Η ΣΤΑΣΗ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΖΩΗ
Η στάση ενός ανθρώπου απέναντι στη ζωή μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα εξετάζοντας τον τρόπο που αντιμετώπιζε όταν ήταν παιδί τα παιχνίδια του.
Ο μπαμπάς φυλά ακόμη στο πατάρι τα παιχνίδια του διατηρημένα σε καλή κατάσταση και πολλές φορές του αρέσει να τα κοιτά και να μας τα δείχνει.
Όταν ήμουν μικρός μου’ χε χαρίσει μερικά από τα δικά του επειδή είχα εκδηλώσει την επιθυμία να τα αποκτήσω αλλά όσα δεν πρόλαβε να μου τα πάρει πίσω καταστράφηκαν ή χάθηκαν μαζί με τα δικά μου.
Μου’ χε δώσει καμιά δεκαριά μολυβένιους στρατιώτες, ένα μικρό τάνκς-σφυρίχτρα, ένα ξύλινο αλογάκι, μια άμαξα ινδιάνικη, γύρω στις δώδεκα μπίλιες, ένα ξύλινο σπαθί και άλλα.
Απ’ αυτά δεν σώζεται παρά μόνο η σφυρίχτρα τάνκς τοποθετημένη πάνω στη βιβλιοθήκη μου.
Σ’ όλη την παιδική μου ηλικία μου αγόραζαν συνεχώς παιχνίδια τόσο η μαμά και ο μπαμπάς όσο και οι διάφοροι συγγενείς και φίλοι που ερχόντουσαν συχνά σπίτι.
Πολλές φορές εκδήλωνα κι εγώ ο ίδιος την επιθυμία για κάποιο ιδιαίτερο παιχνίδι που είχα δει στη βιτρίνα ενός μαγαζιού με το σκοπό να το αποκτήσω στη γιορτή μου ή τα χριστούγεννα.
Η μεγαλύτερη ευχαρίστηση ήταν όταν τα δεχόμουνα. Συγκεκριμένα όχι ακριβώς τη στιγμή που το πρωτοκρατούσα στα χέρια μου τυλιγμένο με όμορφα χρωματιστά χαρτιά εφόσον η μισή ευχαρίστηση που ένιωθα εξαφανιζόταν από την ανάγκη να εκφράσω την ευγνώμοσύνη μου, να δείξω χαρούμενος, πολλές φορές να δηλώσω ότι θα το προσέχω και συνήθως παρεμβάλλοντας το παιχνίδι να υψώνομαι στις μύτες των ποδιών μου για να φιλήσω την κυρία τάδε στο μάγουλό της καρφωμένος από τα μάτια της μαμάς και του μπαμπά που δεν παρέλειπαν να κατασκοπεύουν τον τρόπο που εκδήλωνα τα αισθήματά μου αλλά λίγο αργότερα όταν το ‘παιρνα στο δωμάτιό μου, κάθιζα στο κρεβάτι, το ’βαζα στα γόνατά μου και αν δεν μου’ χαν πει τι είναι προσπαθούσα να μαντέψω.
Θα το κουνούσα για να δω αν κάνει κάποιο θόρυβο, είναι βέβαιο ότι θα το μύριζα γιατί από τότε είχα την συνήθεια να μυρίζω όλα τα πράγματα και ιδιαίτερα τα καινούργια, θα το στρυφογύριζα και μετά θα το άνοιγα.
