`
`
Η εξάπλωση της φήμης των τραγουδιών του Μπαρμπαγιάννη κανατά τον οδήγησε να τα τυπώσει ο’ ένα δεκαεξασέλιδο φυλλάδιο που κυκλοφόρησε το 1873, με τίτλο «ΤΑ ΔΗΜΩΔΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΑΝΗ ΤΟΥ ΚΑΝΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΛΛΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΣΥΛΛΕΧΘΕΝΤΑ ΚΑΙ ΤΥΠΘΕΝΤΑ ΔΙʼ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ», όπου επίσης περιέλαβε και δύο σκίτσα του με τις αντίστοιχες αμφιέσεις του. Στον πρόλογο έγραψε: «Επειδή πολλοί εκ των έξω ομογενών της Τουρκίας ως και της Γαλλίας και Αγγλίας διʼ επιστολών των μοι ζητούσιν όπως τοις πέμψω τα τραγούδια μου, άπερ κατά καιρούς έχω εκδώσει και τραγουδώ συνήθως, διά τούτο συνάπτων όλα αυτά σήμερον εις εν, ως και τίνα άλλα ξένα τα οποία ετόνισα ης τον σοκοπόν μου εκδίδω το παρόν μικρόν φυλλάδιο οπό τον τίτλον Δημώδη τραγούδια του μπάρμπα-Γιάννη. Αλλά επειδή οι εκτός ομογενείς δεν με γνωρίζουν, δια τούτο ηναγκάσθην όπως θέσω και την εικόνα μου εις το βιβλιάριον τούτο εις δύο φωτογραφήσεις, ήτοι εις την μίαν παριστώμαι ως φορών την καθημερινήν ενδυμασίαν μου και μετά του γαϊδάρου μου πωλών στάμνας μου, εις δε την άλλην την εορτινήν ως συχνάζων εις τα καφενεία κι εις την μουσικήν».
Είναι συνολικά 18 τραγούδια. Τα 16 στιχουργήματα του ιδίου, ένα που έγραψαν οι Πατρινοί προ τιμήν του όταν τους επισκέφτηκε και ένα του φοιτητή Α. Κοτσάκου. Επιλογές από τα στιχάκια του (αισθητά παραλλαγμένες) εκδόθηκαν και σε μουσικά φυλλάδια.
Τα δημοσιεύουμε με τη σειρά που τα βρήκαμε στην αρχική τους δημοσίευση.
`
ΤΑ ΔΗΜΩΔΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ.
ΕΜΟΥ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΝΝΗ.
`
Το παράπονον της Σοφίας διά την αναχώρησίν μου εις Σύρον ως και η εκεί υποδεξίωσις.
1.
Έφυγες απ’ τας Αθήνας
Μπάρμπα Γιάννη Κανατά,
Γάιδαρον και την Σοφιά σου
μας αφάκες στ’ ανοικτά
2.
Να πεινώμεν βλησφημώντες
τας αισχράς εκείνας φίλας
Που σ’ έκανον ν’ αφήσεις
τας λαμπράς τώρ’ Αθήνας
3.
Τρίτη, ήτο, μαύρʼ ημέρα,
που μοι είπες «έχε γεια»,
Κι ότι πάγεις εις την Σύρον
διά μίαν σου δουλειά.
4.
Δεν σ’ επίστευσα η δόλια
νόμισα πώς με γελάς,
Ως συνήθως πάντα κάμνεις,
σαν θυμώνεις να μιλάς.
5.
Αχ! αλήθεια με το είπες
κ’ έτρεξες περιχαρής,
Εις τον Πειραιά να φθάσεις
στο ατμόπλοιον να ‘μβεις.
6.
Στο ατμόπλοιον εμβήκες
κ’ ήρχισες μʼ υμνωδία
Να με λέγεις έχε γεια
γλυκυτάτη μου Σοφία.
7.
Το ατμόπλοιον αράζει
εις της Σύρου τα νερά
Και εμβαίνεις πρώτος έξω
εύθυμος κι όλο χαρά.
8.
Το κοινόν όλον της Σύρου
οι λεμβούχοι προσκαλούν
Πως ο Μπαρμπα-Γιάννης ήλθε
και να τρέξουν να σ’ ειδούν.
9.
Νέοι, γέροντες, παιδία
έτρεξαν σαν πετακτά,
Και συ λέγουν καλώς ήλθες
μπάρμπα – Γιάννη Κανάτα.
10.
Σε εσήκωναν επάνω
κ’ έκραζον στα δυνατά,
Ζήτω νέε Διογένη
μπάρμπα-Γιάννη Κανάτα.
11.
Μ’ άνθη, πούλουδα σ’ εραίναν
εις τον δρόμον τα παιδιά,
Και το ζήτω, ζήτω, ζήτω
έλεγον με την καρδιά.
12.
Συ δε στρίβων το μουστάκι
και με σοβαράς φωνής,
Έλεγες το πως επήγες
βουλευτής να εκλεχθείς.
13.
Και εις την Βουλήν σαν έλθεις
έχει σχέδια μυρία.
Να προτείνεις να ψηφίσουν
όπως παύση η ληστεία.
14.
Ναι ναι ναι φωνωνάζουν όλοι
βουλευτής θα εκλεχθείς.
Αλλά κάμε μας την χάριν
Το τραγούδι σου να πεις.
15.
Εις τραπέζι σ’ ανεβάζουν
μέγα πλήθος Συργιανοί
Και αρχίζεις την γλυκιάν σου
και αγγελική φωνή.
`
***
Το ιπποτικόν τραγούδι όπερ είπον εις την Σύρον.
