Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αρχοντούλα Διαβάτη, «Μνήμη Νίκης Μαραγκού»

 

 

Γνωριστήκαμε στην Διεθνή έκθεση βιβλίου, στην πόλη μου, μπρος στο σταντ του Ροδακιού όπου είχες εκδώσει τότε το Γιατρό από τη Βιέννη κι εγώ Στη μάνα του νερού. Ανταλλάξαμε τα βιβλία μας με αφιέρωση, εγώ γεμάτη προσδοκίες για την τύχη του πρώτου βιβλίου κι εσύ συγκρατημένη – είχες πίσω σου δρόμο μακρύ στην ποίηση και στη ζωγραφική, στη δραματουργία και στο παραμύθι, στα διηγήματα, στις μεταφράσεις και στο μυθιστόρημα. Πολυβραβευμένη, καταξιωμένη, μια τυχερή γυναίκα.

Επικοινωνούσαμε με μηνύματα ηλεκτρονικά που γεφυρώνονταν με επισκέψεις ανάμεσα στα άλλα ταξίδια σου ξανά και ξανά στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένη κάθε τόσο από συλλόγους και σε συνέδρια ή σταθερά καλεσμένη στη Διεθνή Έκθεση. Και μια δική μου επίσκεψη υπήρξε μια φορά, στη Λευκωσία, μαζί και μια παρουσίαση του βιβλίου μου στον ΚΟΧΛΙΑ, στο δικό σου βιβλιοπωλείο, από σένα βέβαια με τη γνωστή σου γενναιοδωρία, και αυτή την παράξενη ακτινοβολία ενός πνευματικού ανθρώπου με γνώση και καλοσύνη.

Και τα μηνύματα συνεχίστηκαν – ευχές και ποιήματα και φωτογραφίες ταξιδιών και μικρά κείμενα ή ανήσυχες αιτιάσεις κάποτε- από μένα κυρίως για τη δύσκολη δημιουργικότητα τη δική μου ή τον αρνητισμό των εκδοτών. Τα νέα βιβλία μας που προκύψανε τα ανταλλάξαμε και πάλι.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νότης Γέροντας (1953-2007), Τρία ανέκδοτα πεζά (επιμέλεια: Μαρία Πρασσοπούλου)

 