Το άνοιγμα ήταν άτσαλο* ποτέ δεν θα πήγαινα στη κουζίνα να φέρω το ψαλίδι για να κόψω τον σπάγγο αλλά θα προσπαθούσα με τα χεράκια αν ήταν σκληρός με τα δόντια. Τα χαρτιά θα τα κατάσχιζα και θα τα ’κανα ένα κουβάρι που θα το ‘ριχνα οπουδήποτε. Μετά θα ’βλεπα τι παιχνίδι ήταν κι αν βρισκόταν μέσα σε κουτί θα το άνοιγα. Ποτέ δεν θα ήθελα να παίξω με το καινούργιο παιχνίδι αμέσως αλλά θα ανέβαλα για αργότερα ή για την άλλη μέρα προτιμώντας να το σκέφτομαι καινούργιο κι ανέγγιχτο σε μια γωνιά του δωματίου μου ή πάνω στο τραπέζι. Πάντα δήλωνα από μέσα μου ότι μου αρέσει πολύ, πάρα πολύ και ότι θα περνούσα πολλές ευχάριστες ώρες παίζοντας μαζί του σε μια προσπάθεια να εξαπατήσω τον εαυτό μου που γνώριζε ότι καμιά ιδιαίτερη αίσθηση δεν μου’ χε κάνει και ότι θα ακολουθούσε κι αυτό τη μοίρα των άλλων.
Άμα ερχόταν η μαμά και με ρώταγε αν μου άρεσε θα της απαντούσα καταφατικά και θα έδειχνα ενθουσιασμένος. Όταν όμως με ρωτούσε αν θα παίξει τώρα τ ’ αγοράκι της τής έλεγα μετά και σηκωνόμουν δήθεν να το ξαναδώ με μάτια που έκαναν πως γέλαγαν από χαρά.
Τα παιχνίδια έβαζαν σε λειτουργία τη φαντασία μου κατά ένα πολύ περίεργο τρόπο.
Η φαντασία αυτή δεν είχε σχέση με το παίξιμο του παιχνιδιού αλλά με ένα άλλο παιχνίδι που υπαγορευόταν από τα καινούργια παιχνίδια μου και από την ηλικία μου.
Γνωρίζοντας ότι είμαι ένα μικρό παιδί και ότι τα μικρά παιδιά παίζουν με τα παιχνίδια τους έπρεπε να καταστρώσω ένα σχέδιο παιξίματος όπου θα διαφαινόταν η φυσιολογικότητά μου, θα δικαιολογείτο ο ενθουσιασμός μου και θα καθησύχαζαν οι δικοί μου ότι σαν και τ ’άλλα παιδιά…
Ώρες που θα τις προτιμούσα καθισμένος σε μια καρέκλα κοιτάζοντας έξω ή χαζεύοντας εδώ κι εκεί ένιωθα αναγκασμένος να κάτσω στο πάτωμα να ανοίξω τα κουτιά μου να βγάλω το περιεχόμενό τους και να κάνω ότι διασκεδάζω υπερμέτρως.
Αν ήταν ένα κουτί στρατιώτες π.χ θα τους έβαζα στη γραμμή στο πάτωμα. Αν υπήρχε και κάποιο στρατιωτικό όχημα θα το τοποθετούσα κάπου κει κοντά.
Μόλις περνούσε η μαμά κοίταζα τους στρατιώτες. Καταλαβαίνοντας όμως ότι δε ήταν δυνατόν να νοηθεί παιχνίδι απλώς με κοίταγμα και περισσότερο όντας βέβαιο ότι η μητέρα μου είχε συγκεκριμένες ιδέες για το παιχνίδι ήμουν έτοιμος μόλις ξαναπερνούσε να κάνω με το στόμα μου πως πυροβολώ και να ρίξω με το δάχτυλο ένα στρατιώτη κάτω. Αφού η μαμά είχε περάσει από υπερβολική ανία και έλλειψη ενδιαφέροντος τους πετούσα όλους κάτω και ησύχαζα. Τους έβαζα σ’ ένα κουτί και πήγαινα στη κουζίνα να πιώ νερό. Παίζεις ; Με ρώταγε η μαμά μου. Έπαιξα της έλεγα. Τόσο γρήγορα ; Και τώρα τι θα κάνεις ; Θα κάτσω λίγο, της έλεγα.