1.
Μπάρμπα-Γιάννη σε λατρεύω
και σε αγαπώ πιστά,
Σε το λέγω στα σωστά
Μπάρμπα-Γιάννη Κανατά.
2.
Που γυρίζεις τραγωδώντας
και ταις νέαις προσκαλείς
Να βγουν στάμνες ν’ αγοράσουν
με σκοπόν να ταις ιδείς.
3.
Που την εορτή σαν Λόρδος
περπατείς με ευμορφιά,
Με ψηλό μαύρο καπέλο
και γραβάτα πλατιά.
4.
Που στο χέρι το μπαστούνι
εις τα μάτια τα γυαλιά,
Κ’ εις τον ώμον σου το σάλι
τρέχ’ εις κάθε γειτονιά.
5.
Με μουστάκια στριμμένα
με παπούτζια λαστικά,
Και με γάντια της Ευρώπης
φίνα όλως εκλεκτά.
6.
Εις τους δρόμους όλους τρέχεις
τα παιδιά σ’ ακολουθούν,
Σου φωνάζουν Μπαρμπαγιάννη
στάσ’ αι νέαι να σ’ ιδούν.
7.
Στέκεσαι και το καπέλο
βγάζεις και ταις χαιρετάς,
Και ταις λέγεις ότι είσαι
ο Μπαρμπαγιάννης Κανάτας.
8.
Η καρδία σου τίκι τάκου
σαν ρολόγι σου κτυπά
Να βρεθεί καμιά να σ’ είπη
ότι πως σε αγαπά.
9.
Πρόσεξε μη σε γελάσει
καμιά πονηρά Κυρά,
Και σου φάγει το γαϊδούρι
και σ’ αφήσει την ουρά.
10.
Τι αι νέαι θέλουν όλε
Μπάρμπα-Γιάννη Κανατά,
Τον συρμόν των Παρισίων
να ακολουθούν πιστά.
11.
Και αμέσως θα πωλώσεις
σάλ’ ομπρέλα και γυαλιά,
Κι ο θεός να σε φυλάξει
μη σου φύγουν τα μυαλά.
12.
Και σου έλθει και η τρέλα
βουλευτής μας να γενείς
Και ταις στάμνες διά κάλπες
να μας βάλεις να ζητείς.
13.
Πώλει πώλει, Μπαρμπαγιάννη
κουμπαράδες και σταμνά,
Κ’ έχε πάντα εις τον νουν σου
πώς γεννήθης στην Τουρκία.
14.
Αν γυρεύσεις δε καμιά
με τους κότσους τα μαλλιά
Θα σ’ αφήσει τότε πλέον
και η δυστυχής Σοφιά
15.
Και με πέτρα το κεφάλι,
θα κτυπάς στα δυνατά
Και θα λέγεις αχ Σοφιά μου
έλα δεν το κάμνω πλιά.
`
.***
Τραγούδιον διά την αναχώρησίν μου εις Πάτρας και Μεσολόγγιον
1.
Πάλιν πάλιν τας Αθήνας
άφησες κυρ Κανατά,
Και επήγες ως πιστεύω
ν’ ανταμώσεις την Βγενειά.
2.
Και με είπες πως θα πάγεις
στην πατρίδα για δουλειά,
Και στο Λαύριον να ίδεις
την χρυσήν του σκουριά.
3.
– Όχι, φίλη μου στας Πάτρας
πήγα διά τον σκοπόν,
Την θεόζουρλη Γαρούφω,
ίσως και ξεφορτωθώ.
4.
Το γαϊδούρι με ταις στάμνες
μ’ έφαγεν η πονηρά,
Και ακόμη όσον είχα
στο σεντούκι μου παρά.
5.
Εις τας Πάτρας άμα πήγα
έτρεξαν οι Πατρινοί,
Να με λέγουν καλώς ήλθες
μπάρμπα-Γιάννη ποιητή.
6.
Μ’ άνθη πούλουδα με ραίναν
και χρυσότατον στεφάνι.
Εφιλοτιμείτο ποίος
Στο κεφάλι μου να βάνει.
7.
Εις τας χείρας των με παίρνουν
με σηκώνουν υψηλά,
Να μ’ ιδούν και αι Κυρίαι
Που ‘ταν εις τα χαμηλά.
8.
Στο καζίνο των με φέρνουν
επί μόνω τω σκοπώ,
πως με παρακαλέσουν
το τραγούδι μου να ‘πω.
9.
Και τα ζήτω τότε, φίλη
άμα ήκουσαν αυτό
Πίστευσέ με σε ομνύω
έφθανεν στον ουρανό.
10.
Αι ροκέτες στον αιθέρα
και πληθύς άλλα πυρά,
Έπιπτον και εφογκοβόλει
όλ’ η πόλις μια χαρά.
11.
Μ’ άμαξαν με σεργιανίζει
ο καλός εκεί ο Λέων,
Κι ο Σταυρής ο Νοματάρχης
εις την πόλιν των Πατραίων.
12.
Και το πλήθος των παιδίων
έκραζον στα δυνατά,
Ζήτω νέε Διογένη
Μπαρμπανιάννη Κανατά.
13.
Εκοιμήθην το εσπέρας
κ’ εξύπνησα μπονόρα,
Και στο Μεσολόγγι ‘πήγα
όπως ‘δώ κ’ εκεί την χώρα.
14.
Ω κ’ εκεί, τας ίδιας, φίλη,
μ’ έκαμον φιλοφρονήσεις,
Ετραγούδησα ως ήρως,
κ’ έτυχον χειροκροτήσεις.
