Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Χρήστος Μαυρης, “Άτακτη οπισθοχώρηση”

Άτακτη οπισθοχώρηση

«Εν δε φάει και όλεσσον»

Ομήρου Ιλιάδα P647

( “Αν είναι να πεθάνουμε, ας πεθάνουμε μέσα στο φως”)

«Να οπισθοχωρήσουμε…ίσως και σωθούμε κύριε λοχαγε», ακούσθηκε λαχανιασμένη η φωνη του έφεδρου ανθυπολοχαγου, γεμάτη πίκρα και αγωνία. Οι δυνατοι κρότοι απο τις εκρήξεις των εχθρικων όλμων που άσκαγαν γύρω-μας, αλλα και οι πολυβολισμοι απο τα βομβαρδιστικα αεροπλάνα, που γάζωναν σαν ραπτομηχανη το χώμα δίπλα απο τα καταπονημένα σώματά-μας, μόλις που άφηναν την φωνη-του να φθάσει στ΄αυτια-μας. Παραμέναμε καθηλωμένοι εδω και αρκετη ώρα, μπρούμυτα πάνω στο χώμα, σαν καρφωμένες γυψοσανίδες, μέσα στον απέραντο κάμπο. Είχαμε πέσει σʼ ενέδρα πριν προλάβουμε να πάρουμε τις θέσεις μάχης που μας είχαν υποδείξει απο την Διοίκηση.

Λίγα μόλις εκατοστα πάνω απο τα πυροκαμένα κορμια-μας σφύριζαν και περνούσαν δαιμονισμένα χιλιάδες κομμάτια απο πυρακτωμένο μολύβι. Κανεις δεν μπορούσε να υπολογίσει με σιγουρια πόσες σφαίρες έφευγαν απο τα όπλα των απέναντί-μας. Αν κατα λάθος σηκώναμε ελάχιστα το κεφάλι-μας, λόγω της κούρασης που μας βάραινε, αυτο σίγουρα θα σκόρπιζε όπως το ώριμο καρπούζι μέσα στον κάμπο. Προσπαθούσαμε να γίνουμε, όσο μπορούσαμε, ένα με την ηλιοψημένη γη ή, αν τα καταφέρναμε, να πάμε και πιο κάτω. Οι σκληρες αποκαλάμες όμως δεν μας άφηναν μεγάλα περιθώρια. Αντιστέκονταν οι άτιμες! Βελόνιαζαν και τρυπούσαν τα σώματά-μας, κάνοντάς-τα να ματώνουν. Ήταν ωσαν να μας είχε καταδικάσει η τιμωρος φύση να βρισκόμαστε μερόνυχτα ξαπλωμένοι, ομάδι πάνω στις άγριες και αιμοχαρεις βελόνες ενος τεράστιου κάκτου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Για τον Gustavo Adolfo Bécquer- Κοντσέρτο των Δασών» (γράφει ο Περουλής Σακελλαρίδης)

`

Αιωνία τιμή
στην ενστικτώδη αγωνία
και την πάλη
των ανθρώπων.

`
Ο Gustavo Adolfo Bécquer στέκει μόνος μέσα στο πλήθος. Παρατηρεί τους ανθρώπους και τα πράγματα, παρατηρεί και τον εαυτό του, αλλάζει μορφές: γίνεται ήλιος, βροχή, χορτάρι, κύμα, βράχος. Ακούει όλους τους ήχους, βλέπει όλες τις σκιές. Δεν έχει σημασία αν υπάρχουν, ο κόσμος της ψυχής του είναι ο κόσμος. Δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την αλήθεια απʼ το ψέμα, δυσκολεύεται να βρει και τον λόγο για να το κάνει.
`
Δέν ἄφηνε ὁ ἴσκιος τῶν βλεφάρων
νά μπεῖ ἀπʼ τά μάτια μου τό φῶς τοῦ κόσμου.
Μά ἄλλο φῶς, αὐτό τῶν ὁραμάτων,
φεγγοβολοῦσε ἐντός μου.