Η στάση μου απέναντι στα παιχνίδια σιγά-σιγά θα γινόταν μια γενικότερη στάση απέναντι στη ζωή. Όπως και τότε μέλημά μου ήταν να μπορέσω να συμβιβάσω τις δικές μου επιθυμίες με αυτό που οι άλλοι θεωρούσαν δικές μου επιθυμίες δηλαδή να συμβιβάσω αυτό που ήθελα να κάνω εγώ με αυτό που ήθελαν να κάνω οι άλλοι. Έτσι ακόμη και σήμερα έστω κι αν οι μέθοδοί μου έχουν εμπλουτιστεί από πείρα, μνήμες, σκέψεις και κυρίως κανόνες που με την πάροδο του χρόνου γίνονται ολοένα και πιο συνειδητοί ο πυρήνας της δράσης μου παραμένει ακόμη ο ίδιος.
Πάντως από πολύ νωρίς κατάλαβα ότι ήξερα πολύ καλύτερα αυτό που οι άλλοι ήθελαν από μένα παρά αυτό που επιθυμούσα εγώ για τον εαυτό μου.
Αυτό συχνά με έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση και με ταπείνωνε μπροστά στις σκέψεις μου που κατά κάποιο τρόπο δεν τις θεωρούσα δικές μου αλλά κρυμμένων επιθυμιών που κατεύθυναν τα νήματα της ζωής μου γελώντας πίσω από ένα παραβάν με τη σύγχυση και τον πόνο που μου προκαλούσε το γεγονός ότι ήταν άγνωστες.
Μη παίζοντας και κρατώντας μια υπερβολική παθητικότητα για την ηλικία μου δεν ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα όπως επίσης δεν ήταν να ασχοληθώ πραγματικά με τα παιχνίδια μου.
Από κείνη την ηλικία είχε αρχίσει να λειτουργεί ένας μηχανισμός μέσα μου κινούμενος από ένα πλήθος παραγόντων και ισχυροποιούμενος από ένα άλλο πλήθος καινούργιων παραγόντων με το σκοπό να με κάνει να αποφεύγω βέβαια πράγματα που δεν ήθελα να κάνω προσφέροντας σαν λύση υποκατάστατα που χωρίς να είναι εντελώς απορριπτέα γιατί συνήθως περιείχαν μερικά στοιχεία που κέντριζαν τη προσοχή μου στο σύνολο με έκαναν να αισθάνομαι πως δεν ήταν αυτά που πραγματικά ήθελα.
Έτσι ενώ το ένα κομμάτι του εαυτού μου φαινόταν οπλισμένο με θέληση το άλλο που φαινόταν και το πιο φιλελεύθερο κοροιδευόταν οικτρά. Και ενώ η θέληση στα εξωτερικά της χαρακτηριστικά φαινόταν ισχυρή στην ουσία είχε αρχίσει η μεταμόρφωσή της σε πείσμα.
Εκεί γύρω λοιπόν συνέβη κάτι, κάποιο γεγονός που δεν μπορούσα να υποπτευθώ και γι αυτό το θεώρησα σαν τύχη που θα σημάδευε όλη μου τη ζωή και θα συνέβαλε κατά πολύ στη βελτίωση των μεθόδων του παιχνιδιού μου ή μάλλον θα απαιτούσε την οργάνωση κανόνων παιχνιδιού.
Μόλις είχα αρχίσει να διαβάζω όταν πήρα το πρώτο μου βιβλίο. Δεν θυμάμαι ποιος μου το ’φερε αλλά έχω φυλάξει καλά στη μνήμη μου πως ήταν τυλιγμένο σε άσπρο χαρτί και ότι μόλις το’ δα δεν μπόρεσα στα αμέτρητα τι του εαυτού μου να απαντήσω τι ήταν. Στο δωμάτιό μου λίγο αργότερα βέβαια ήδη είχα καταλάβει ότι επρόκειτο για ένα βιβλίο. Κρατώντας το στα γόνατά μου ένιωθα μια απογοήτευση γι αυτό το ελάχιστο μέσα στη φαντασία μου πράγμα που δεν ήξερα ούτε πώς να το χειριστώ ούτε πώς να το παίξω. Το ξετύλιξα και κοίταζα το χρωματιστό του εξώφυλλο όταν πέρασε η μητέρα μου και με κοίταξε χαμογελώντας. Λοιπόν ;
Την κοίταξα κοροιδευτικά και της είπα : Βιβ-λίο, παρ’ το δεν το θέλω.
