Τόνια Τσαρούχα, ” Η πανδημία της γραφής-ως μεταφορά και κυριολεξία”

Εγώ γράφω
Εσύ γράφεις
Όλοι γράφουν.
Ένας γείτονας ,που ζεί με τον αυτιστικό γιό του, γράφει παιδικά βιβλία. Σελίδες γεμάτες περιπέτειες και σκανταλιές.Δεν λείπουν βέβαια τα ηθικά διδάγματα και η πολιτική ορθότητα.
Μια ξαδέρφη μου γράφει ταξιδιωτική λογοτεχνία. Οι τοίχοι του μικρού της διαμερίσματος είναι καλυμμένοι με τους χάρτες όλων των χωρών του κόσμου. Έχει να φύγει απ τη γειτονιά της πάνω από δέκα χρόνια.
Ένας φίλος γράφει βιβλία για το πως γράφονται τα βιβλία. Οδηγούς για επίδοξους γραφιάδες. Όταν παθαίνει συγγραφικό μπλοκ, η μάνα του τον ξεματιάζει μέσω skype.
Μια θεία μου γράφει αισθηματικές νουβέλες απ το μοναστικό της κελί.
Τις δημοσιεύει με ψευδώνυμο και γίνονται όλες Best Sellers.Κάποιοι κύριοι και κυρίες των γραμμάτων τις διαβάζουν καμουφλαρισμένες με εξώφυλλα βιβλίων που δεν έχουν ποτέ διαβάσει-Όπως ο “Οδυσσέας “του Τζαίημς Τζόυς ή “Το είναι και ο χρόνος “του Χάιντεγκερ-
Γνώρισα κάποιον που γράφει σενάρια για διαφημίσεις αλλά ονειρεύεται να γράψει ποίηση. Κάθε Σαββατοκύριακο κάνει αεροπτερισμό και γράφει τα πιο όμορφα ποίηματα ανάμεσα στα σύννεφα.Όταν όμως προσγειώνεται τα ξεχνάει. Μόνο στις στιγμές πριν τον ύπνο ή λίγο πριν ξυπνήσει καταφέρνει να ανασυνθέσει τα συννεφένια ποιήματα.Σ αυτές τις λεπτές, εύθρυπτες ,όπως τα φύλλα της τυρόπιτας,στρώσεις του ύπνου.
Εγω γράφω τη μυθιστορηματική μου αυτοβιογραφία.
Εσυ αυτοβιογραφήσε, γράφοντας μυθιστορήματα.
Κανένας δεν γράφει για τον εαυτό του.
Όποιος λέει ότι γράφει για τον εαυτό του, λέει το μεγαλύτερο ψέμα.
Όλοι γράφουν για έναν ή περισσότερους ιδανικούς αναγνώστες.
Κάθε κείμενο είναι μια επιστολή που απευθύνεται σε έναν ή περισσότερους παραλήπτες.

***

Νόρα Κοκκίνου-Δίχρη, Το σπίτι

Η γιαγιά Σταυρούλα φώναζε πάλι. Έτρεξα να κλειδώσω την πόρτα και να βάλω το κλειδί μέσα στο παπούτσι μου. Αν και ξεπερασμένα τα 80 έτη ζωής, αν και ταλαιπωρημένη, όταν ήταν σε κρίση με έσπρωχνε με δύναμη, με ψαχούλευε, με χτυπούσε με άχτι στο στήθος. «Θέλω να πάω στο σπίτι μου!», «Αφήστε με να πάω στο σπίτι μου. Πνίγομαι εδώ μέσα!» φώναζε και προσπαθούσε να βρει τρόπο να δραπετεύσει.
Τη φοβόμουν τη γιαγιά όταν έκανε έτσι, όπως και όταν με ρωτούσε ποια είμαι. Με τον καιρό το συνήθισα, αλλά αναρωτιόμουν πως γινόταν από τη μια να με λατρεύει και από την άλλη να μην με αναγνωρίζει. Τότε ήμουν μόλις 10 δέκα.
Πέρασαν τα χρόνια. Πρόσφατα οι σκηνές ξαναζωντάνεψαν. Εν τω μεταξύ έμαθα τι εστί Αλτσχάιμερ. Κατάλαβα τι έψαχνε η γιαγιά. Μια μέρα βρήκα την ξεθωρισμένη φωτογραφία από το πατρικό της και την κράτησα σαν να έχω θησαυρό. Μια μονοκατοικία με ξύλινα πατζούρια και πολλούς τενεκέδες γεμάτους ασπρόμαυρα λουλούδια. Χωρίς καμία πολυτέλεια, σου μετέδιδε μια παράξενη ησυχία.
Το γκρέμισαν μόλις γεννήθηκα. Η κυρ- Ανθή, η κόρη της και μάνα μου, μου είχε εκμυστηρευτεί ότι για πολύ καιρό η γιαγιά έκλαιγε κρυφά τα βράδια. Η γειτονιά ζήλευε την πολυκατοικία που πήρε τη θέση του, αλλά για την γιαγιά ήταν δύσκολο στην πράξη να αποχαιρετήσει το παρελθόν της. Ένα πρωί της είπε προσπαθώντας να πιάσει κουβέντα μαζί της:
-Ξέρω τι κάνεις τα βράδια, μάνα!
-Δουλειά σου εσύ και εγώ τη δική μου!, της απάντησε με νόημα και σταματώντας οριστικά την κουβέντα.
Τώρα που τα γονίδια αποφάσισαν να μιλήσουν και η οικογενειακή ιστορία διαδραματίζεται από την αρχή, έχοντας αλλάξει θέση οι πρωταγωνιστές, μέσα σε άλλους τοίχους, ψάχνω να βρω ποιος πνίγεται περισσότερο. Εσύ κυρ-Ανθή, που ψάχνεις το δικό σου πατρικό ή εγώ που ψάχνω απελπισμένα τη μάνα μου;