Η ΣΤΑΣΗ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΖΩΗ

Η στάση ενός ανθρώπου απέναντι στη ζωή μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα εξετάζοντας τον τρόπο που αντιμετώπιζε όταν ήταν παιδί τα παιχνίδια του.
Ο μπαμπάς φυλά ακόμη στο πατάρι τα παιχνίδια του διατηρημένα σε καλή κατάσταση και πολλές φορές του αρέσει να τα κοιτά και να μας τα δείχνει.
Όταν ήμουν μικρός μου’ χε χαρίσει μερικά από τα δικά του επειδή είχα εκδηλώσει την επιθυμία να τα αποκτήσω αλλά όσα δεν πρόλαβε να μου τα πάρει πίσω καταστράφηκαν ή χάθηκαν μαζί με τα δικά μου.
Μου’ χε δώσει καμιά δεκαριά μολυβένιους στρατιώτες, ένα μικρό τάνκς-σφυρίχτρα, ένα ξύλινο αλογάκι, μια άμαξα ινδιάνικη, γύρω στις δώδεκα μπίλιες, ένα ξύλινο σπαθί και άλλα.
Απ’ αυτά δεν σώζεται παρά μόνο η σφυρίχτρα τάνκς τοποθετημένη πάνω στη βιβλιοθήκη μου.
Σ’ όλη την παιδική μου ηλικία μου αγόραζαν συνεχώς παιχνίδια τόσο η μαμά και ο μπαμπάς όσο και οι διάφοροι συγγενείς και φίλοι που ερχόντουσαν συχνά σπίτι.
Πολλές φορές εκδήλωνα κι εγώ ο ίδιος την επιθυμία για κάποιο ιδιαίτερο παιχνίδι που είχα δει στη βιτρίνα ενός μαγαζιού με το σκοπό να το αποκτήσω στη γιορτή μου ή τα χριστούγεννα.
Η μεγαλύτερη ευχαρίστηση ήταν όταν τα δεχόμουνα. Συγκεκριμένα όχι ακριβώς τη στιγμή που το πρωτοκρατούσα στα χέρια μου τυλιγμένο με όμορφα χρωματιστά χαρτιά εφόσον η μισή ευχαρίστηση που ένιωθα εξαφανιζόταν από την ανάγκη να εκφράσω την ευγνώμοσύνη μου, να δείξω χαρούμενος, πολλές φορές να δηλώσω ότι θα το προσέχω και συνήθως παρεμβάλλοντας το παιχνίδι να υψώνομαι στις μύτες των ποδιών μου για να φιλήσω την κυρία τάδε στο μάγουλό της καρφωμένος από τα μάτια της μαμάς και του μπαμπά που δεν παρέλειπαν να κατασκοπεύουν τον τρόπο που εκδήλωνα τα αισθήματά μου αλλά λίγο αργότερα όταν το ‘παιρνα στο δωμάτιό μου, κάθιζα στο κρεβάτι, το ’βαζα στα γόνατά μου και αν δεν μου’ χαν πει τι είναι προσπαθούσα να μαντέψω.
Θα το κουνούσα για να δω αν κάνει κάποιο θόρυβο, είναι βέβαιο ότι θα το μύριζα γιατί από τότε είχα την συνήθεια να μυρίζω όλα τα πράγματα και ιδιαίτερα τα καινούργια, θα το στρυφογύριζα και μετά θα το άνοιγα.
Το άνοιγμα ήταν άτσαλο* ποτέ δεν θα πήγαινα στη κουζίνα να φέρω το ψαλίδι για να κόψω τον σπάγγο αλλά θα προσπαθούσα με τα χεράκια αν ήταν σκληρός με τα δόντια. Τα χαρτιά θα τα κατάσχιζα και θα τα ’κανα ένα κουβάρι που θα το ‘ριχνα οπουδήποτε. Μετά θα ’βλεπα τι παιχνίδι ήταν κι αν βρισκόταν μέσα σε κουτί θα το άνοιγα. Ποτέ δεν θα ήθελα να παίξω με το καινούργιο παιχνίδι αμέσως αλλά θα ανέβαλα για αργότερα ή για την άλλη μέρα προτιμώντας να το σκέφτομαι καινούργιο κι ανέγγιχτο σε μια γωνιά του δωματίου μου ή πάνω στο τραπέζι. Πάντα δήλωνα από μέσα μου ότι μου αρέσει πολύ, πάρα πολύ και ότι θα περνούσα πολλές ευχάριστες ώρες παίζοντας μαζί του σε μια προσπάθεια να εξαπατήσω τον εαυτό μου που γνώριζε ότι καμιά ιδιαίτερη αίσθηση δεν μου’ χε κάνει και ότι θα ακολουθούσε κι αυτό τη μοίρα των άλλων.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βάιος Μπαλατσός, «Θείος Σκρουτζ: η παλιά πόλη του Αλγέρι»

ΈΝΑ ΠΡΩΙΝΟ ΣΤΟ ΘΗΣΑΥΡΟΦΥΛΑΚΙΟ ΤΟΥ ΣΚΡΟΥΤΖ :

ΣΚΡΟΥΤΖ: ΓΡΟΥΜΦ! ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΩ ΕΝΑΝ ΤΡΟΠΟ ΓΙΑ ΝΑ ΑΥΞΗΣΩ ΤΑ ΚΕΡΔΗ ΜΟΥ.
ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΗΝΑ ΚΕΡΔΙΣΑ ΜΟΝΟ ΕΙΚΟΣΙΠΕΝΤΕ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΔΟΛΛΑΡΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΟΥ. ΤΕΡΜΑ! ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΩ ΜΙΑ ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΛΥΣΗ ΑΛΛΙΩΣ ΑΡΓΑ Η ΓΡΗΓΟΡΑ ΘΑ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΠΛΟΥΣΙΟ ΠΑΠΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. ΜΟΛΙΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΔΥΟ ΩΡΕΣ ΑΥΤΟΣ Ο ΑΝΤΙΠΑΘΗΤΙΚΟΣ Ο ΡΟΜΠΑΞ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΕΝΑ ΠΑΝΑΡΧΑΙΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΤΗΣ ΑΛΓΕΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΧΗΔΟΝΙΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΔΙΟΝΥΣΟΥ Βʼ ΑΠΟ ΤΟ 1950 Π.Χ. Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΝΕΡΧΕΤΑΙ ΠΕΡΙΠΟΥ ΔΙΑΚΟΣΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΔΟΛΑΡΙΑ. ΓΚΡΡΡ!ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΩ ΚΑΤΙ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ. ΜΟΥΜΠΛΕ ΜΟΥΜΠΛΕ … ΜΟΥΜΠΛΕ…ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΡΗΚΑ! (ΣΝΑΠ)
ΘΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΩ ΚΑΠΟΥ ΣΤΗΝ ΑΧΑΝΗ ΕΡΗΜΟ ΤΗΣ ΑΛΓΕΡΙΑΣ ΕΚΡΗΚΤΙΚΟ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΘΑ ΨΑΞΩ ΝΑ ΒΡΩ ΑΡΧΑΙΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ. ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ , ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΧΡΥΣΑΦΙ Η ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΒΑΣΙΛΙΑΔΩΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΛΓΕΡΙΑΣ. ΧΕ ΧΕ! ΒΕΒΑΙΑ ΟΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΜΟΥ ΝΑ ΠΕΤΥΧΩ ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΣΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΕΡΗΜΟ ΕΙΝΑΙ ΑΠΕΙΡΟΕΛΑΧΙΣΤΕΣ. ΚΛΑΨ! ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ. ΘΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΩ. ΗΔΗ ΒΡΙΣΚΟΜΑΙ ΣΕ ΚΡΙΣΙΜΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΩ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΗΓΗ ΠΛΟΥΤΟΥ. ΑΝΙΨΙΕ; ΕΤΟΙΜΑΣΕ ΑΜΕΣΩΣ ΤΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ . ΠΗΓΑΙΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΣΑΦΑΡΙ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΣΑΧΑΡΑ. ΣΕ ΜΙΣΗ ΩΡΑ ΕΡΧΟΜΑΙ ΝΑ ΣΑΣ ΠΑΡΩ . ΘΑ ΠΑΜΕ ΣΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΟΠΟΥ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΜΟΥ ΤΖΕΤ.

