* Σήμερα συμπληρώνονται 20 χρόνια από το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι
`
Ο Μάνος Χατζιδάκις από πολύ νωρίς, μόλις 21 χρονών, στα 1946, ταυτόχρονα με τη μουσική, γράφει και ποίηση -και μάλιστα προς δημοσίευση- βρισκόμενος στη Θεσσαλονίκη με το θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών: πρόκειται για τη λιγοσέλιδη σύνθεση, σε οκτώ μέρη, ελευθερόστιχων ποιημάτων, «Λυπητερή Παρέλαση- Μια ποιητική σειρά από στιγμές» ορισμένα σημεία της οποίας υπάρχουν στην πρώτη δισκογραφική παρουσία μελοποιημένων στίχων του Χατζιδάκι, ως αυτόνομα τραγούδια, στο δίσκο 45 στροφών, Ο κύκλος του C.N.S. [ο οποίος κυκλοφόρησε το 1959 (το έργο γράφτηκε τη διετία 1954-1956) και περιέχει έξι τραγούδια για πιάνο και φωνή με την ερμηνεία του Γιώργου Μούτσιου] όπως: «Κι αν σμίξουν τ’ άστρα μας/ Θέλω με τη σιωπή/ Που παραδέχεσαι/ Τον εαυτό σου» (από την ενότητα «portrait of melancholy») το οποίο τραγούδησε ο Μούτσιος στο τραγούδι του δίσκου «Στην αποβάθρα» ως: «Κι αν σμίξουν τ’ άστρα μας/ Θέλω με τη σιωπή/ Που σμίγω τη μορφή σου» κ.ά.
Την ίδια περίοδο με την «Λυπητερή Παρέλαση» γράφει και το ποίημα «Εργατική cantata» το οποίο το χαρίζει «στους μυλεργάτες του εργοστασίου Αλατίνη»: «Μάτι κλειστό στον πόνο σου/ Χείλια σαρκαστικά στο θρήνο σου/ Κι ένας Χριστός τ’ ομολογάει/ Δεν έσβυσε η φωνή σου»Τα ποιήματα αυτά τα είχε εμπιστευθεί τότε στον συνομήλικό του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη με σκοπό να εκδοθούν στην Θεσσαλονίκη, κάτι όμως που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Πολλά χρόνια αργότερα, την άνοιξη του 2001, ο Αναγνωστάκης, τα δημοσιεύει στο 17ο τεύχος του περιοδικού «Ποίηση» προλογίζοντάς τα ως εξής:
«Γνωριστήκαμε με τον Μάνο Χατζιδάκι το καλοκαίρι του 1946, όταν είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη, με τον θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών. Ήταν τότε 21 ετών, όσο κι εγώ. Είχα βγάλει την πρώτη μου ποιητική συλλογή πριν από ένα χρόνο, αλλά δεν ήξερα ότι και ο ίδιος έγραφε ποιήματα. Μου το εκμυστηρεύθηκε ένα βράδυ, σ’ ένα παραθαλάσσιο μικρό καφενείο και διακριτικά, σχεδόν διστακτικά, μου έδωσε και μένα να διαβάσω δύο ποιήματά του. Εξίσου διακριτικά, σαν να μιλούσε σε (φτασμένο) ομότεχνό του, μου εξομολογήθηκε την επιθυμία του να τα φροντίσω εγώ, ώστε να δημοσιευτούν στη Θεσσαλονίκη. Μου άρεσαν τα ποιήματά του· του υποσχέθηκα ότι θα φρόντιζα να βγουν όσο γίνεται πιο καλαίσθητα και σε γνωστό τυπογραφείο. Τα χειρόγραφα έμειναν στα χέρια μου. Μα τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν τόσο δύσκολα και μαύρα για μένα, ώστε δεν μπόρεσα να του ξεπληρώσω το χρέος. Τα ποιήματα κάπου παράπεσαν, όπως και τόσα άλλα χαρτιά, και ξεχάστηκαν σιγά σιγά. Σήμερα, 55 χρόνια αργότερα, ανασκαλεύοντας κιτρινισμένα απομεινάρια μιας άλλης εποχής, τα ξαναβρήκα και θέλησα με νοσταλγία να θυμίσω εκείνο το θερμό και ευαίσθητο παιδί που ήταν τότε ο Μάνος Χατζιδάκις.»
`
Περισσότερα για τον «ποιητή Χατζιδάκι» μπορείτε να διαβάσετε σήμερα :ΕΔΩ











