«Θοδωρής Καλλιφατίδης, “Τα περασμένα δεν είναι όνειρο”», εκδ. Γαβριηλίδης 2013 (γράφει ο Θανάσης Πασπαλάκης)
8Ιου
`
ʼΈτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
Στην κώχη τούτη τη μικρή, σʼ όλη τη γη τη χάλασεςʼʼ
Κ.Π. Καβάφης
Τι είναι το παρελθόν; Ο χρόνος που γράφεται και δεν διαγράφεται.
Γιος Πόντιου πρόσφυγα απʼ την Κωνσταντινούπολη ο συγγραφέας, θα φύγει σε ηλικία οχτώ ετών για την πρώτη, εσωτερική, μετανάστευσή του από τους Μολάους Λακωνίας προς την Αθήνα λόγω εμφυλίου.
Από την Αθήνα, στα είκοσι έξι του, στιγματισμένος λόγω των ʽʼκοινωνικών φρονημάτωνʼʼ, του πατέρα του, κομμένος από το πανεπιστήμιο, χτυπημένος ʽʼστο πιο ευαίσθητο σημείο, τη φτώχεια τουʼʼ όπως θα έλεγε ο Ταχτσής, θα φύγει για τη Σουηδία έχοντας ʽʼκουραστεί να είναι Έλληναςʼʼ και θέλοντας ʽʼνα γίνει ένας άλλοςʼʼ.
Χωρίς να μπορεί νʼ αλλάξει όσα έγιναν (αυτό δεν είναι σίγουρο αν το μπορεί κι ίδιος ο Θεός), το μόνο που του μένει είναι να γράφει γι αυτά, να ʽʼτα σώσειʼʼ όπως ελπίζει κάθε συγγραφέας.
ʽʼΤα περασμένα δεν ήταν χαμένα. Σα να τα είχα φανταστεί. Ιδιαίτερα εκείνο τον ασβεστωμένο τοίχο που πάντα τον έβλεπα. Ήμουν πέντε χρονών τότε. Οι Γερμανοί ήταν ακόμα στο χωριό. Έχαναν πια τον πόλεμο. Η αντίσταση μεγάλωνε κάθε μέρα. Για να δείξουν ότι ακόμα έλεγχαν την κατάσταση τουφέκισαν έναν άτυχο μπροστά στα μάτια μας. Ήμουν κι εγώ εκεί με τη μαμά. Ο πατέρας ήταν φυλακή. Τα μεγάλα αδέρφια έλειπαν. Κρατούσα το χέρι της. Ο μελλοθάνατος αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια. Όταν τον πέτυχαν οι σφαίρες δεν μπορούσε να πέσει προς τα πίσω. Ο κατάλευκος ασβεστωμένος τοίχος τον εμπόδιζε. Έπεσε μπροστά τεντώνοντας τα χέρια για να προφυλαχθεί από το πέσιμο. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα. Και με κοίταζε. Ο πατέρας μου είχε μάθει να γράφω και να διαβάζω. Το ίδιο βράδυ έγραψα για κείνα τα μάτια. Από τότε δε σταμάτησαʼʼ.
Ο Μαρκές έγραψε πως ʽʼη ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάταιʼʼ και ο Καλλιφατίδης έχει σφυρηλατήσει την τέχνη του εκτός απʼ τη θύμηση, στην πίκρα και τη σιωπή γι αυτό είναι και τόσο αυθεντική.
Λακεδαιμόνιος άλλωστε ο ίδιος, δεν χρησιμοποιεί τρεις λέξεις εκεί που αρκούν οι δύο, ούτε καν δύο εκεί που φτάνει μια. Ένα χαρακτηριστικό ιστορικό ανέκδοτο λέει για κάποιο μήνυμα του Πέρση βασιλιά προς τους Σπαρτιάτες, που έλεγε πως αν εισβάλλει στη Λακωνία, η πόλη της Σπάρτης θα ισοπεδωθεί. Η μονολεκτική απάντηση που έλαβε ήταν ένα απλό : ʽʼΑνʼʼ.