 

ΕΤΣΙ ΣΕ ΜΙΣΗ ΩΡΑ…:

ΝΤΟΝΑΛΝΤ: ΣΚΡΟΥΝΤ! ΣΕ ΤΙ ΜΠΕΛΑΔΕΣ ΘΑ ΜΑΣ ΒΑΛΕΙΣ ΠΑΛΙ ΘΕΙΕ; ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΑΜΙΑ ΟΡΕΞΗ ΝΑ ΨΑΧΝΩ ΚΑΝΕΝΑΝ ΧΑΜΕΝΟ ΘΗΣΑΥΡΟ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΤΖΑΜΠΑ.

ΣΚΡΟΥΤΖ : ΠΑΨΕ ΑΝΕΠΡΟΚΟΠΕ! ΘΑ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΤΡΕΙΣ ΔΕΚΑΡΕΣ ΤΗΝ ΩΡΑ.
ΧΙΟΥΗ: ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΧΡΗΜΑΤΑ ΘΕΙΕ. ΑΠΛΑ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΓΕΡΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΑΛΓΕΡΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ ΓΙʼ ΑΥΤΗΝ. ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΑΣ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΠΟΛΥ ΛΙΓΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΓΙʼ ΑΥΤΗΝ. ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΘΕΙΕ;

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βασίλης Πης, «Ο δικός μου Καβάφης»


Αλεξάνδρεια: Οικία Καβάφη, το γραφείο του ποιητή

 

 

Μέρες του Μάρτη 2013
Ο Δικός μου Κ. Π. Καβάφης
Με αφορμή τα 150 από την γέννησή του

 

Μέρες του 1903

Δεν τα ηύρα πια ξανά- τα τόσα γρήγορα χαμένα ….
τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό
το πρόσωπο …..στο νύχτωμα του δρόμου…

Δεν τα ηύρα πια – τ’ αποκτηθέντα κατά τύχην όλως,
που έτσι εύκολα παραίτησα∙
και που κατόπι με αγωνίαν ήθελα.
Τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό το πρόσωπο,
τα χείλη εκείνα δεν τα ηύρα πια.
Κ. Π. Καβάφης

 

 Γνώρισα τον Καβάφη αρχές δεκαετίας του ’80, μέσα από το δίτομο έργο του Ίκαρου μ’ εκείνη την ήρεμη προσωπογραφία – εικόνα του εξωφύλλου με τον ποιητή, φωτογραφία χαλκογραφίας του Γιάννη Κεφαλληνού, τότε που στην Κω είχε ήδη ξεκινήσει η τουριστική ανάπτυξη. Ενώ κυνηγούσα τις τουρίστριες τότε, το βράδυ τους διάβαζα Καβάφη στο Bar Yatagan, στην οδό Ρήγα Φεραίου για όσους το θυμούνται. Ήθελα να γράφω σαν κι αυτόν, μ’ εκείνη την ζυγισμένη φόρμα, την λακωνική, χωρίς ασάφεια με χαμηλό τόνο. Ύστερα ανακάλυψα τον Σεφέρη και τον Ελύτη. Αργότερα ήθελα να γράφω σαν τον Ελύτη. Μετά προσπάθησα να βρω τη δική μου φωνή, το προσωπικό ύφος όπως λένε. Έτσι πιστεύω τουλάχιστον ότι το βρήκα, χωρίς να σημαίνει ότι ο συγγραφέας δεν βρίσκεται σε μια διαρκή ένταση δηλαδή δημιουργία για να μπορεί να βρει τη φωνή του. Μα αυτό δεν συμβαίνει άλλωστε και στη φύση; Δεν προσπαθούμε να βρούμε ίχνη από ανθρώπινα αποτυπώματα καθώς αφήνουν την σκόνη τους όπως περνάνε από μπροστά μας; Για να σημειώσουμε κάπου την θνησιμότητά μας; Να αφήσουμε τις μικρές μας ιστορίες πάνω στη σκόνη του χρόνου, που καθώς περνάει ζαρώνει και αλλάζει το δέρμα μας, τα σαρώνει όλα. Για να μας πει ο Καβάφης με την Ιθάκη του ότι σημασία έχει το ταξίδι ρε φίλε και όχι το τέρμα. Έτσι δεν καθιστούμε όμως τις ζωές μας μικρά διαμάντια στην άμμο του σύμπαντος; (1)