15
Δεν με μέλλει πλέον, φίλη
δεν φροντίζω για λεπτό,
Αφού τ’ όνομά μου γίνει
στην Ελλάδα ξακουστό.
16.
Ποίος άλλος ως έμενα
είναι τώρα, ω Σοφία,
Να τον χαιρετούν με σέβας
Νέοι, νέαι και παιδιά;
17.
Κ’ η Γαρούφω άμα μάθει
την τοιαύτη ποδοχή;
Θα της έλθει, σου το λέγω,
τρέλα όπως σκοτωθεί.
`
***
Το κάτωθι άσμα εψάλη υπό τίνων Πατραίων δι’ εμέ όταν ήμην εις Πάτρας και οίτινες με το εδώρησαν να το θέσω εις την συλλογήν των ποιημάτων μου και το τραγουδώ συνάμα.
1.
Καλώς ήλθες Μπαρμπαγιάννη
βουτημένος στα λευκά,
Με μουστάκια στριμμένα
Mε παπούτζια λαστικά.
2.
Είσαι ήλιος της ημέρας
και της νύχτας ο αστήρ,
κ’ αι ξανθαί, να σʼ ονομάζουν
έχουν δίκαιον μνηστήρ.
3.
Ψάλλε, Μπαρμπαγιάννη, ψάλλε
τον σκοπόν σου μ’ ευμορφιά,
Κʼ άρχισαν να ξεφθιλούνε
οι αφέντες τʼ αυτιά.
4.
Έχεις σώμα, Μπαρμπαγιάννη
Μακεδώνος παλαιού,
Κʼ αι νέαι σαν σε βλέπουν
παν’ να χάσωσι τον νου.
5.
Εις τας Πάτρας, ως εσένα
όστις μας επισκεφθεί,
Καλορίζικος θα φύγει
και αυτάς θα θυμηθεί.
6.
Μ’ άνθη ρόδα και στεφάνια
και με ζήτω τον ραντίζουν,
Καθώς άγιο οι γυναίκες
με λιβάνια λιβανίζουν.
7.
Τέτοια δόξα στην Ελλάδα
όστις θέλει ν’ αποκτήσει,
Ας αρχίσει ως εσένα
Κʼ υπουργός θα καταντήσει.
`
***
Το παράπονόν μου προς τας Κυρίας, αίτινες με περίπαιζον διά τα καθημερινά φορέματά μoυ.
1.
Δεν με λέγετε, Κυράδες
τι σας μέλλει δι’ έμενα,
Αν γυρίζω καθημέρα
με παλιόρουχα σχισμένα.
2.
Κι αν την εορτήν σαν Λόρδος
περπατώ καμαρωτά,
Με ψηλόν μαύρο καπέλο
και γάντια εκλεκτά.
3.
Εις τον ώμον εάν έχω
το σαλί μου ερριμμένα,
Και ως μέγας καπετάνος
το μουστάκι μου στριμμένα.
4.
Κι αν στον γάδαρον επάνω
την καθημερνήν φορτώνω,
Γαβαθάκια και σταμνιά
και φωνάζω ταρλαλά.
5.
Κι ότ’ αυτός θα με ψοφήσει
και θα μείνω στ’ ανοιχτά.
Επειδή δεν τον αφήνω
κάποτε να σταματά.
6.
Και με λέτε να προσέχω
μη βρεθεί καμιά Κυρά,
Και με φάγει το γαϊδούρι
και μ’ αφήσει την ουρά.
7.
Και αν λέγω πλιά το τάρλα
τον δικό μου τον χαβά
θε να βάλειτε τους μάγκας
να με πάρουν με τ’ αυγά.
8.
Και προς τούτοις όπως κλίνω
στην δικήν σας μεσιτειά·
Για να πάρω πάλιν πίσω
την κακόμουτρον Σοφιά.
9.
Μη Κυράδες μου να ζείτε,
μη το κάμετε δουλειά
Κ’ ο πτωχός εγώ ο Γιάννης
έχω σώα τα μυαλά.
10.
Αν ο έρωτας με σφίξη
και θελήσω πανδρεία,
Θα βρεθεί και διʼ έμενα
σαν εσάς καμιά Κυρά.
11.
Να με πλένει να μου ράπτει
Το σουρτούκο το βρακί,
Και την κυργιακή μαζί μου
ν’ άρχεται στη μουσική.
12.
Να φορεί λαμπρά φουστάνια
ερραμένα τεχνικά,
Και να λέγετ’ η γυναίκα
του μπαρμπαγιάνη κανατά
13.
Είμαι Πρώσος την πατρίδα
έχω τα μυαλά σωστά,
Και γνωρίζω στ’ Αθήνας
πώς κερδίζουν τα λεπτά.
14.
Αν γυρίζω ενδυμένος·
εύμορφα την Κυργιακή
Μη με κλαίετε έμενα
έχω πλήρες το πουγκί.
15.
Κλαύστε μόνον διʼ εκείνους
που συχνά στα καφενεία,
Κάθηνται και περιμένουν
θέσιν απ’ τα υπουργεία.
16.
Εγώ θέσιν δεν γυρεύω
περπατώ με τα σταμνιά.
Και τραγουδιστά φωνάζω
ν’ αγοράσ’ η καθεμιά.
17.
Αν τα κάλη σας πολλάκις
μου θολώνουν το μυαλό.
Και δεν ξεύρω τι γυρεύω
όταν στάμνες σας πωλώ.
18.
Συγχωρείτε με, Κυράδες
είμαι νέος κ’ εγώ,
Κι ως γνωρίζετε ο καημένος
με κεντά το φυσικό.
19.
