο του καλού αναγνώστη, Ενδυμίων, 2010


Εξώφυλλο: Στράτος Φουντούλης

Μικρή απολογία της ποίησης

Ίσως, οι απόπειρές μας να καθορίζουμε τάσεις και ρεύματα στην ποίηση των τελευταίων χρόνων, δεν αποτελούν παρά ευγενή ονειροπολήματα, διπρόσωπες χίμαιρες, απραγματοποίητους πόθους. Αφού δεν μπορούμε να γράψουμε μια ιστορία της ποίησης, αναλισκόμαστε κάθε τόσο, με τη λήξη σχεδόν του ημερολογιακού έτους, στο μάταιο εγχείρημα να ιστορίσουμε τα επιφαινόμενά της. Η γενική μας διαπίστωση και το μόνιμο παράπονο για την απουσία, στις μέρες μας, ενός ισχυρού “ποιητικού δόγματος”, κερδίζει αναμφίβολα και πολύ εύκολα την κοινή αποδοχή. Η ποίηση στις μέρες μας, τα τελευταία τριάντα χρόνια ας πούμε, σύμφωνα και με τον Ευγένιο Αρανίτση, αφού περιέγραψε τις ήττες του κόσμου, υμνεί άμεσα ή έμμεσα και τη δική της ήττα. Όταν λέμε πως υμνεί, ίσως υπερβάλουμε: είναι ακριβώς η αδυναμία να υμνήσει την ήττα της, που αποτελεί την προσωπική της ήττα. Για τις ιστορικές και ιστορίζουσες αντιλήψεις μας, το γεγονός φαντάζει τελεσίδικο κι απρόσβλητο. Μόνον που η ποίηση αρνείται την ιστορική της συνέχεια, και υπερβαίνει τις λογικές κατηγοριοποιήσεις μας.
Θα μπορούσαμε να πούμε, ξεχνώντας για λίγο τις σχολές και τα δόγματα, πως αυτά ήταν δυνατά την εποχή που η ποίηση κατοικούσε μέσα στα ποιήματα. Από το 1950 και μετά, φαίνεται πως η ποίηση δεν βρίσκεται πλέον μέσα στο φυσικό της φορέα, το ποίημα. Σε εκείνο μπορούμε να αναζητήσουμε μόνον κάποια στοιχεία που μπορούν να την προκαλέσουν, αόριστες νύξεις και μαγικές επικλήσεις που καθιστούν εφικτή την παρουσία της, σαν μουσικό προανάκρουσμα, σαν αχνό και πρόχειρο ιχνογράφημα που μας δίνει μόνον μια ιδέα των χαρακτηριστικών του προσώπου. Η ποίηση έκτοτε, βρίσκεται κάπου αλλού, εκτός. Γι’ αυτό, ίσως, γνωρίζει επιτυχία μόνον όποιος είναι ικανός να υπαινιχθεί την παρουσία της, πέρα και υπεράνω των πενιχρών του μέσων, των στίχων δηλαδή, όπως ο Μπόρχες.
Δεν είναι τυχαίο πως ο συγκεκριμένος ποιητής φαντάζει ως ο κύριος δημιουργός του δεύτερου ημίσεως του αιώνα μας: ήταν από τους πρώτους που διαπίστωσε πως το ποίημα αρχίζει πλέον εκεί που τελειώνουν οι λέξεις. Επιστράτευσε, λοιπόν, όλες τις λέξεις που μπορούσε να μαζέψει, στους πλέον απίθανους συνδυασμούς, σε έμμετρους και ελεύθερους στίχους, ελεγείες, σονέτα, καταλόγους, επικά κι αφηγηματικά ποιήματα, διηγήματα και δοκίμια. Κι επίσης, κριτικές, βιβλιοπαρουσιάσεις, συνεντεύξεις, αστυνομικά διηγήματα και φιλοσοφικά πονήματα. Ήξερε πως στις μέρες μας δεν γράφονται ποιήματα.
Το γνώριζε και ο Εουτζένιο Μοντάλε, ο οποίος παρ’ όλο το κουράγιο του δεν μίλησε ποτέ για ποιήματα, αλλά για στίχους και μόνον, αποδίδοντας στη συγκεντρωτική συλλογή των ποιημάτων του τον τίτλο “Τα άπαντα των στίχων”. Αυτή η σμίκρυνση του ποιήματος σε στίχους ήταν ίσως, η καθαρότερη ματιά για την πορεία της ποίησης μετά την “Έρημη χώρα” του Έλιοτ. Ήρθε όμως, ο Πάουλ Τσέλαν, κι έσπασε ακόμη κι αυτόν τον μοναχικό στίχο σε αλλοπρόσαλλες, μέσα στην απόλυτη γύμνια τους, λέξεις. Αλήθεια, πότε γράφτηκε το τελευταίο ποίημα;