O Κωνσταντίνος Καβάφης μεταφέρει δύο πράγματα στους αναγνώστες: τη γοητεία του λόγου και τη μαγεία του μύθου, έχει να πει κάτι σημαντικό για τον εαυτό τους. Τα ποιήματά του κατοικούνται από μουρμουρητά και ψιθύρους, έτσι που το τοπικό γίνεται οικουμενικό.

Είναι ποιητής άλλωστε, όπως έχει πει σε ξένο ανταποκριτή « των μελλουσών γενεών ». Τον ενδιαφέρει ο οικείος τόνος της φωνής. Μιλάει σε χαμηλό τόνο καθημερινής κουβέντας. Δημιουργεί οικειότητα με τον απλό αναγνώστη και τον ποιητή- αναγνώστη, γιατί οι στίχοι του είναι λιτοί με τεράστια καταλυτική δύναμη που μαγνητίζουν τον αναγνώστη και ξεπερνούν τα όρια του ίδιου του ποιητικού κειμένου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κώστας Στοφόρος, «Του νεκρού αδερφού- 41 Γράμματα από το μέτωπο του Εμφυλίου»

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Μόλις χθες πήρα από το τυπογραφείο τα πρώτα αντίτυπα… Από τη μια χαρά -ένα όνειρο πήρε σάρκα και οστά. Από την άλλη λύπη -για όλους εκείνους που δεν είναι πια εδώ για να το δούνε. Για τον ίδιο τον Κώστα και τη διάχυτη θλίψη, την ασφυξία που υπάρχει στα γράμματά του … Τον ίδιο του το θάνατο για μια υπόθεση που δεν πίστευε. Ώρες-ώρες νιώθω τυμβωρύχος. Όμως η μνήμη δεν πρ΄πει να σβήσει…

Συμπτωματικά, αυτές τις μέρες διάβαζα τους “Στρατιώτες της Σαλαμίνας” του Χαβιέρ Θέρκας (εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση Ελισώ Λογοθέτη). Ένα απόσπασμα, όπου μιλά ένας βετεράνος του Ισπανικού Εμφυλίου, ηλικιωμένος πια, στο τέρμα της ζωής του:

«…Ξέρετε κάτι; Από τότε που τέλειωσε ο πόλεμος, δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα χωρίς να τους σκεφτώ. Ήταν τόσο νέοι… Πέθαναν όλοι. Όλοι νεκροί. Νεκροί. Νεκροί. Όλοι. Κανείς τους δε δοκίμασε τα όμορφα πράγματα της ζωής: κανείς δεν είχε μια γυναίκα μόνο δικιά του, κανείς δεν έζησε το θαύμα να έχει ένα παιδί, κι αυτό το παιδί, γύρω στα τρία ή στα τέσσερά του, να χώνεται στο κρεβάτι του, ανάμεσα σʼ εκείνον και στη γυναίκα του, μια Κυριακή πρωί σʼ ένα ηλιόλουστο δωμάτιο…
…Κανείς δεν τους θυμάται, το ξέρετε; Κανείς. Κανείς
δεν θυμάται ούτε καν γιατί πέθαναν, γιατί δεν απέκτησαν γυναίκα και παιδιά κι ένα ηλιόλουστο δωμάτιο. Κανείς, κι ακόμα λιγότερο εκείνοι για τους οποίους πολέμησαν. Δεν υπάρχει ούτε πρόκειται να υπάρξει κανένας μίζερος δρόμος σε κανένα μίζερο χωριό καμιάς σκατοχώρας που θα έχει ποτέ το όνομα κανενός τους. Το καταλαβαίνετε;»

Διαβάστε περισσότερα