Λίγα λόγια για το βιβλίο
Μόλις χθες πήρα από το τυπογραφείο τα πρώτα αντίτυπα… Από τη μια χαρά -ένα όνειρο πήρε σάρκα και οστά. Από την άλλη λύπη -για όλους εκείνους που δεν είναι πια εδώ για να το δούνε. Για τον ίδιο τον Κώστα και τη διάχυτη θλίψη, την ασφυξία που υπάρχει στα γράμματά του … Τον ίδιο του το θάνατο για μια υπόθεση που δεν πίστευε. Ώρες-ώρες νιώθω τυμβωρύχος. Όμως η μνήμη δεν πρ΄πει να σβήσει…
Συμπτωματικά, αυτές τις μέρες διάβαζα τους “Στρατιώτες της Σαλαμίνας” του Χαβιέρ Θέρκας (εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση Ελισώ Λογοθέτη). Ένα απόσπασμα, όπου μιλά ένας βετεράνος του Ισπανικού Εμφυλίου, ηλικιωμένος πια, στο τέρμα της ζωής του:
«…Ξέρετε κάτι; Από τότε που τέλειωσε ο πόλεμος, δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα χωρίς να τους σκεφτώ. Ήταν τόσο νέοι… Πέθαναν όλοι. Όλοι νεκροί. Νεκροί. Νεκροί. Όλοι. Κανείς τους δε δοκίμασε τα όμορφα πράγματα της ζωής: κανείς δεν είχε μια γυναίκα μόνο δικιά του, κανείς δεν έζησε το θαύμα να έχει ένα παιδί, κι αυτό το παιδί, γύρω στα τρία ή στα τέσσερά του, να χώνεται στο κρεβάτι του, ανάμεσα σʼ εκείνον και στη γυναίκα του, μια Κυριακή πρωί σʼ ένα ηλιόλουστο δωμάτιο…
…Κανείς δεν τους θυμάται, το ξέρετε; Κανείς. Κανείς δεν θυμάται ούτε καν γιατί πέθαναν, γιατί δεν απέκτησαν γυναίκα και παιδιά κι ένα ηλιόλουστο δωμάτιο. Κανείς, κι ακόμα λιγότερο εκείνοι για τους οποίους πολέμησαν. Δεν υπάρχει ούτε πρόκειται να υπάρξει κανένας μίζερος δρόμος σε κανένα μίζερο χωριό καμιάς σκατοχώρας που θα έχει ποτέ το όνομα κανενός τους. Το καταλαβαίνετε;»
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο Κώστας Στοφόρος γεννήθηκε το 1924 στα Καστέλλια της Φωκίδας. Ήταν ο έκτος από εφτά παιδιά. Μόλις οκτώ χρονών έχασε τον πατέρα του. Την ευθύνη για την οικογένεια ανέλαβε ο μεγάλος αδελφός του Γιώργος. Η μητέρα του έπεσε θύμα των στρατευμάτων Κατοχής…Μαθητής ακόμη, κατά τη διάρκεια της Κατοχής συμμετείχε στην Αντίσταση ως μέλος της Ένωσης Νέων Αγωνιστών Ρούμελης που αργότερα συγχωνεύθηκε στην Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ). Με την Απελευθέρωση βρέθηκε στην Αθήνα. Το 1947 κι ενώ σπούδαζε στο δεύτερο έτος της Οδοντιατρικής Σχολής κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Η συμμετοχή του ίδιου και της οικογένειάς του στην Αντίσταση είχε τις συνέπειές της. Στάλθηκε στην πρώτη γραμμή ως απλός στρατιώτης…
Τον Ιανουάριο του 1948 άφησε την τελευταία του πνοή στη Δαμασκηνιά Κοζάνης…
Το 2001, μετά το θάνατο του πατέρα μου και αδερφού του Κώστα, Θύμιου Στοφόρου ήρθαν στα χέρια μου τα γράμματά του, μαζί με άλλα ντοκουμέντα: Ταυτότητα, στρατιωτικό βιβλιάριο, στρατιωτικά έγγραφα, δελτία τροφίμων, σημειώματα, λίγες φωτογραφίες…
41 γράμματα, σταλμένα στους αδερφούς του Γιώργο και Θύμιο, που καλύπτουν σχεδόν όλη τη διάρκεια της σύντομης θητείας του. Το τελευταίο γράφτηκε δυο μέρες πριν το θάνατό του.
