ʽ

`

ʼΈτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
Στην κώχη τούτη τη μικρή, σʼ όλη τη γη τη χάλασεςʼʼ

Κ.Π. Καβάφης

Τι είναι το παρελθόν; Ο χρόνος που γράφεται και δεν διαγράφεται.
Γιος Πόντιου πρόσφυγα απʼ την Κωνσταντινούπολη ο συγγραφέας, θα φύγει σε ηλικία οχτώ ετών για την πρώτη, εσωτερική, μετανάστευσή του από τους Μολάους Λακωνίας προς την Αθήνα λόγω εμφυλίου.
Από την Αθήνα, στα είκοσι έξι του, στιγματισμένος λόγω των ʽʼκοινωνικών φρονημάτωνʼʼ, του πατέρα του, κομμένος από το πανεπιστήμιο, χτυπημένος ʽʼστο πιο ευαίσθητο σημείο, τη φτώχεια τουʼʼ όπως θα έλεγε ο Ταχτσής, θα φύγει για τη Σουηδία έχοντας ʽʼκουραστεί να είναι Έλληναςʼʼ και θέλοντας ʽʼνα γίνει ένας άλλοςʼʼ.
Χωρίς να μπορεί νʼ αλλάξει όσα έγιναν (αυτό δεν είναι σίγουρο αν το μπορεί κι ίδιος ο Θεός), το μόνο που του μένει είναι να γράφει γι αυτά, να ʽʼτα σώσειʼʼ όπως ελπίζει κάθε συγγραφέας.
ʽʼΤα περασμένα δεν ήταν χαμένα. Σα να τα είχα φανταστεί. Ιδιαίτερα εκείνο τον ασβεστωμένο τοίχο που πάντα τον έβλεπα. Ήμουν πέντε χρονών τότε. Οι Γερμανοί ήταν ακόμα στο χωριό. Έχαναν πια τον πόλεμο. Η αντίσταση μεγάλωνε κάθε μέρα. Για να δείξουν ότι ακόμα έλεγχαν την κατάσταση τουφέκισαν έναν άτυχο μπροστά στα μάτια μας. Ήμουν κι εγώ εκεί με τη μαμά. Ο πατέρας ήταν φυλακή. Τα μεγάλα αδέρφια έλειπαν. Κρατούσα το χέρι της. Ο μελλοθάνατος αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια. Όταν τον πέτυχαν οι σφαίρες δεν μπορούσε να πέσει προς τα πίσω. Ο κατάλευκος ασβεστωμένος τοίχος τον εμπόδιζε. Έπεσε μπροστά τεντώνοντας τα χέρια για να προφυλαχθεί από το πέσιμο. Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα. Και με κοίταζε. Ο πατέρας μου είχε μάθει να γράφω και να διαβάζω. Το ίδιο βράδυ έγραψα για κείνα τα μάτια. Από τότε δε σταμάτησαʼʼ.
Ο Μαρκές έγραψε πως ʽʼη ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάταιʼʼ και ο Καλλιφατίδης έχει σφυρηλατήσει την τέχνη του εκτός απʼ τη θύμηση, στην πίκρα και τη σιωπή γι αυτό είναι και τόσο αυθεντική.
Λακεδαιμόνιος άλλωστε ο ίδιος, δεν χρησιμοποιεί τρεις λέξεις εκεί που αρκούν οι δύο, ούτε καν δύο εκεί που φτάνει μια. Ένα χαρακτηριστικό ιστορικό ανέκδοτο λέει για κάποιο μήνυμα του Πέρση βασιλιά προς τους Σπαρτιάτες, που έλεγε πως αν εισβάλλει στη Λακωνία, η πόλη της Σπάρτης θα ισοπεδωθεί. Η μονολεκτική απάντηση που έλαβε ήταν ένα απλό : ʽʼΑνʼʼ.
Κι ύστερα από την Κατοχή, εμφύλιος. ʽʼΜέρες ξερές σαν τουφεκιέςʼʼ που λέει και ο Σινόπουλος.
Ο Λούκατς παρατήρησε πως η τραγωδία είναι πάντα μια οικογενειακή υπόθεση. Ένα έθνος είναι μια μεγάλη οικογένεια. Άρα ένας εμφύλιος πόλεμος σημαίνει τραγωδία στο τετράγωνο.