Η αντίδρασή μου ακόμη είναι η ίδια απέναντι στα πράγματα που πραγματικά θέλω.
Η μητέρα μου μού είπε ότι έλεγα ανοησίες και ότι τα βιβλία θα μου κρατούσαν καλή συντροφιά αφού δεν πολυσυμπαθούσα τα παιχνίδια και δεν είχα φίλους.
Αυτό το ότι δεν μου άρεσαν τα παιχνίδια εκείνη την στιγμή μου φάνηκε ιδιαίτερα ταπεινωτικό για τον εαυτό μου που αποδείχθηκε ανίκανος να πείσει τους άλλους για κάτι ψεύτικο.
Η αντίδρασή μου λοιπόν ήταν κάπως βίαιη : Πέταξα κάτω στο πάτωμα το βιβλίο και φώναξα σκατά. Μπήκε μέσα στο δωμάτιό μου ο πατέρας μου και καταλαβαίνοντας τι έγινε με παρότρυνε να το μαζέψω από κάτω και να μάθω να αγαπώ τα βιβλία γιατί αυτά θα με έκαναν άνθρωπο.
Επειδή η σοβαρότητα της έκφρασης να γίνω άνθρωπος ιδιαίτερα στο στόμα του πατέρα μου μού δημιούργησε πρόσθετη νευρικότητα έβαλα τα κλάματα.
Όταν σταμάτησα να κλαίω αντιλήφθηκα πως η πόρτα του δωματίου ήταν κλειστή ότι είχα ασυναίσθητα ανοίξει την πρώτη σελίδα και ότι τα δάκρυά μου είχαν μουσκέψει την πρώτη παράγραφο.
Η επιθυμία μου εκείνη τη στιγμή ήταν να διαβάσω τη μουσκεμένη παραγράφο.
“Γιατί να μη μοιάζεις, παιδάκι μου, κι εσύ με τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα ; “
Ρώτησε μια ευαίσθητη μητέρα το μικρό παιδί της που έκλαιγε όλη την ώρα και ζητούσε το φεγγάρι : Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας ποτέ δεν κάνει τέτοια τρελά όνειρα, σαν τα δικά σου, κι ούτε ποτέ του κλαίει για τίποτε.
Και ήταν τέτοια η απορρόφησή μου και η εντύπωση που μου ’κανε που συνέχισα :
-Χαίρω πολύ, που βλέπω να υπάρχει κάποιος στον κόσμο απόλυτα ευτυχής, μουρμούρισε ένας απογοητευμένος πολίτης, θαυμάζοντας το υπέροχο άγαλμα.
-Μοιάζει σαν άγγελος, φώναξαν όλα μαζί τα παιδιά του σχολείου, την ώρα που ’βγαιναν από την Μητρόπολη, φορώντας τα καθαρά άσπρα ρούχα τους.
Τότε έγιναν μερικές σκέψεις πολύ σημαντικές για την κατοπινή ζωή μου και τον τρόπο που θα ήθελα να την ζήσω.
Βασικά το γεγονός ότι έκλαιγα και ότι η πρώτη παράγραφος που διάβασα στη ζωή μου συνέπεσε να μιλά για κλάμα και τρελά όνειρα με συγκλόνισε.
Είμαστε εμείς που ερμηνεύουμε το τυχαίο και υιοθετούμε βάσει της ερμηνείας μας μια στάση. Είμαστε εμείς που είτε γινόμαστε σκλάβοι του τυχαίου ή σκλαβώνουμε το τυχαίο στη συμπτωματική αποκάλυψη των νόμων της ζωής.