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μιχάλης Μαραγκάκης, Κανένα κενό στα ανθρώπινα δικαιώματα, καθόλου έδαφος στη βία

Κανένα κενό στα ανθρώπινα δικαιώματα,
καθόλου έδαφος στη βία

Η τραγική δολοφονία του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου μάς συγκλόνισε όλους, ήταν σαν να δολοφονήθηκε το δικό μας παιδί, ο συμμαθητής μας, ο γείτονάς μας. Τον Δεκέμβρη του 2008 ξεχείλισε η οργή, δεν αντιμετωπίστηκαν όσα δημιουργούν μια εκρηκτική κατάσταση στην κοινωνία και –κυρίως μεταξύ των νέων ανθρώπων που νιώθουν όλο και περισσότερο ότι χάνεται η ελπίδα– και τελικά η βία επισκίασε τις κινητοποιήσεις. Η δολοφονία του Αλέξανδρου άνοιξε το καπάκι και ελευθέρωσε την κοινωνική βία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Είναι χρέος όλων μας, των πολιτικών κομμάτων, των γονέων, των εκπαιδευτικών και όλων των κοινωνικών φορέων, να αναζητήσουμε με νηφαλιότητα τους τρόπους που θα διασφαλίσουν ότι δεν θα ξανα-υπάρξει αστυνομική αυθαιρεσία και ατιμωρησία, δεν θα ξανασυμβεί ποτέ τέτοιος θάνατος και δεν θα ανατροφοδοτείται με πράξεις αντεκδίκησης –και μάλιστα τυφλές– ο αδιέξοδος δρόμος της βίας. Είναι ανάγκη να μετατρέψουμε τα αισθήματα οργής που κυριαρχούν στην νεολαία σε ένα κίνημα για πολιτικές και θεσμικές αλλαγές που θα ενδυναμώσουν την κουλτούρα της μη βίας και τη δημοκρατία. Στόχος είναι να απομονωθούν οι θύλακες βίας που πυροδοτούν εντάσεις, τόσο εντός του κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού, όσο και στην κοινωνία.
Ο όλος χειρισμός της δολοφονίας του Αλέξανδρου από την τότε κυβέρνηση έριξε λάδι στη φωτιά. Η ανάληψη των πολιτικών ευθυνών και ίσως η παραίτηση του υπεύθυνου υπουργού θα μπορούσε να είναι το πρώτο βήμα για να εκτονωθεί σταδιακά η οργή και η κλιμάκωση της βίας. Η τότε κυβέρνηση δεν το επέλεξε. Δεν υπήρξε μια ουσιαστική, δημοκρατική συζήτηση, ούτε πολιτικά συμπεράσματα, τόσο σε σχέση με τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, όσο και για τους λόγους που οι κινητοποιήσεις επισκιάστηκαν από τη βία – και κυρίως για το πως θα αναπτυχθεί μια κουλτούρα και πολιτικές συμμετοχής των νέων ανθρώπων στη διαμόρφωση των εξελίξεων που τους αφορούν. Παράλληλα, όμως, ένα αξιοπρόσεκτο κομμάτι των νέων και της κοινωνίας με καθιστικές διαμαρτυρίες και μη βίαιες κινητοποιήσεις προσπάθησε να μιλήσει για την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας που είχε πληγεί από τη σφαίρα του ειδικού φρουρού.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Παναγιώτης Πάκος, “Περί λογοκλοπής και άλλων δαιμονίων”