ʽʼΗ Δεξιά μου είχε κλέψει τη ζωή μου. Η Αριστερά την ιστορία μουʼʼ. Κι αλλού θα γράψει λόγια που έχουν την ηχώ του Θουκιδίδη : ʽʼΈτσι είναι πάντα. Ο νικητής κάνει αυτό που θέλει. Ο χαμένος αυτό που πρέπει.ʼʼ
Τι αφήνει πίσω του αυτός που ξενιτεύεται; Τα πάντα. Τι παίρνει μαζί του οριστικά; Το παρελθόν.
Η σχέση του συγγραφέα με το παρελθόν είναι καθοριστική. Εξάλλου δεν κάνει άλλο απʼ το νʼ αφηγείται, να εξιστορεί, δηλαδή να θυμάται.
Ο Καλλιφατίδης παίρνει το ʽʼθυμούμαι, άρα υπάρχωʼʼ του Αναγνωστάκη και το πεισμώνει περισσότερο μέχρι να γίνει ʽʼδεν ξεχνώ άρα υπάρχωʼʼ, αρχικά, κι έπειτα όλο και πιο θυμωμένο θα ʼλεγε κανείς, ʽʼόσο δεν ξεχνάω υπάρχωʼʼκι ακόμη πιο προσωπικά, ʽʼόσο δεν σε ξεχνάω υπάρχωʼʼ.
Το σίγουρο είναι ότι ο πόνος είναι κάτι υπαρκτό, που καθιστά σαφή την παρουσία του. Και πως όσοι σαν τον Καρυωτάκη νιώθουν την πραγματικότητα ʽʼ με σωματικό πόνοʼʼ, ξέρουν ότι το παρελθόν είναι παρόν γιατί ο πόνος για το χθες συμβαίνει σήμερα και τώρα, συμβαίνει πάντα τώρα. Τα περασμένα δεν είναι σαν να μην έγιναν ποτέ αφού είναι εδώ, σχεδόν μπορείς να τα αγγίξεις.
Όταν δεν μπορείς να ξεχάσεις το μόνο που μένει είναι να ξεχαστείς. Πώς; Φεύγοντας.
Η μνήμη λοιπόν εκτός από μια κάρτα απεριορίστων διαδρομών είναι στοιχείο της ταυτότητας μας. Χωρίς αυτήν δεν θα ήμασταν απλώς κάποιοι άλλοι αλλά κανένας.
Για τον Προυστ, οι μόνοι παράδεισοι που μπορεί να ελπίζει κανείς, είναι οι χαμένοι, αυτοί που ανήκουν στο παρελθόν.
Για τον Καλλιφατίδη , ο παράδεισος είναι ένας μέρος όπου δεν υπάρχει μνήμη. Άρα ένα μέρος απʼ όπου εξορίζεται αφού τη μνήμη δεν την έχει επιλέξει καν ο ίδιος αλλά τον έχει επιλέξει εκείνη.
Η ευτυχία προϋποθέτει τη λήθη όσο και η ελευθερία την ηλιθιότητα. Η δυστοκία της ευτυχίας είναι το τίμημα για την προσωπικότητα και η χαμένη αθωότητα για την αντίληψη. Αν είναι έτσι έχουμε όλοι εξασφαλίσει μια Κόλαση στον Παράδεισο.
Τουλάχιστον η πίκρα μας μαθαίνει να προσέχουμε τα λόγια μας καθώς είναι ʽʼ οι ευτυχισμένοι άνθρωποι που δεν τα προσέχουνʼʼ.
Όμως αφού το παρελθόν είναι νεκρό, γιατί φοβόμαστε όλοι μην ξυπνήσει; Ο συγγραφέας διατηρεί (σχεδόν συντηρεί) το παρελθόν σαν ένα μέλλον ναρκοπέδιο που όσο το διασχίζεις βρίσκεται μπροστά σου. ʽʼΌ,τι υπήρξε έχει υπάρξει για πάνταʼʼ.
Όντας αιχμάλωτοι του παρελθόντος μας, λίγο ή πολύ είμαστε όλοι όμηροι αυτού που δεν υπάρχει. Αυτό λοιπόν που πέρασε δεν είναι ακριβώς νεκρό. Φάντασμα είναι, γι αυτό και μας στοιχειώνει.