Τότε πάντως θεώρησα αυτή την σύμπτωση σαν ένα κάλεσμα που δεν μπορούσα να ακούσω, ή δεν τολμούσα να ομολογήσω, από τα χείλη της μοίρας, της ίδιας της ζωής, ή ενός θεού πάντως διαφορετικού απ’ αυτόν του μπαμπά μου.
Σκέφθηκα, ότι η σύγχυση που μου είχε δημιουργήσει η παράγραφος ήταν ότι πιο ανώτερο είχα αισθανθεί μέχρι τότε ακριβώς γιατί το ’βρισκα και πιο αληθινό.
Σκέφθηκα επίσης πως αν τελικά υπήρχε κάτι άξιο λόγου σ’ αυτή τη ζωή ήταν αυτές οι συγχύσεις και ότι αν υπήρχαν άνθρωποι ενδιαφέροντες σ’ αυτό τον κόσμο ήταν αυτοί οι μάγοι που τις προκαλούσαν.
Για πρώτη φορά λοιπόν τότε εκδήλωσα την επιθυμία ίσως την πρώτη ισχυρή της ζωής μου να γίνω ένας τέτοιος μάγος. Πριν καλά-καλά αρχίσω να διαβάζω βιβλία είχα ονειρευτεί το δικό μου βιβλίο συνδυάζοντάς το με ένα σωρό άλλα πράγματα.
Πριν συνεχίσω να μιλώ για τις σκέψεις μου σχετικά με την μαγεία της συγχύσεως και το βιβλίο που θα έγραφα θεωρώ απαραίτητο να αναφέρω ένα άλλο γεγονός, μέρος κι αυτό του παιχνιδιού δηλαδή της επίσημης στάσης μου απέναντι στη ζωή.
Ότι διάβασα πριν μάθω να διαβάζω. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο είναι αλήθεια.
Το γεγονός αυτό και ένα άλλο σχετικό που θα αναφέρω είναι καθοριστικά στη περιγραφή του τρόπου λειτουργίας του μυαλού μου.
Το πρώτο κεφάλαιο στο αναγνωστικό της πρώτης τάξης του δημοτικού έγραφε για την Λόλα, ένα σαχλό κορίτσι που δεν μου ‘κανε καμιά εντύπωση η φωτογραφία της.
Πριν διαβάσει η δασκάλα το κεφάλαιο της Λόλας που άλλωστε στο μεγαλύτερο μέρος του ήταν επανάληψη του ονόματός της μας είχε μάθει τα γράμματα και το συλλαβισμό πράγματα που κατείχα και που δεν δυσκολεύτηκα να μάθω.
Η πρακτική εφαρμογή αυτών των πραγμάτων ήταν η ανάγνωση. Όσο η δασκάλα λοιπόν διάβαζε μια- μια τις λέξεις συλλαβίζοντάς τες στα παιδιά εγώ τραβούσα γραμμές στο πρόχειρο μου και δεν είχα καμιά διάθεση να παρακολουθήσω.
Κατά κάποιο τρόπο αφού ήξερα τα γράμματα και τον συλλαβισμό μου φαινόταν εντελώς άχρηστο να μάθω και να διαβάζω. Το γεγονός αυτό ενισχύθηκε και από κάτι άλλο : Λέγοντας το κεφάλαιο τόσες φορές η δασκάλα άθελά μου μπόρεσα και το απομνημόνευσα. Το βράδυ στο σπίτι όταν η μητέρα μου με ρώτησε αν έμαθα να διαβάζω απάντησα ναι και της διάβασα δυνατά και με έμφαση το κεφάλαιο της Λόλας αποσπώντας φιλιά και συγχαρητήρια.
Τα επόμενα κεφάλαια ήταν το ίδιο απλά όσο και της Λόλας. Ενώ τα άλλα παιδιά είχαν στραμμένη την προσοχή τους στον συλλαβισμό των λέξεων εγώ την είχα στην απομνημόνευση. Πέρασε μια βδομάδα και όλοι είχαν μάθει να διαβάζουν εκτός από μένα. Τα έλεγα όμως καλύτερα απ ‘ όλους. Οι άλλοι όσο κι αν ήξεραν να διαβάζουν διάβαζαν συλλαβιστά ενώ εγώ τις έλεγα τις λέξεις καθαρά και με έμφαση.