Ήμην έμπορος το πρώτον
εις την Προύσαν της Τουρκιάς
Κʼ έφυγον από κείθεν
να μη λέγομαι ραγιάς
20.
Εις την Κρήτην, φίλαι, πήγα
πολεμών την τυραννία,
Αλλʼ εις μάτην αν επήγον
δεν τους δόθʼ η λευτεριά
21.
Απʼ εκείθεν λυπημένος
ήλθα ʽδω με σας να μείνω,
Κι από έμπορος μεγάλος
κανατάς τώρα να γίνω.
22.
Οθʼ αφήτε με να τρέχω
εις τους δρόμους κανατάς,
Και γνωρίζ’ ως λέγ’ ο βλάχος
τ’ έχει μέσα ο τουρβάς.
`
***
Τραγούδιον αστείον το οποίον έκαμα, ότι δηλαδή η Άννα ή Οθωνίστρα έκαμε προξενεία, όπως την νυμφευθώ
1.
Έμαθον ότι γυρεύεις
Μπαρμπαγιάννη πανδρειά,
Κ’ ήλθα μόνη να σου κάμω
την δικήν μου προξενειά.
2.
Τ’ όνομά μου είναι Άννα
πλην με λέγουν κι Οθωνίστρα
Είμαι ράπτρα, κόπτρα, πλύτρα
και εξαίρετος μαυλίστρα
3.
Πλούτη κι όνομα μεγάλο
έχω ως καθώς και συ,
Και ακόμη ένα γερδάνι
με μια άλυσο χρυσή.
4.
Κρεμασμένην στον λαιμόν μου
με διάφορ’ αριστεία,
Τα οποία μ’ έχουν στείλει
η Ευρώπη και Ασία.
5.
Πʼ έχει αξίαν χιλιάδας
ως καλώς το εκτιμούσι
ο μεσίτης Αριστείδης
κι ο χρυσέμπορος Μπεκούσης
6.
Εις τα χρόνια ίσα ίσα
όσα συ τόσα κ’ εγώ,
Και την ευμορφιά μια τρέλα
όμοια έχομεν κʼ οι δυο.
7.
Θα μʼ ιδείς όταν παρθούμεν
πόσον είμαι τυχερή,
Πόσες στάμνες θα πωλούμεν
στην πλατείαν του Ψυρρή,
8.
Συ θα σκούζεις πως περνάεις
με το τάρλα τον σκοπόν,
Κ’ εγώ πάλιν να σʼ ακούουν
τ’ αριστεία θα χτυπώ.
9.
Την δε σχόλην ενδυμένη
ω κυρά ευγενική,
Αλαπράτζο θα σε παίρνω
να ʽρχομαι στην μουσική.
10.
Aι κυρίαι σαν μας ίδουν
όλαι προς ημάς θα τρέχουν,
Και με θαυμασμόν μεγάλον
μια της άλλης θε να λέγουν
11.
Ω τι εύμορφα τεργιάσαν
και να ζήσουν με χαρά,
Ας τους ευχηθώμεν όλοι
νέοι, γέροντες παιδιά.
12.
Λέγε τώρ’ αποφασίζεις
όπως με στεφανωθείς,
Και μαζί μου, ως σε είπα
Μέγας να κατασταθείς.
13.
– Ούτε ναι τώρα σε λέγω,
ούτε όχι, φίλη Άννα,
Αν δεν ξεμπερδεύσω πρώτον
από μίαν παραμάνα.
14.
Ήτις μ’ είπε έχει σπίτι
κ’ εκατό πενήντα λίρες,
Πλην για σπίτι και για λίρες
ως μανθάνω έχει ψείρες.
15.
Εάν άλλη Μπαρμπαγιάννη.
σ’ έχει πάρει τα μυαλά,
Φρόντισον να την επάρεις
κ’ εγώ φεύγω έχε γεια.`
***
Έτερον τραγούδι μου διά τίνα μοδίστρα την οποίαν παριστώ ότι με στέλλει προξενεία όπως την νυμφευθώ.
1.
Είμ’ η Μάρω Μπαρμπαγιάννη
μοδίστα του Συρμού,
Π’ έχω το κατάστημά μου
εις τον δρόμον του Ερμού.
2.
Με γνωρίζεις το πιστεύω
πλην τι με θωρείς καλά;
Μη το φόρεμά μου τούτο
σου σκοτίζει τα μυαλά;
3.
Ην η τελευταία μόδα
π’ ήλθε τώρ’ από το Παρίσι,
Ήτις μέλλει σε ολίγο
τας Κυρίας να στολίσει.
4.
Άσχημη, ολίγον είναι
που μοιάζει σαν βαρέλι,
Πλην την νέαν μόδαν θέλουν
κι’ όπως είναι δεν ταις μέλλει.
5.
Πεντακόσιαι, είν’ ολίγαι
μ’ έδωσαν παραγγελιά.
Άλλης νέαν να τις ράψω
κι’ άλλης πάλιν παλαιά.
6.
Εζουρλάθησαν αι νέαι
και μεγάλαι και μικρές
Κι ίσως αύριον κρεμάσουν
κολοκύνθες και ουρές.
7.
Τι με μέλλει ‘γώ ταις γδέρνω
και ταις γδέρνω στα γερά,
Πού ευρίσκουν δε δεν ‘ξεύρω
τόσον π’ έχουσι παρά.
8.
Χίλιες εκατόν επήρα
στρογγυλές και σπαρακτές
Τον περάσαντα τον μήνα
απ’ αυτές ταις παλαβές.
9.
Άπειροι Κυρ Μπαρμπαγιάννη
είναι όπου με ζητούν,
Και εις το κατάστημά μου
δούλοι να με βοηθούν.