Αντέγραψα αυτά τα γράμματα, πρόσθεσα μια εισαγωγή, ζήτησα ένα κείμενο από τον αγαπημένο του εξάδελφο Χαράλαμπο Στοφόρο, έφτιαξα ένα χρονολόγιο και μετά από αρκετή σκέψη, αποφάσισα να προχωρήσω στην έκδοση του βιβλίου, ως πράξη μνήμης…
Χωρίς να το έχω αναλογιστεί, η έκδοση αυτή συμπίπτει με τα 70 χρόνια από την ίδρυση της ΕΠΟΝ τον Φεβρουάριο του 1943. Μια ευκαιρία να σκεφτούμε όλους αυτούς τους νέους ανθρώπους που αγωνίστηκαν για να γνωρίσουν τελικά την ήττα, τη διάψευση, το θάνατο: 40.000 οπλίτες του Εθνικού και του Δημοκρατικού Στρατού υπολογίζεται πως σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου…
Κώστας Στοφόρος
stoforos@yahoo.com
ΥΓ Το βιβλίο κυκλοφορεί σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων











Καλημέρα, αγαπητέ Κώστα Ρεούση, διαβάζοντας και την παρέμβασή σου, σκάλισα και βρήκα στίχους αινιγματικούς του Μάνου Κράλη
–αινιγματικοί σαν του ελληνισμού τη “ροπή” προς εμφυλίους σπαραγμούς,
– αινιγματικοί παρά την ταξική επιλογή των κυρίαρχων να μας οδηγούν προς εμφυλίους!
Μετά ή άνευ πολιτειακών εκλογών…
Σαν και τις σημερινές εκλογές προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ίσως και να συν-αισθάνομαι λάθος τον δρόμο του ποιήματος. Εσείς τότε αγνοείστε-το.
Ιδού το άτιτλο ποίημα:
Το καράβι που ταξίδευε ο Θησέας
με τις εφτά παρθένες, τους εφτά
ξανθούς εφήβους
γύρισε πίσω με τα μαύρα του πανιά.
Δε βρήκανε το θηρίο
ο Μινώταυρος ήταν μέσα μας
Μάνος Κράλης, 1972
ΚΡΑΧ ΟΠΩΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
Έξω από τις τράπεζες οδύρεται το κοινό.
Θρηνεί σπαρακτικά καταθέσεις και όνειρα
που έγιναν στάχτη.
Τι σου είναι όμως ο κόσμος?
Να εναποθέτει όλα του τα όνειρα
σε τράπεζες συναλλαγών.
“Κάντε έρωτα όχι πόλεμο”
είπαν πριν 50 χρόνια,
νεανικά κινήματα.
Ναι, ας αγαπήσουμε
τη ζωή ας ερωτευτούμε
Στον έρωτα για τη ζωή
να καταθέσουμε
τα συναλλάγματα μας.
Είπε ο ποιητής.
Τι είναι προτιμότερο¨
“Ν`ανοίξεις μια τράπεζα
ή να ληστέψεις μια τράπεζα;”
Το ερώτημα δεν έχει
ακόμη απαντηθεί εκ του ασφαλούς.
Ως τότε τα χρόνια θα είναι δίσεκτα
και ο κόσμος θα οδύρεται
έξω από τις τράπεζες συναλλαγών.
ΜΑΝΟΥΣΟΣ Γ. ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ
Έλαβα και μετάλαβα αχράντων συγκινήσεων! Έχετε προχωρήσει σε εξαιρετική έκδοση, κύριε Κώστα Στοφόρε, μ’ ένα υλικό που έκανε σίγουρα τον Νικηφόρο Βρεττάκο να αναφωνήσει:
«Όλο μου / το βάρος/ είναι η καρδιά μου».
Τους στίχους απέδωσε η απόπειρα ανάγνωσης από τον γιο του ποιητή , τον κύριο Κώστα Βρεττάκο, στην πρώτη καταγραφή της έμπνευσης που απέφερε τη συλλογή «Έξοδος με το άλογο» [βλ. έκδοση Ποταμός, Αθήνα 2008].
Τα σπαράγματα από στίχους που γράφτηκαν πάνω σε πακέτα τσιγάρων έχουν την ίδια ηλικία με τα γράμματα του αδικοχαμένου θειού-σας στον τραγικό Ελληνικό Εμφύλιο! Αντιγράφω:
«Κατακλυσμός ρυθμός σαν ένας αίνος
ακούγονται να γυρίζουν, όλα, δίχως
να φαίνονται τ’ αστέρια! Στέκομαι ορθός μες στ’ ανοιγμένα χέρια μου σπιθίζουν οι γύροι των σφαιρών!
Δώστε τα χέρια!
Πλησιάστε τις καρδιές! Κλάφτε απ’ αγάπη» (σ. 72).