Πιάστηκα μια βδομάδα αργότερα και έφαγα από τη μάμα μου το ξύλο της χρονιάς μου. Τα κεφάλαια είχαν αρχίσει να γίνονται μεγαλούτσικα και πιο συμπυκνωμένα εκφράζοντας αρκετά νοήματα.
Ενώ έκανα όνειρα ότι θα ολοκλήρωνα την εκπαίδευσή μου βασιζόμενος αποκλειστικά στη μνήμη μου ένα βράδυ παράλειψα διαβάζοντας το μάθημά μου στη μητέρα μου μια λέξη. Έ , μου είπε, την ξέχασες. Διάβασέ την. Κέρωσα. Της είπα κατακίτρινος : Άφησε να συνεχίσω. Όχι, διάβασέ την, μου είπε.
Καταλαβαίνοντας ότι μου ήταν αδύνατο να ξεφύγω άρχισα να την συλλαβίζω κατά φριχτό τρόπο. Εκείνη απόρησε. Μετά με ρώτησε για μια προηγούμενη λέξη που είχα ήδη διαβάσει και όταν άρχισα να συλλαβίζω και κείνην κατάλαβε τι έκανα τόσο καιρό και έγινε έξω φρενών.
Κάτω από την πίεση των δικών μου έμαθα να διαβάζω μέσα σ’ ένα βράδυ.
Οι δικοί μου είχαν γίνει έξω φρενών όχι μόνον γιατί τόσο καιρό κορόιδευα εκείνους αλλά πολύ περισσότερο γιατί κορόιδευα τη δασκάλα μου και τους συμμαθητές μου.
Για την κοροιδία δεν ήμουν υπερήφανος* ένιωσα όμως απέχθεια για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που κατά την γνώμη μου χρησιμοποιούσε τις πιο δύσκολες μεθόδους χωρίς βέβαια να ξέρω ποιες ήταν οι απλούστερες.
Το δεύτερο ξύλο λόγω μαθημάτων το ’φαγα εξαιτίας των μαθηματικών. Είχα ήδη μάθει πρόσθεση και αφαίρεση. Αρχίζοντας η δασκάλα το μάθημα του πολλαπλασιασμού και βλέποντας τα παιδιά φοβισμένα που θα ήταν ευχαριστημένα η αριθμητική να είχε μόνο δυο πράξεις και όχι τέσσερις είπε πως “όσοι ξέρουν καλά πρόσθεση και αφαίρεση δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα από τον πολλαπλασιασμό και τη διαίρεση”. Αυτό το χώνεψα καλά μες στο μυαλό μου.
Ο πολλαπλασιασμός παιδιά είπε η δασκάλα είναι μια σειρά από προσθέσεις. Ένα πράγμα δεν καταλάβαινα μες στο κεφάλι μου. Αφού είναι μια σειρά από προσθέσεις γιατί οι άνθρωποι κάθισαν κι έφτιαξαν μια άλλη πράξη.
“ 2χ3” παιδιά κάνει 6, είπε η δασκάλα διότι έχουμε να προσθέσουμε δυο τριάρια και έγραψε στον πίνακα 2χ3=3+3=6. Κατόπιν δεν πρόσεξα τίποτα και ένα μήνα που τα παιδιά μάθαιναν την προπαίδεια εγώ έλυνα τις ασκήσεις κάνοντας κατεβατά προσθέσεων. Πιάστηκα στη διαίρεση που ήταν πολυπλοκότερη, από τον πατέρα μου.