10.
Εις κανένα ναι δεν είπα
εμισούσα την πανδρειά,
Κ’ εσκοπούσα προς το γήρας
να γινώ καλογριά.
11.
Αλλ’ εσέ προχθές ως είδα
τραγουδών το ταρλαλά.
Η καρδία μου πληγώθη
και πληγώθη στα γερά.
12.
Αν με θέλεις, τα του γάμου
φρόντισέ τα παρευθύς,
Άδειαν και ό,τι άλλο
όπως με στεφανωθείς.
`
***
Το εξής εστιχουργήθη υπό του φοιτητού Α. Κοτσάκου και μ’ εδόθη όπως το προσθέσω εις την συλλογήν μου.
1.
Ο Μπαρμπαγιάννης απερνά
από την Εταιρία
Τυχαίως πώς και συναντά
μια νόστιμη κυρία.
2.
Ο κανάτας μας στέκεται
να ‘δεί τας ματμαζέλας
Η δε κυρία τούκλεψε
δυο εύμορφας πιατέλας
3.
Προσέβλεψεν ο κανατάς
μ’ οργήν προς την κυρία,
Αλλʼ επειδή του ήρεσε
δεν είπε την αίτια.
4.
Άμα δ’ ο κώδων κτύπησε
κ’ εμβήκαν τα κορίτσα,
Τότε γυρίζει προς αυτήν
κρατών και την βεργίτσα.
5.
Πάρε της λέγ’ αγάπη μου
τσανάκια και σταμνάκια,
Κʼ εγώ προς χάριν σου θα ‘πώ
δυο νέα τραγουδάκια.
6.
Τα τραγουδώ δε μάλιστα
αρμονικά κι ωραία.
Κι αν θέλεις νάλθω να στα πω
να κάμωμεν παρέα.
7.
Σʼ εμέ ναλθείς αδύνατον
χρυσέ μου μπαρμπαγιάννη
Αλλά να πας στην φίλην μου
Καλλιόπη να σε γιάνει.
9.
Του ήρεσε του κανάτα
η νέα Καλλιόπη,
Ρωτώντας εάν έλειπε
πρότερον στην Ευρώπη.
10.
Όχι χρυσέ μου πλην κοντά,
εδώ στο Βαρβακείο,
Γνωρίζω ότι κατοικεί
και φύγε πλιά αντίο.
11.
Την επιούσαν απερνά
από το Βαρβακείο,
Κ’ ιδών αυτήν την έρωτα
αν έχει ύδωρ κρύο.
12.
Η νέα δεν τον ομιλεί
κι αυτός κουμβών στο τοίχον
Αρχίζει να της τραγουδεί
γλυκά αυτόν τον στίχον.
13.
Το ιπποτικόν σου βάδισμα
κ’ η πόλκα σου η μαύρη
Δεν με αφήνουν ήσυχο
κάθε πρωί και βράδυ.
14.
Δεν με αφήνουν να πωλώ
λαγίνες και σταμνάκια
Μόνον στολίζομαι λαμπρά
γλυκά, ξανθά ματάκια.
15.
Πάρε με υπηρέτην σου
μικρά μου Καλλιοπούλα,
Κι ορκίζομαι στην Παναγιά
να σε τα κάμω ούλα.
16.
Καλέ μητέρα δεν ακούς.
Τώρα τον Μπαρμπαγιάνη.
Τέρι του θέλει να γινώ
κι αν όχι θ’ αποθάνει.
17.
Δεν πάγει ‘πέ του να χαθεί
αυτός κι ο γάδαρός του
Παρά να γίνω αυτουνού
εγώ η σύζυγός του.
18.
Είπε του μάνα γλήγορα
να φύγει να συχάσω
Διότι με βιάζουσι
το φόρεμα να ράψω.
19.
Πήγαινε, Μπαρμπαγιάνη μου
έχει δουλειά η Καλλιόπη,
Εγώ την πείθω διʼ αυτό
και απερνάς κατόπι.
`
`
***
Το κάτωθεν τραγούδιον έκαμον προς τας μεγάλας κυρίας αίτινες τους μικρούς θωρούσιν από την κοπριάν πλασμένους.
1.
Η εύμορφαι κυράδες μου,
με πόνον σας φωνάζω,
αλλά εσείς απʼ τα ψιλά
δεν ρίπτετε στα χαμηλά,
το βλέμμα σας και σκάζω.
2.
Πλάσμα θεού είμαι κ’ εγώ
μάνα μ’ έχει γεννήσει,
και εις παλάτια θαυμαστά
με δούλους δούλες εις αυτά,
μ’ έχει αναστήσει.
3.
Στην Προύσαν εγεννήθηκα
πλούσι’ αναθρεμμένος
άλλα εδώ με τα σταμνιά
γυρνώ εις κάθε γειτονιά,
σαν κόντες ξεπεσμένος.
4.
Η λευθεριά τον τόπον μου
μ’ έκαμε ν’ αφήσω
να χάσω πλούτη και μνηστήν
όπου εκεί είχα πιστήν,
να έλθω δω να ζήσω.
5.
Έλεος, ω κυράδες μου,
σ’ εμέ τον Μπαρμπαγιάννη
Χριστιανός είμαι κʼ εγώ
και θέλω το ομολογώ,
ωσότου αποθάνει.
6.
Η μοίρα σαν γεννήθηκα
μʼ έχει μοιραμένα,
ένδεκα έτη της ζωής
να ζήσω πάντη δυστυχής
και τ’ άλλα φτυχισμένα.
7.