Ι. Η υπόθεση Kiš 1

Η διεθνής φήμη του Danilo Kiš προέκυψε, ως ένα βαθμό, ως αποτέλεσμα της υπόγειας, αλλά άγριας 6ετούς διαμάχης μεταξύ των λογοτεχνικών κύκλων της Γιουγκοσλαβίας σχετικά με το μυθιστόρημά του, Ένας τάφος για τον Μπόρις Νταβίντοβιτς. […] Για να κατανοήσει κανείς το σκάνδαλο, χάρη το οποίο έγινε διάσημος ο Kiš (εάν δεν γινόταν ούτως ή άλλως χάρη στο ταλέντο του), πρέπει να ανατρέξει στο κλίμα της γιουγκοσλαβικής λογοτεχνικής κοινότητας στα τέλη της δεκαετίας του 1970.
Παρόλο που η δομή του γιουγκοσλαβικού συστήματος φαινομενικά υποσχόταν στους συγγραφείς έναν σχετικό βαθμό ελευθερίας, τα λογοτεχνικά ιδρύματα—περιοδικά, επιτροπές απονομής βραβείων, πανεπιστημιακά τμήματα—ελέγχονταν από μια εδραιωμένη ομάδα λογοτεχνών που ακολουθούσαν την κομματική γραμμή. Επιπλέον, κάποιοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, ειδικά μεταξύ των γραφειοκρατών σε θέματα πολιτισμού, ενδεχομένως να θεωρούσαν, μυστικά, προτιμότερη την άμεση λογοκρισία και τον σταλινισμό, από τις διαβουλεύσεις που απαιτούνταν για τον αποκλεισμό ενός ιδεολογικά «ακάθαρτου βιβλίου» από τα ράφια των βιβλιοθηκών. Η “υπόθεση Kiš” έγινε, λοιπόν, η απροσδόκητη αποκάλυψη της αδικαιολόγητης επιτυχίας και της ξεδιάντροπης συμφεροντολογίας των εκλεκτών που διοικούσαν αυτά τα ιδρύματα. Ιδιαίτερα καθώς το σκάνδαλο παρατεινόταν, καταστρέφοντας την καριέρα και τη φήμη πολλών γραφειοκρατών, μπορεί κάποιος να φανταστεί πόσο πολύ αυτοί οι νομιμόφρονες κρατικοί υπάλληλοι εύχονταν να επέμβει το κράτος για να υποστηρίξει τους ανθρώπους του, φιμώνοντας τους βλάσφημους παρείσακτους. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νάσος Βαγενάς, “Λογοκλοπία και ποιητικός λόγος”, (αναδημοσίευση)

Είναι δυνατόν να διαπραχθεί λογοκλοπή από ένα ποιητικό κείμενο γραμμένο σε μια ξένη γλώσσα; να κλέψει ένας Ιταλός ποιητής ένα ποίημα (ή από ένα ποίημα) ενός Αγγλου ποιητή, ή ένας Γερμανός το ποίημα ενός Ισπανού; Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ο Ρένος Αποστολίδης στο περιοδικό του Νέα Ελληνικά κατηγορούσε τον Γιώργο Θέμελη για λογοκλοπή από τον Πωλ Βαλερύ. Σε ένα κείμενό του, αποκαλυπτικό, όπως έγραφε, του εγκλήματος, αντιπαρέθετε στίχους του Γάλλου με στίχους του Ελληνα ποιητή ως αποδεικτικούς της κατηγορίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Τίμος Μαλάνος στο βιβλίο του Η ποίηση του Σεφέρη, μιλώντας για την επίδραση της ποίησης του Ελιοτ στην ποίηση του Σεφέρη, κατέληγε στη βεβαιότητα ότι ο Ελληνας ποιητής «δεν εδημιούργησε, αλλά μετέφερε στην [ποιητική] γλώσσα μας ένα καινούργιο γούστο». Αλλά και σήμερα η άποψη ότι η λογοκλοπή από ένα ξενόγλωσσο ποίημα είναι δυνατή θεωρείται από τους περισσότερους αυτονόητη, αν κρίνουμε από την ανάγκη ενός ποιητή να δώσει εξηγήσεις, επειδή κατηγορήθηκε ότι αντέγραψε στίχους ενός ξένου ποιητή.

Αναφέρομαι στο κείμενο «Περί “λογοκλοπής” και άλλων “ποιητικών αμαρτημάτων”» (που δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Ποιητική ), με το οποίο ο εν λόγω ποιητής αντικρούει την κατηγορία ότι ένα μεγάλο μέρος ενός ποιήματός του αποτελείται από στίχους που αντέγραψε από ομότιτλη σύνθεση μιας Καναδέζας (αγγλόφωνης) ποιήτριας. Η αντίκρουση θα ήταν περιττή (ο απαντών λέει σε αυτήν τα αυτονόητα, για όσους γνωρίζουν τι ακριβώς είναι ο ποιητικός λόγος), αν η κατηγορία, που διατυπώθηκε από άνθρωπο ελάχιστα σχετικό με τα ποιητικά, δεν είχε απήχηση και δεν συζητιόταν σοβαρά στους λογοτεχνικούς κύκλους. Καθώς η υπόθεση έχει ενδιαφέρον, ακριβώς επειδή θεωρήθηκε σοβαρή, θα προσθέσω στην απαντητική επιχειρηματολογία μερικές ακόμη (που θα έπρεπε κι αυτές να είναι αυτονόητες) παρατηρήσεις.