Αυτήν την φορά με έδειρε εκείνος. Τώρα λοιπόν που αναγκαστικά είχα μάθει να μετρώ και να διαβάζω, δηλαδή τα πλέον βασικά της παιδείας ακολούθησα μια εντελώς διαφορετική στάση στο σχολείο που την διατήρησα μέχρι το τέλος της εκπαίδευσής μου : Έπαψα να προσέχω. Ουδέποτε ξαναπαρακολούθησα την παράδοση. Και αυτή τη συνήθειά μου υποστήριξε και η σκέψη ότι δεν ήταν δυνατόν ένας δάσκαλος να τα λέει καλύτερα από τα βιβλία.
Όπως όμως έκανα τη μητέρα μου να νομίζει πως έπαιζα έτσι άρχισα να υποκρίνομαι τουλάχιστον στις πρώτες τάξεις ότι παρακολουθώ ενώ με το μυαλό μου ταξίδευα ή χάζευα ή δεν σκεπτόμουν τίποτα.
Και τι σκεπτόμουν ; Εγώ θα γράψω το δικό μου βιβλίο. Να ο πόλος συγκέντρωσης της διάνοιάς μου.
Το γράψιμο του βιβλίου έγινε το φωτεινό σημάδι που κατεύθυνε τα βήματά μου ή καλύτερα στάθηκε μια λαμπρή δικαιολογία για κει που με πήγαιναν τα βήματά μου.
Μια σκέψη σαν αράχνη κρύφθηκε σε μια γωνιά του κρανίου μου κι άρχισε να πλέκει τον ιστό της αγκαλιάζοντας μ’ αυτόν κάθε μέρα περισσότερο χώρο.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση από το να σκέφτεσαι αυτό το κάτι που κάποτε θα κάνεις και που το θεωρείς σαν σκοπό και καταξίωση της ύπαρξής σου.
Μέχρι κείνη την ηλικία που ’πεσαν στα χέρια μου τα παραμύθια του Όσκαρ Ουάιλντ δεν πίστευα πως η ζωή μου μπορούσε να’ χει κάποιο νόημα* αυτομάτως η ευαισθησία μου, τα συναισθήματά μου, η διάνοιά μου βρήκαν μια συνισταμένη που το τόξο της σημάδευε ένα τρυφερό σημείο στο μέλλον.
Σκεφτόμουν τώρα πως η στάση μου απέναντι στα παιχνίδια μου, τα καμώματά μου, οι θλίψεις μου, τα όνειρά μου όλα μπορούσαν να δικαιολογηθούν.
Σκεφτόμουν επίσης πως ο στόχος μου ήταν ανώτερος από οποιοδήποτε άλλον.
Όλα αυτά τι σήμαιναν ;……
***********************
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Ο χρόνος κυλά ανεπαίσθητα, όμως η φαντασία μας καταπιάνεται με το παρελθόν για να μεταμορφώσει αυτή την ανεπαίσθητη ροή σε διάρκεια που βιώθηκε με πάθος.
Έτσι αποδεικνύει πως δεν ήμασταν απλώς, αλλά υπήρξαμε.
Και συνεχίζουμε να υπάρχουμε ακόμα.
Συνήθως αναίσθητα άτομα είναι οι κεντρικοί φορείς της ευαισθησίας.
Άτομα που συλλαμβάνετε το βλέμμα τους με απάθεια μπρός στον έρωτα ή το θάνατο είναι συνήθως αυτά που δίνονται με περισσότερη ορμή στον έρωτα και στο θάνατο.
Κανείς δεν υποπτευόταν ότι μου είχε κάνει ποτέ κάτι ιδιαίτερο εντύπωση. Ίσως εν μέρει είχαν δίκιο. Δεν υπήρχε για μένα ιδιαίτερο. Τα πάντα μου έκαναν εντύπωση και η άμυνά μου για την επιβίωση ήταν η αδιαφορία.
Όταν πλάθεις τον εαυτό σου για παρατηρητή τα γεγονότα σου δείχνουν τις οξείες γωνίες τους. Το ερώτημα είναι : οι αθώοι μπορούν να σκοτώσoυν ;
Ζω σ’ έναν κόσμο που κυριαρχούν ονόματα, λέξεις, ιδέες.