Τα δέκα ήδη πέρασαν
το εν ακόμη μένει,
και όποια με λυπηθεί
εις τα δεινά τον δυστυχή,
θα γίν’ ευτυχισμένη.
8.
Με άμαξα θα περπατεί
ωραία ενδυμένη
και δούλος της στα εμπροστά
θα κάθηται να την ρωτά,
πού θέλει να πηγαίνει.
`
***
ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ
τονισθέν εις τον ήχον μου.
1.
Μόλις έφεγγε τ’ αστέρι
της αυγής γλυκά γλυκά,
Μίσχους έχυνε τ’ αέρι,
στην ωραία πρωτομαγιά.
2.
Τα μαλλιά σου έπεφταν πλήθος
εις τον κάτασπρον λαιμό,
Και σου στολίζαν το στήθος
ρόδον ωραίον παρθενικό.
3.
Και εις το χρόνιασμα Μαρία
πάλιν πέρασα απ’ εκεί,
Απʼ την έρημη εκκλησία
όπου σε είχα πρωτοειδεί.
4.
Μ’ αντί ν’ αύρω ωραίον σώμα
θείο βλέμμα ερωτικό,
Είδα κάτασπρο λιθάρι,
και ολόμαυρο σταυρό.
5.
Μοναχός στην ερημία
εγονάτισα σιμά
Εις το μνήμα σου Μαρία
και το φίλησα γλυκά.
6.
Κ’ από τ’ άνθη, τα σπαρμένα
έκοψα ένα μοναχό
Ασπρ’ αγνό ωσάν κ’ εσένα
σαν κ’ εσέ παρθενικό.
7.
Και το τέργιασα μ’ εκείνο
όπου μ’ είχες δώσει εσύ,
Απ’ τον κήπον με τα κρίνα
δι’ ανάμνησι σκληρή
8.
Το ένα σύμβολον θανάτου
το άλλο νιότη κʼ εμορφιά.
Και χαρά πάντα εδώ κάτου
αδελφή της συμφοράς.
`
***
ΕΡΑΣΤΟΥ ΕΡΩΤΗΣΙΣ
1.
Ω! μη κοιμάσαι ξύπνησε!
ψυχή χαριτωμένη!
Ο κόσμος σε το άστρον του
Ποθεί και περιμένει.
Τα κρίνα τα τραντάφυλλα
Διά σε μοσχοβολούνε
Τ’ αηδόνια στα κλαδάκια των
Διά σένα κελαδούνε.
Διά σένα περιστέρι μου
Του στήθους μου ο παλμός
Διά σε, διά σε, κι ο ένθερμος
Ο μαύρος στεναγμός.
2.
Ώ! ξύπνα, ρίξε γύρω σου
Τʼ ουράνιόν σου βλέμμα,
Α! ξύπνησε και φόρεσε
το ρόδινόν σου στέμμα.
Και τ’ άνθ’ ευθύς θ’ ανοίξουνε
κ’ ευθύς θα ευωδιάσουν
Κ’ οι άγγελοι τ’ αδέλφια σου
Ευθύς θα μειδιάσουν.
Α! ξύπνα και χαιρέτησε
την φίλην σου αυγή
Διά να χαρούν τ’ ουράνια
διά να γελάσ’ η γη.
3.
Αχ! ξύπνησε και άνοιξε
τα ‘μάτια τα γραμμένα,
Ο Πλάστης δεν τα έκαμνε
για ν’ άναι σφαλισμένα.
Ω άνοιξε τα κοίταξε
της φύσεως τα κάλλη,
Ιδέ, ιδέ το στήθος μου
διά σένα πόσον πάλλει!
Έλα να λησμονήσωμεν
Στην χάριν της αυγής,
Στα όνειρα του έρωτος
τα βάσανα της γης.
`
***
ΕΤΕΡΟΝ
ΞΥΠΝΑ, γλυκιά μ’ αγάπη
κʼ η νύχτα ‘ναι βαθιά,
Γλυκά κοιμάτ’ η φύσις
τα πάντα σιωπηλά.
2.
Μόνον τ’ αχνό φεγγάρι
Στον ούρανʼ άγρυπνα
Στον ούραν’ αρμενίζει
Στην έρημʼ ησυχία.
3.
Ξύπνα γλυκιά μου αγάπη
κ’ η νύχτα ‘ναι βαθιά,
κ’ η βάρκα μάς προσμένει
στην ακροπελαγιά.
4.
Να διασκεδάσ’ ο νους μας
να παύσʼ ο λογισμός
Να παίξωμ’ με ζέφυρους
με τον αυγερινό.
5.
Έχετε γεια λαγκάδια
Βρυσούλες κρυά νερά
Γλυκιάς αυγής, πουλάκια
Για πάντα έχετ’ υγειά.
`
***
TΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΑΣ
1.
Τρέχε πέτα, ω βαρκούλα
μας προσμένει η ξανθούλα,
τ’ αστεράκια λαμπυρίζουν
κ’ η ελπίς μας οδηγεί,
της ξανθούλας τα ματάκια
σαν δυο φάροι μας φωτίζουν.
Ισα ίσα ω βαρκούλα
πριν μας φθάσει η αυγή.
2.
Άλλος κλαίει και στενάζει
άλλος θησαυρούς συνάζει,
κιάλλος δόξαν κυνηγάει
η ξανθή πλην τραγουδεί,
πλούτη βάσανα και δόξας
μ’ ένα βλέμμα της νικάει,
ίσα ίσα ω βαρκούλα
πριν μας φθάσει η αυγή.
3.