Όταν ψάχνει κανείς το παρόν του άλλου, είναι απλά περίεργος. Αδιάκριτος γίνεται όταν σκαλίζει το παρελθόν του. Οι ασφαλίτες έχουν δίκιο δυστυχώς. Καθένας έχει πράγματα να κρύψει.
ʽʼΞένος θα είσαι ξένε μου όσο δικός κι αν γίνειςʼʼ λέει ο λαός.
Η ζωή του συγγραφέα κινείται σαν το εκκρεμές (όχι του Σοπενχάουερ ανάμεσα στη θλίψη και την ανία) αλλά ανάμεσα σε δυο πατρίδες χωρίς να έχει ούτε μια αφού καμία δεν τον διεκδικεί.
Αυτό το αίσθημα του μετεωρισμού είναι το αίσθημα του ξενιτεμένου.
Ο Καλλιφατίδης είναι άξιος λογοτέχνης γιατί είναι επάξιος τεχνολόγος της γλώσσας. Γράφει βιβλία που δεν θέλεις να τα αφήσεις απʼ τα χέρια σου και άρα γράφει στο είδος του ʽʼκαλάʼʼ όπως μάθαμε να λέμε βιβλία.
ʽʼΉταν η ώρα να μπω στο βαγόνι. Η μαμά έκλαιγε σιωπηλά. Ο μπαμπάς κοίταζε αλλού. Η καρδιά μου ήταν βαριά σαν μαύρη πέτρα. Ξαφνικά μάθαινα τι σήμαινε να ρίξεις μαύρη πέτρα πίσω σου. Την καρδία σου πετούσες. Το μαντήλι της μαμάς είχε μουσκέψει απʼ τα δάκρυα και είχε βαρύνει. Ούτε να μου κουνήσει το μαντήλι δεν μπορούσε. Από τους τρεις γιούς δεν ήταν πια κανένας κοντά τους. << Μόνοι σαν ξερά κλαριά>> έλεγε η μαμά για όσους δεν είχα τα παιδιά τους δίπλα τους. Τώρα ήταν και εκείνη ένα ξερό κλαρίʼʼ.
ʽʼΝα φεύγεις είναι να πεθαίνεις λίγοʼʼ θα πει ο Καραγάτσης και μάλλον θα τα πει όλα πάνω στο θέμα. Να μείνεις όμως τότε στην Ελλάδα ήτανε να πεθαίνεις πολύ, μας λέει με άλλα λόγια ο συγγραφέας.
Η μνήμη είναι πολύ επιλεκτική και ως εκ τούτου ο Καλλιφατίδης σπάνια αναφέρεται στις πολλές δυσκολίες που αντιμετώπισε στα πρώτα χρόνια του ως μετανάστης. Ο μεγεθυντικός του φακός εστιάζει στο άλγος του νόστου, τον πόνο της μη επιστροφής,τη νοσταλγία. Και ʽʼη νοσταλγία του μετανάστη είναι πάντα πιο δυνατή γιατί έχει μέσα της ενοχήʼʼ.
ʽʼΗ κάθε πέτρα είναι βαριά στον τόπο τηςʼʼ λέει η παροιμία. Ο συγγραφέας θα πει : ʽʼ Η πατρίδα είναι πατρίδα και η ξενιτιά ξενιτιά αλλά καμιά φορά γίνεται η πατρίδα ξενιτιά και η ξενιτιά πατρίδαʼʼ.
Η λογοτεχνία δεν έχει όλες τις απαντήσεις. Κάνει κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Θέτει με τρόπο τις ερωτήσεις.
Ο επιτυχημένος πια πρωταγωνιστής, ο αναγνωρισμένος συγγραφέας, καθηγητής πανεπιστημίου στη φιλοσοφική της Στοκχόλμης και τιμημένος επανειλημμένως απʼ το σουηδικό κράτος αναρωτιέται διαχειριζόμενος τις τύψεις της πιθανή ολιγάρκειάς του: ʽʼείναι δυνατόν να είναι κανείς συγγραφέας χωρίς να προδώσει κάποιον ή κάτι;ʼʼ Συγγραφέας δεν γίνεται κανείς με το περίσσευμα αλλά απʼ το υστέρημα του. ʽʼ<<Εσύ έφυγες και γλίτωσες>>, μου λένε συγγενείς και φίλοι. Δεν έχω πια δικαίωμα να μιλάω για ελληνικά θέματα. Ένα φίμωτρο είναι το πρώτο που σου δίνουν όταν φτάνεις σε μιαν άλλη χώρα και είναι επίσης το πρώτο που παίρνεις όταν γυρίζεις πίσωʼʼ.