Η πραγματικότητα είναι μια θάλασσα. Εγώ κάθομαι στην αμμουδιά, κάτω από τον ήλιο, μαυρισμένος από μια αχαλίνωτη και εξουθενωτική φαντασία.
Που και που σηκώνομαι, κοιτάζω τριγύρω και κάνω το μπάνιο μες στη πραγματικότητα.
Πάντα διστάζω γι αυτή τη κίνηση. Είναι η κούραση, η ανία ή ότι άλλο θέλετε.
Είναι η αίσθηση ότι άμα δεν έρθω σε επαφή με το νερό θα ξεφλουδίσω, θα σβήσω πάνω στη καυτή άμμο.
Γύρω μου τα μάτια του κόσμου. Τρομερά και ανελέητα. Τρυφερά και θελκτικά. Αδιάφορα και ονειροπόλα. Γεμάτα ήλιο και θάλασσα. Με κόκκους άμμου
στις γωνίες τους που λαμπυρίζουν σαν μικροσκοπικές, χρυσαφένιες ελπίδες.
Τρείς το μεσημέρι και η ντάλα τους έχει κάνει όλους αμίλητους.
Κλείσαν τα μάτια τους. Το στόμα τους. Αφήσαν το κορμί τους ελεύθερο.
Μα βλέπουν.
Μπροστά η θάλασσα, μια απέραντη αρένα. Ένα πάλκο. Μια ιδέα.
Εκεί θα παιχτεί το παιγνίδι. Με τους γαλάζιους ατμούς του καύσωνα.
Με τον ορίζοντα. Με ένα πανί που αρμενίζει.
Το παιγνίδι που θα δούν όσοι κάνουν πως κοιμούνται κι έχουν τα μάτια τους στυλωμένα στο παιγνίδι.
************************
Η ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ
Η εξιστόρηση μιας ζωής είναι αδύνατη. Αυτός που θέλει να γράψει το μυθιστόρημα μιας ζωής δεν προσπαθεί παρά να πει τι ένιωσε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.
Αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου που κλείνει τόσα χρόνια μέσα του έχει τόση πυκνότητα που η ενέργειά του σε αφήνει άναυδο.
Έτσι η οποιαδήποτε ιστορία δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη από ένα κλάσμα του δευτερολέπτου έστω κι αν οι φαινομενικές της χρονικές διστάσεις είναι μερικά χρόνια.
Ύστερα αν προσπαθούσε εκείνος που την γράφει να την ξαναγράψει βασισμένος στις εντυπώσεις του αμέσως επομένου κλάσματος του χρόνου αυτή η ιστορία θα ήταν το ίδιο αληθινή αλλά εντελώς διαφορετική.
****************
Ο Νότης Γέροντας (1953 – 2007) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκης τον Ιούλιο του 1953. Για ένα μικρό διάστημα έζησε εκεί. Αργότερα η οικογένειά του συνέχισε τη ζωή της στην Αθήνα, όπου ο Νότης τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο Κυψέλης και το Γυμνάσιο, στην Λεόντιο Σχολή Πατησίων. Το 1971 εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, απ’ όπου και παραιτήθηκε το 1974, ένα μήνα πριν ορκισθεί ως μάχιμος του Πολεμικού Ναυτικού. Ακολούθησε αλλαγή πλεύσης στο Εμπορικό Ναυτικό, όπου έκανε υπεραντλατικά ταξίδια για μία 15ετία περίπου. Αγαπούσε τη λογοτεχνία και λάτρευε την ποίηση. Μικρό παιδί ακόμα έγραψε το πρώτο του ποίημα. Άφησε μεγάλο συγγραφικό έργο, σε ποιήματα και πεζά. Ήταν ψυχή ελεύθερη, ασυμβίβαστη, ερωτική, αγέρωχη και συνάμα ευαίσθητη.









