«Βίκτωρ Ουγκό, “Η Παναγία των Παρισίων» (γράφει ο Αλέξης Πολίτης) [Β΄Μέρος]
22Ιου
`
`
Το τοπίο της νεοελληνικής πεζογραφίας δεν ήταν ώριμο να δεχτεί, στα 1831, την Παναγία των Παρισίων, αν και ο ποιητής Βικτώρ Ουγκώ, και περισσότερο ο φιλέλληνας, δεν ήταν ολότελα άγνωστος· ο νεαρός Παναγιώτης Σούτσος του είχε αφιερώσει μια γαλλικά γραμμένη ωδή, κιόλας στα 1828, και τον πεζογράφο τον συναντάμε σε μια συζήτηση του 1835 στις αθηναϊκές εφημερίδες περί της υφής και της χρησιμότητας των μυθιστορημάτων. Λίγο πριν τα μέσα του αιώνα θ’ αρχίσει να μεταφράζεται και να παίζεται η Λουκρητία Βοργία, και στα 1858 και 1859 θα μεταφραστούν τα νεανικά-του πρωτόλεια, Ο Βύγιος Ιαργάλιος (Bug-Jargal) και ο Χαν ο Ισλανδός. Παραδόξως όμως όχι κι Η Παναγία των Παρισίων που θ’ αργήσει ακόμα.
Αλλά η επιτυχία θα έρθει, θριαμβευτική, με τους Άθλιους. Ρομάντζο-ποταμός, που στη Γαλλία κυκλοφόρησε πάνω στο απόγειο της φήμης του ποιητή, το 1862 όταν –εξόριστος επειδή αντιτάχθηκε με σθένος στη δικτατορία του Ναπολέοντα του Γ΄– αποτελούσε τον υπερασπιστή κάθε καταπιεσμένου λαού ή ατόμου. Ρομάντζο λαϊκό από κάθε άποψη, δηλαδή πλούσιο σε συναισθήματα, συνήθως εύκολα, πλούσιο σε περιπέτειες κι ιδίως σε περιγραφές, γεμάτο από ιδέες, και κυρίως γεμάτο από δημοκρατική συνείδηση – η αρετή να βρίσκεται πάντα στη φτώχεια, στους ταπεινούς, στον όχλο, που επαναστατεί με γενναιότητα, που διεκδικεί, που μάχεται. Μπορεί, αν θελήσουμε να το κρίνουμε από την άποψη της πρωτοτυπίας, να μην έφερε τίποτε το καινούριο –αν και κάποιοι κριτικοί πιστεύουν ότι από τον πολύβουο κόσμο των Αθλίων κατάγεται ο Ζολά–, μπορεί οι χαρακτήρες-του νά ’ναι κάπως σχηματικοί κι η ψυχολογία-τους δίχως βάθος – ε, και λοιπόν; Ένας τεράστιος κόσμος απίστευτης αγάπης και τρυφερότητας προβάλλει μπροστά-μας.
`
Το ελληνικό κοινό γνωρίζει τους Αθλίους σχεδόν ταυτόχρονα με το γαλλικό· αρχίζουν να δημοσιεύονται το 1861 ως επιφυλλίδα σε εφημερίδα, στη μετάφραση του Ι. Ισιδωρίδη Σκυλίτση, μια μετάφραση που σωστά θεωρήθηκε κλασική. Την άλλη χρονιά θα βγουν σε τόμο και θ’ ακολουθήσουν απανωτές αναδημοσιεύσεις, στην Αθήνα –μπορεί και έξι στον 19ο αιώνα–, στη Σμύρνη, ξανά σ’ εφημερίδα, ενώ στον 20ό θα κυκλοφορούν, είτε στην ίδια μετάφραση είτε σε άλλες, σε λαϊκές εκδόσεις· από τα πιο κοσμαγάπητα, από τα πιο διαβασμένα βιβλία.
Ιδίως από το λαϊκό κοινό. Προχτές ακόμα, ενώ γραφόταν αυτός ο πρόλογος, άκουσα σ’ ένα φτηνό καπηλειό της επαρχιακής-μου πόλης την ταβερνιάρισσα, μια χοντρή πενηντάρα τσαχπίνα, ντυμένη εκείνο το βράδυ στα κόκκινα, να φλυαρεί στο πιο μέσα τραπέζι, «τους Άθλιους; Αχ ναι, δυο φορές τους έχω διαβάσει»· μια παρόμοια σκηνή σ’ ένα αθηναϊκό καφενείο του 1882 ή 83 περιγράφεται απ’ τον Παλαμά, ο οποίος βέβαια τους είχε καταβροχθίσει παιδί ακόμα.
Περισσότερο κι από την Παναγία των Παρισίων, οι Άθλιοι στρατολογούν το κοινό-τους όχι μόνο με τον μύθο, παρά κυρίως με το δημοκρατικό-τους πνεύμα. Οι κάθε λογής αναγνώστες μαγνητίζονται από τις συμφορές του Γιάννη Αγιάννη, της Τιτίκας, και βλέπουν τη συνείδησή-τους να εξεγείρεται, νιώθουν να φουντώνει μέσα-τους η ανάγκη για δικαιοσύνη· μερικοί μάλιστα αποφασίζουν κιόλας ότι ήρθε η ώρα της δράσης. Τον Νοέμβρη του 1896 ένας ονόματι Μάτσαλης, τσαγκάρης κι αναρχικός στην Πάτρα, σκοτώνει κάποιον τραπεζίτη· στην απολογία-του στο δικαστήριο δηλώνει ότι ξέρει απέξω τους Αθλίους. Σαράντα χρόνια αργότερα ένας άλλος νεαρός κομμουνιστής απ’ την Κοζάνη υπηρετεί στρατιώτης στη Βέροια· σε μιαν άδεια-του κατεβαίνει στη Θεσσαλονίκη, κι εκεί σ’ ένα παλιατζίδικο βρίσκει τους πέντε από τους έξι τόμους του βιβλίου: «το είχα παλιά δανειστεί και διαβάσει, όχι όμως όλους τους τόμους. Μου είχε κάνει τόση εντύπωση, που ίσως αυτό περισσότερο από τ’ άλλα με οδήγησε στο δρόμο της επανάστασης» – ναι! Το αγοράζει δίνοντας όλα-του τα χρήματα· «τί μ’ ενδιέφεραν τα χρήματα; Εγώ απόκτησα εκείνο που από χρόνια ποθούσα», αφηγείται πολλά χρόνια αργότερα στ’ απομνημονεύματά-του (Ζήσης Τσαμπούρης, Το εργατικό κίνημα στην Κοζάνη, Κοζάνη 2002).