***

Τόνια Τσαρούχα, ELI’S ISLAND
Η Έλλη είχε πάρκισνσον και αλτσχάιμερ και ψευτοζούσε με κόκκινα, κίτρινα, και μπλέ χαπάκια που της τα έδινα θρυμματισμένα μέσα στο ζελέ ή στο όποιο άλλο ψευτογλύκισμα. Ήταν η αγαπημένη μου ασθενής κι ας μου έβγαζε το λάδι να καταπιεί μια κουταλιά φαί. Έπρεπε να την αλλάζω μετά από κάθε γεύμα γιατί το ακατάσχετο τρέμουλο, μέχρι να την πιάσουν τα φάρμακα και τα σάλια που έτρεχαν, την έκαναν να λερώνει ότι κι αν φορούσε. Τα ίδια βέβαια τραβούσαν και οι άλλες νοσοκόμες που έτρεχαν πανικόβλητες για να ταΐσουν, να ξεσκατίσουν και να καθησυχάσουν άνδρες και γυναίκες που έπεσαν στην ανάγκη της καλοσύνης των ξένων, ό,τι δηλαδή πάντα φοβόταν και δεν μπόρεσαν τελικά να ξορκίσουν. Όλοι αυτοί υπήρξαν κάποτε αλεπούδες στην πλαγιά. Νεαροί και νεαρές που χόρευαν, κολυμπούσαν και καβγάδιζαν με τους εραστές τους ή τα παιδιά τους, Χαίρονταν ή γκρίνιαζαν με το χιόνι, τις διακοπές, την κυβέρνηση και την τηλεόραση.

Την ιστορία της Έλλης την έμαθα μέσα απ τις αφηγήσεις των συγγενών που την επισκέπτονταν και τις φωτογραφίες που είχε φέρει μαζί της. Σε μία απ αυτές κοιτούσε το φακό με ξαφνιασμένο ύφος, σαν να ξυπνούσε από κάποιο όνειρο-ή σε κάποιο όνειρο. Έμοιαζε να αναρωτιέται τι γύρευε εκείνη ,μια Λαρισαία ,στο Λόνγκ Άιλαντ..Την φωτογραφία την είχε τραβήξει ό σύζυγος της ένας δημοσιογράφος και μετέπειτα εκδότης. Γνωρίστηκαν όταν της πήρε συνέντευξη ως την υποκινήτρια μιας εξέργεσης στο κλωστοϋφαντουργείο που έπιασε δουλειά όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη. Είχε τότε τα πιο μακριά κορακίσια μαλλιά και μάτια με γκριζογάλανες ίριδες ,που ήταν ότι είχε απομείνει απ το γενναίο και τυχερό εκείνο κορίτσι που υπήρξε κάποτε.

Τα μάτια της Έλλης ήταν ο συννεφιασμένος ουρανός στη Μακρόνησο αλλά και ο ουρανός στο Λόνγκ Άιλαντ μετά την καταιγίδα ,όταν ξεβράζονταν στην παραλία τεράστια καβούρια που οι κοραλλένιες τους δαγκάνες ανοιγόκλειναν μόλις τα πλησίαζες.
Έτσι και η εκείνη τώρα, στην προσπάθεια της να σηκωθεί, ανοίγει τα κοκαλιάρικα χέρια της και γραπώνεται πάνω μου, Κι είναι το άγγιγμα της ζεστό και απαλό όπως η κουβερτούλα που τη σκεπάζει και την παρηγορεί τα κρύα βράδια.

***

(Η Νόρα Κοκκίνου-Δίχρη και η Τόνια Τσαρούχα ήταν ανάμεσα στους μαθητές που παρακολούθησαν το εργαστήρι βιωματικής γραφής με τον Σωτήρη Παστάκα που λειτούργησε τον Χειμώνα και την Άνοιξη του 2015 στον «Χορίαμβο», Γαληνού 5, Λάρισα. Ο δεύτερος κύκλος θα αρχίσει τον Οκτώβριο.)