Κι ύστερα από την Κατοχή, εμφύλιος. ʽʼΜέρες ξερές σαν τουφεκιέςʼʼ που λέει και ο Σινόπουλος.
Ο Λούκατς παρατήρησε πως η τραγωδία είναι πάντα μια οικογενειακή υπόθεση. Ένα έθνος είναι μια μεγάλη οικογένεια. Άρα ένας εμφύλιος πόλεμος σημαίνει τραγωδία στο τετράγωνο.
ʽʼΗ Δεξιά μου είχε κλέψει τη ζωή μου. Η Αριστερά την ιστορία μουʼʼ. Κι αλλού θα γράψει λόγια που έχουν την ηχώ του Θουκιδίδη : ʽʼΈτσι είναι πάντα. Ο νικητής κάνει αυτό που θέλει. Ο χαμένος αυτό που πρέπει.ʼʼ
Τι αφήνει πίσω του αυτός που ξενιτεύεται; Τα πάντα. Τι παίρνει μαζί του οριστικά; Το παρελθόν.
Η σχέση του συγγραφέα με το παρελθόν είναι καθοριστική. Εξάλλου δεν κάνει άλλο απʼ το νʼ αφηγείται, να εξιστορεί, δηλαδή να θυμάται.
Ο Καλλιφατίδης παίρνει το ʽʼθυμούμαι, άρα υπάρχωʼʼ του Αναγνωστάκη και το πεισμώνει περισσότερο μέχρι να γίνει ʽʼδεν ξεχνώ άρα υπάρχωʼʼ, αρχικά, κι έπειτα όλο και πιο θυμωμένο θα ʼλεγε κανείς, ʽʼόσο δεν ξεχνάω υπάρχωʼʼκι ακόμη πιο προσωπικά, ʽʼόσο δεν σε ξεχνάω υπάρχωʼʼ.
Το σίγουρο είναι ότι ο πόνος είναι κάτι υπαρκτό, που καθιστά σαφή την παρουσία του. Και πως όσοι σαν τον Καρυωτάκη νιώθουν την πραγματικότητα ʽʼ με σωματικό πόνοʼʼ, ξέρουν ότι το παρελθόν είναι παρόν γιατί ο πόνος για το χθες συμβαίνει σήμερα και τώρα, συμβαίνει πάντα τώρα. Τα περασμένα δεν είναι σαν να μην έγιναν ποτέ αφού είναι εδώ, σχεδόν μπορείς να τα αγγίξεις.
Όταν δεν μπορείς να ξεχάσεις το μόνο που μένει είναι να ξεχαστείς. Πώς; Φεύγοντας.
Η μνήμη λοιπόν εκτός από μια κάρτα απεριορίστων διαδρομών είναι στοιχείο της ταυτότητας μας. Χωρίς αυτήν δεν θα ήμασταν απλώς κάποιοι άλλοι αλλά κανένας.
Για τον Προυστ, οι μόνοι παράδεισοι που μπορεί να ελπίζει κανείς, είναι οι χαμένοι, αυτοί που ανήκουν στο παρελθόν.
Για τον Καλλιφατίδη , ο παράδεισος είναι ένας μέρος όπου δεν υπάρχει μνήμη. Άρα ένα μέρος απʼ όπου εξορίζεται αφού τη μνήμη δεν την έχει επιλέξει καν ο ίδιος αλλά τον έχει επιλέξει εκείνη.
Η ευτυχία προϋποθέτει τη λήθη όσο και η ελευθερία την ηλιθιότητα. Η δυστοκία της ευτυχίας είναι το τίμημα για την προσωπικότητα και η χαμένη αθωότητα για την αντίληψη. Αν είναι έτσι έχουμε όλοι εξασφαλίσει μια Κόλαση στον Παράδεισο.
Τουλάχιστον η πίκρα μας μαθαίνει να προσέχουμε τα λόγια μας καθώς είναι ʽʼ οι ευτυχισμένοι άνθρωποι που δεν τα προσέχουνʼʼ.