Η ματιά του Θοδωρή Καλλιφατίδη είναι διεισδυτική και βαθειά γιατί έχει πιάσει ρίζα στον πόνο. Βλέπει πως το να είσαι Έλληνας δεν είναι ούτε ευτυχία ούτε δυστυχία αλλά μοίρα.
Η πατρίδα μοιάζει με μια συλλογική ομάδα αίματος. Μια σφραγίδα ομαδική που θα μας ξεχωρίζει δια βίου μαζί με κάποιους άλλους.
Η μητέρα πατρίδα μπορεί κάποτε να φέρεται σα μητριά αλλά δε γίνεται ποτέ λιγότερο πατρίδα.
ʽʼΆφησα την Ελλάδα και την έχω κρατήσει βαθιά μέσα μου, τόσο βαθιά που κανείς δεν μπορεί να τη φτάσει.ʼʼ
Όμως η μνήμη ξέρει μια διαδρομή, να επιστρέφει. Στα ίδια, τα γνωστά της δρομολόγια όπου ʽʼο φόβος κλείνει την ψυχή όπως τα βλέφαρα τα μάτιαʼʼ.
ʽʼΣτέκονταν ακίνητοι, σαν να είχαν πάρει διαταγή από κάποιον μυστικό Θεό. Νεοφερμένοι μετανάστες στέκονται έτσι γιατί ξέρουν ότι κανένας δρόμος δεν οδηγεί πουθενάʼʼ.
Η ίδια πάλι διαδρομή από άλλους δρόμους. ʽʼ Τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια,/ δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς / ʽʼ λέει ο Σεφέρης που κάτι ξέρει απʼ αυτά.
Άνθρωπος που έγινε πραμάτεια και ο Καλλιφατίδης.
Κι ακόμη περισσότερο, υπό το ονειρικό πρίσμα της Μεταμόρφωσης του Κάφκα, θα ήταν άνθρωπος που έγινε βαλίτσα, αποσκευή. Μια αποσκευή γεμάτη από τη λύπη της ξενιτιάς ʽʼπου με τα χρόνια γίνεται λεπτή σαν άμμος και μπαίνει παντούʼʼ.
Το παρελθόν είναι μια κάννη που μας σημαδεύει κι ο χρόνος ο περίστροφος καπνός αυτού που ακόμα δεν εκπυρσοκρότησε.
Το μέλλον είναι υποψήφιο παρελθόν. Το μέλλον έχει τη δική του ιστορία. Τα περασμένα μας λοιπόν δεν είναι όνειρο. Πολύ δε περισσότερο που μες στο όνειρο είναι σαν όλα να συμβαίνουν τώρα. ʽʼΌλες οι ήττες και οι νίκες είναι σύγχρονεςʼʼ.
Τα περασμένα βέβαια δεν είναι ξεχασμένα, αφού δεν είναι περασμένα καν. Αυτό ακριβώς. Τα περασμένα μας δεν είναι περασμένα.
Ο Καλλιφατίδης τιμά την Ελλάδα στη Σουηδία και τη Σουηδία σε άλλες είκοσι γλώσσες που έχουν μεταφραστεί τα βιβλία του.
Ευτύχησε εν ζωή να υπάρχει μια οδός που φέρει τʼ όνομα του τόσο στους Μολάους Λακωνίας όσο και στη Λογοτεχνία.
Αναζητάει βέβαια ακόμα τον Παράδεισο , ένα μέρος δηλαδή όπου μπορείς ʽʼνα εμπιστεύεσαι τις λέξειςʼʼ.
Μπορεί να μη μπορέσει να το βρει, μα είναι τελείως σίγουρος όπως κι ο Εγγονόπουλος ότι ʽʼ οι άγγελοι στον Παράδεισο μιλούν ελληνικάʼʼ.
Στο μεταξύ ας συνεχίζουμε να γράφουμε, πασχίζοντας να κλείσουμε παλιούς λογαριασμούς, ανοίγοντας παλιότερους που πάει να πει καινούργιους.
`

* Το βιβλίο του Θοδωρή Καλλιφατίδη κέρδισε το Βραβείο Μαρτυρίας – Βιογραφίας – Χρονικού – ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας 2013