Αν ο άνεμος βοΐζει
και το κύμα αν μουγκρίζει,
η γη πάλιν θα γελάσει
πάλιν ήλιος θε να βγει
στην ξανθή κοντά τα πάθη
κ’ η ψυχή μου θα ξεχάσει,
ίσα ίσα, ω βαρκούλα
πριν μας φθάσει η αυγή.
4.
Ελα έλα, ω ξανθούλα
έμβα μέσα στην βαρκούλα
διέ τ’ άστρα πώς γελούνε
διέ πώς χαίρεται η γη,
άκουσε τ’ αηδονάκια
πώς για σένα κελαδούνε.
έλα ίσα, ω ξανθούλα
και μας έφθασ’ η αυγή.
`
***
ΤΟ ΓΑΤΑΚΙ
1.
Είδες, φως μου το γατάκι,
όταν ένα κουρελάκι,
αποκάτ’ απτό τραπέζι
εις τα νύχια του το παίζει;
2.
Είδες, είδες πώς τ’ αρπάζει
το βαστά και το τινάζει,
το σηκώνει, το δαγκάνει,
μια τ’ αφήνει, μια το πιάνει.
3.
Είδες πώς το πασπατεύει
χαμηλά το σημαδεύει,
κ’ έξαφνα πετά το παίρνει.
και σαν λάφυρο το σέρνει;
4.
Εσύ είσαι το γατάκι
και εγώ το κουρελάκι,
που με παίζεις πολυτρόπως
εις τα χέριʼ αδιακόπως.
5.
Ώρας ώρες με ανοίγεις,
ώρες πιάνεις και με πνίγεις,
Μια με κάνεις και κακιώνω,
πάλιν μια το μετανιώνω.
6.
Παιγνιδιάρικη θεά μου!
παίζε, παίζε την καρδιά μου,
Έως ου μ’ αυτάς τας πράξεις
βαθμηδόν να την σπαράξεις.
`
***
ΕΤΕΡΟΝ.
1.
ΕΙΣ το τρυφερόν σου στήθος
η σκληρότης κατοικεί,
και το σοβαρόν σου βλέμμα
αυτή πάντα διοικεί.
2.
Αν πληγώνεις τας καρδίας
ή αν στήθη πυρπολείς,
δεν σε μέλλει, δεν φροντίζεις,
ούτε καν μελαγχολείς.
3.
Τέρπεσαι να βλέπεις νέους
Διʼ εσέ ν’ αναισθητούν,
και οι τρυφεροί σου πόδες
τας καρδίας να πατούν.
4.
Δεν σε μέλλει αν εκπνεύσουν
μυριάδες λατρευτών,
κʼ η καρδιά σου θέλει χαίρει
διά την φθοράν αυτών.
5.
Φθάνει όμως και η ώρα
Καθʼ ην μέλλεις να ιδείς.
ότι όσον τʼ άνθος νέον
το μυρίζεται καθείς.
6.
Άμα όμως μαραζιάσει
ξηρανθεί η μαρανθεί,
τότ’ εδώ κ’ εκεί το ρίπτουν
έως ότου να χαθεί.
7.
Κʼ εις τους κήπ. πάλιν τρέχουν
νέον άνθος να ζητούν,
και με νέους πάλιν κόπους
νέον άνθος αποκτούν.
`***
ΕΤΕΡΟΝ.
1.
ΜΙΚΡΗ μικρή στα χρόνια
ηγάπησα μια νέα,
τρελή σαν χελιδόνα
σαν πέρδικα ωραία.
2.
Δυο χρόνια με παιδεύει,
Το αίμα μου το πίνει
κοντά της δεν με θέλει,
να φύγω δεν μ’ αφήνει.
3.
Λαλώ, την πιάνει βούβα
σωπαίνω, με κουφαίνει,
γελώ, τα κατεβάζει
θυμώνω, ξεθυμαίνει.
4.
Θεέ μου! πώς λυσσιάζει
αν ομιλήσω άλλην,
και τι δεν υποπτεύει
αν σιωπήσω, πάλιν.
5.
Στο πείσμα μου, κʼ ακόμη
στο πείσμα το δικό της·
στο στήθος έχει αγάπη
κι οργή στο πρόσωπό της
6.
Κοιμούμαι με φυλάγει,
μονάχη απ’ επάνω,
ξυπνώ να την πιάσω
σαν αστραπή την χάνω.
`
***
ΕΤΕΡΟΝ.
1.
ΟΠΟΥ ‘δείς δυο κυπαρίσσια
εις τον κήπον, και δυο ετιές,
εκεί μέσα ‘μαι χωσμένος
κ’ έλʼ αγάπη μου να κλαις.
———–
Ρίξε κάτω τα μαλλιά σου.
εις το μνήμα μου μπροστά,
να κυλούν τα δάκρυα σου
απ’ την πλάκα, στην καρδιά.
———–
Τότε ο δυστυχισμένος.
ίσως πάρω ανασασμό,
βλέποντας πως είμ’ κλαμένος
και εις τον ύπνο τον στερνό.
———–
Είθε μετανιώσω τότε,
αν καμιά φορά ποτέ,
από ζήλεια της αγάπης,
υποψιάσθηκα για σε.
———–
Κ’ ίσως μ’ έλθει επιθυμία,
πάλι να ζωντανευθώ,
για να χαίρομαι, να λάβω,
τέτοιο τέρι αγαπητό.
———–
Δώσε προσταγή να γένει,
ένας ιερός ναός,
ο παπάς να λειτουργήσει
να με συγχωρʼ ο λαός.
`
***
ΤΟ ΚΑΚΟΝ ΜΗΝΥΜΑ.