Τι εννοεί κανείς όταν πιστεύει πως ανακαλύπτει ότι ένας ποιητής αντέγραψε τους στίχους ενός ξενόγλωσσου ποιητή; Τι ακριβώς αντέγραψε ο θεωρούμενος λογοκλόπος; Είναι αναμφισβήτητο ότι η γλώσσα της λογοτεχνίας είναι διαφορετική από τη μη λογοτεχνική γλώσσα, επειδή η υφή της είναι διαφορετική. Μπορεί κανείς να αντιγράψει στη γλώσσα του την υφή ενός ξενόγλωσσου ποιητικού κειμένου;

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αφωτίστου Φιλέλληνος, Σχέδιο αφηγήματος “ΔΕΚΑ ΕΞΙΜΙΣΗ ΝΟΕΜΒΡΗ”


(ΕΝΩ ΕΧΕΙ ΔΙΑΝΥΘΕΙ Η ΜΙΣΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ 16 ΝΟΕΜΒΡΗ
ΚΑΠΟΙΑ ΑΛΛΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΠΡΙΝ ΕΡΘΕΙ Η 17 ΝΟΕΜΒΡΗ 1973)
ΚΑΙ ΑN ΓΙΝΟΤΑΝ ΕΤΣΙ;

Σκηνή πρώτη :
(Παρασκευή απόγευμα 16 Νοεμβρίου 1973)

Μετά από τριήμερη κατάληψη του Πολυτεχνείου, και εξαιτίας της καταπίεσης, της πρωτόγνωρης φτώχειας και των προβλημάτων λόγω της πρώτης ενεργειακής κρίσης, ο λαός της Αθήνας, έχει συγκεντρωθεί στο κέντρο της πόλης και οι πιο επαναστατικοί ήδη έχουν καταλάβει κρατικά κτίρια.

Βέβαια, φάνηκε κάτι περίεργο : ανάμεσα στο επαναστατημένο πλήθος που ήδη από το βράδυ της Πέμπτης είχε καταλάβει κρατικά κτίρια, είχαν ανακατευτεί και έλληνες φοιτητές από την Ιταλία και την Γαλλία, με μερικούς “φιλέλληνες” επαναστάτες από τον Μάη του 68, φέροντες όπλα που τα είχαν εισάγει σταδιακά και λαθραία τα καλοκαίρια, από το ’70 κι ύστερα, την περίοδο των διακοπών.
Δυό μελαχροινές κοπέλες η Μαρίνα και η Αρετή και δύο φοιτητές, o Λάκης με λεπτά χαρακτηριστικά και κατσαρά μαλλιά κι ο Μάκης, συντοπίτης των δυό φοιτητριών, κοντός με ελάχιστο λαιμό απ’ όπου φύτρωνε ένα πελώριο κεφάλι, από την κατάληψη του Πολυτεχνείου μιλάνε με έναν αγριεμένο νέο φοιτητή που γυάλιζε το μάτι του, τον Λέοντα.

Ο Λέων, ήταν ο γεροδεμένος μοναχογιός αριστερού μικροεργολάβου, ντυμένος με αμπέχωνο, χοντρό μπουτζίν και άρβυλα, αξύριστος. Έσερνε μια μπετόβεργα μήκους ενός μέτρου, διαμέτρου 12 χιλιοστών, που την είχε προσάγει για αυτοάμυνα μαζί με τσέρκια από κοντινή οικοδομή για να κάνει “φιόγκο” τις πόρτες της περίφραξης του ΕΜΠ.
Πρώτος μίλησε o Λάκης :

– “Ο αέρας μυρίζει μπαρούτι , πρέπει να διαλύσουμε την κατάληψη”.
– “Μα τι λετε τώρα , ο λαός έχει ξεσηκωθεί, δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω θα γίνουμε ρεζίλι”, είπε ο Λέων
– “Είσαι προβοκάτορας”, του είπε προκλητικά o Λάκης.

Ήδη από την Τετάρτη, οι οργανωμένοι φοιτητές προσπαθούσαν να σταματήσει η κατάληψη, γιατί δεν μπορούσαν να ελέγξουν το αυθόρμητο.

Η Μαρίνα, μία νοστιμούλα φοιτήτρια, μέλος της ΑΝΤΙΕΦΕΕ , κόρη αξιωματικού της χωροφυλακής, με ένρινη φωνή του είπε :

-“Συνάδελφε έχει δίκιο ο Λάκης, αν δεν φύγουμε θα χυθεί αίμα.”
-“Πρέπει να κρατήσουμε τις Θερμοπύλες”, είπε ο Λέων και σκέφθηκε ότι έπρεπε να δέσει με πρόσθετους φιόγκους από τσέρκια τις σιδερένιες πόρτες της Στουρνάρη και της Τοσίτσα
-“Είσαι προβοκάτορας”, επανέλαβε ο Λάκης.

Διαβάστε περισσότερα