Άγρια και ήμερα πουλιά συμμαζευθείτε,
και τρέξτε στην αγάπην μου δυο λόγια να της ‘πείτε.
Πέτε της ταύτα θλιβερά πληγώστε την καρδιάν της,
πέτε της πως πανδρεύομαι, για τα πεισματικά της.
Κ’ εκείνα σαν πιστά πουλιά και σαν χαριτωμένα,
τα πτέρυγας των ήνοιξαν κ’ έτρεξαν ‘ρμηνευμένα.
Στο παραθύρι κάθισαν τίναζαν τα πτερά των,
όπως τ’ ακούσει η Κυρά και πουν το μήνυμά των.
Άμ’ η Κυρά τα ήκουσε τρέχει στο παραθύρι
και με καρδίαν τρυφεράν έσκυψε και τα φίλει.
Στας χείρας της τα έπιασε και τα διπλορωτάει,
Να τη ειπούν αν τάστειλε εκείνος π’ αγαπάει.
Ναίσκε, Κυρά μας έστειλε, ο νιός οπού σ’ ηγάπα,
όπως σοι κάμνωμεν γνωστά τα θλιβερά μαντάτα.
Την έκτην ώραν αύριον περί την μεσημβρίαν,
αφεύκτως στεφανώνεται την φίλην σας Σοφίαν.
Η νέα σαν του ήκουσε τρέχει όπως του γράψει,
Αλλʼ εις την πρώτην κονδηλιάν εβούρκωσε να κλαύσει.
Ρίπτει την πένα κατά γης, το καλαμάρι σπάζει,
Και τα πουλιά να τρέξωσι, γλήγορα διατάζει.
Να του ειπούν προφορικώς ότι κι αυτή θα πάρει
Την σήμερον εις τας επτά τον φίλον του τον Αρην.
Αμα πέταξαν τα πουλιά η νέα λυπημένη,
Έπεσε κάτω άξαφνα κʼ ʽμεινε ʽποθαμένη.
`
*
Η ΕΠΙΟΡΚΙΑ
1
Ω αργυρά πανσέληνος,
μετρίασε το φως σου,
εις νέφη κρύψου μελανά,
διόλου αμαυρώσου.
2
Θα τραγουδήσω σκοτεινά
τα βάσανα, τα πάθη,
όσα πληγώνουν και κτυπούν
του στήθους μου τα βάθη
3
Εκείνη που μʼ ορκίσθηκεν
αιώνιον φιλίαν,
μʼ αρνήθη τώρα, μʼ άφησε
χωρίς καμιάν αιτίαν.
4
Ξυπνα, ψηχή απάνθρωπη!
αμέριμνα κοιμάσαι,
τα βάσανά μου δεν πονείς,
τας θλίψεις δεν θυμάσαι!
5
Αιτία του θανάτου μου
Πως είσαι συλλογίσου,
Κʼ εις την υστέραν μου, στιγμήν
Ολίγον ενοχλήσου.
6
Ποίος πότε σε εβίασε
σκληρά να μʼ αγαπήσεις,
αφού δεν ήσουν ικανή
αγάπην να κρατήσεις
7.
Σʼ εφρόνουν ευτυχίαν μου,
αλλʼ είσαι θάνατός μου.
εις τι, ειπέ με, σʼ έσφαλα
και μετεβλήθεις φως μου;
8
Δεν ήλθα την καρδίαν σου
Δια να μαλακώσω,
Γνωρίζω, εινʼ αδύνατον
Για να το κατορθώσω.
9
Τους όρκους σου, τους λόγους σου
ήλθα να σου ενθυμίσω,
και μʼ όλον ότι με μισείς
να σʼ αποχαιρετίσω.
10
Άνοιξε, μνήμα έρημον,
Και δέξου το κορμί μου.
σβήσθηκʼ η αγάπη μου,
ας σβήσʼ κʼ η ζωή μου.
*
Η σωτήριος συμβουλή μου
Καθώς η μέλισσα πτερυγίζει
το έαρ ψάλλουσα και καθίζει
επάνω στʼ άνθη κʼ οικονομεί,
κηρόν να φέρει εις την κυψέλη
να κάμει οίκον προς δε και μέλι
να διαθρέψει τα νεογνή
τέκνα της όλον ήδη τον χρόνον
καθώς ο μύρμηγξ μετά αγώνων
όλον το θέρος που προσπαθεί
στα αποθήκας του να συλλέξει
προ του χειμώνος και πριν να βρέξει
σίτον, οπώρας μήπως χαθεί,
καθώς πολλάκις φευ! Την παθαίνει
ο ψάλτης τέτιξ όστις πεθαίνει
από την πείνα παντοτεινά,
ή ως εκείνοι κομψοί κι ωραίοι
οίτινες τρέχουν στους δρόμους νέοι
μέρας και νύκτας στα σκοτεινά
και στην οικίαν των όταν υπάγουν
πεινούν οι άθλιοι ζητούν να φάγουν
κιʼ αποκοιμώνται φευ! Νηστικοί.
τι αθλιότητς σʼ αυτούς οποίαν
έχουσι πλάνην για ποιαν αιτίαν
προς τι δεν είναι εργατικοί;
Ας μιμηθώσιν ούτοι εμένα
που ζω ως λόρδος εδώ στα ξένα
τον γάιδρόν μου ακολουθώ
και γλάστρες στάμνες και κανατάκια
σʼ όλα της πόλεως τα σοκάκια
μεγαλοφώνως πως τα πωλώ
και το πουγκί μου πως το γεμώ.












Πάρα πολύ καλά. Ανεκτίμητη συμβολή στην λαϊκή μας παράδοδη