`
Ο Bécquer έζησε μεταξύ ζωής και θανάτου. Αγάπησε και μίσησε και τα δυο. Ερωτεύτηκε τον έρωτα και το αντίθετό του. Ονειρεύτηκε για δυο ζωές, λαχτάρησε την ενσυνείδητη γαλήνη του τάφου, την ουτοπία του. Πάλεψε λυσσαλέα με τον χρόνο που «σαρώνει και παίρνει στο πέρασμά του τα λαμπερά όνειρα της εφηβείας και τις παγερές διαψεύσεις των γηρατειών, σπρώχνοντας πάντα προς τα μπρος, το ίδιο αυτόν που φοβάται κι αυτόν που ελπίζει».
Διέσχισε κάθετα τον κόσμο, απʼ τις αβύσσους των ψυχών ως τα σύννεφα της φαντασίας. Η ομορφιά τον παρέλυε, η εφήμερη φύση της τον καταδίωκε. Ένιωσε την σημασία των ασήμαντων, πάλεψε να καταλάβει τα σημαντικά. Το πέρασμά του από την ζωή σημαδεύτηκε από την δυστυχία πολλών ημερών «χωρίς ψωμί, νύχτες άσκεπες και δίχως ύπνο, σωματικές δοκιμασίες και καταρρεύσεις ηθικές, στην αιώνια μάχη τού απροστάτευτου πνεύματος να υπερκεράσει τα κρύα σίδερα που απʼ όλες τις μεριές περιορίζουν και αλυσοδένουν το πέταγμά του».
Μακρές δοκιμασίες και σύντομες χαρές. Ασταμάτητη μάχη, πεισματική. Αυτή ήταν η ύπαρξή του. Ένα όνειρο, το φευγαλέο πέρασμα μιας στιγμής.
Τα ίχνη που άφησε πίσω του, οδηγίες προς ζώντες νεκρούς, άγιο νάμα στο εδώ καθαρτήριο. Μοναδικό του όνειρο, να προλάβει να ντύσει ευπρεπώς τα «αγέννητα παιδιά» της φαντασίας του και να τα οδηγήσει με αξιοπρέπεια στο φως του κόσμου. Ουτοπία: τα χρόνια του λίγα, η προσπάθεια τιτάνια.
«Κάθε άνθρωπος ψάχνει ένα σημείο συνάντησης, τέτοιο, που να είναι σε αρμονία με τις συνήθειές του, τον χαρακτήρα και τα ενδιαφέροντά του, υπακούοντας σʼ αυτόν τον αιώνιο νόμο που σπρώχνει την φλόγα να ανεβαίνει και το νερό να γυρεύει την θάλασσα».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Λέκκας, “Γραμματόσημα VIII”

Για τα Παγκάκια, ο λόγος….

Πρόκειται για ένα κάθισμα εντελώς παρεξηγημένο στην εποχή μας. Κάτι που ευχαριστεί μόνο μια ειδική μερίδα πολιτών. Πολιτών των επίσημων καταλόγων του κράτους, (αυτών που έχουν να δηλώσουν έναν τόπο κατοικίας, τουλάχιστον στην απογραφή, και πολιτών που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Βλέπε μετανάστες. Γιατί όπου Γης, Πατρίς, και όπου Κάγκελο Πατρίς , επίσης). Αν και Εμείς απάτριδες. Και το κάγκελο πραχτικό και θεωρητικό μαζί. Τα πλεκτά της τρίτης ηλικίας στα παγκάκια ουδέποτε ενόχλησαν. Ούτε οι στιλάτες ρόμπες των γιαγιάδων. Μόνο οι αρβύλες, όλο το χρόνο , τα σκισμένα allstar, τα πεδιλάκια, και η ενδυμασία είτε Μπιλ Μπάροουζ, είτε Μπίλυ Μπο, δεν έχει σημασία….

Δεν λέω, υπάρχουν και μιλιούνια νέων που κάνουν κατάχρηση της υπεροχής που τους δίνεται. Και σας το λέω εγώ. Τα παγκάκια, τις περισσότερες φορές, είναι ελευθερία. Με Χριστοπαναγίες, λούμπεν ομιλία, μπάφους και Μαλαματίνες και Νεφέλες, πρέζες με μηδαμινής αξίας μπύρες, και χαπάκια, χιλιάδες χρώματα, χιλιάδες χαπάκια. Για όλα τα γούστα και για όλα τα πορτοφόλια. (Κάποτε έλεγα ότι τα Normizonπου χρησιμοποιούσα δεν έχουν σχέση με πρεζόχαπα…, όπως τα Mikliμου δεν έχουν σχέση. Απλά τόνιζαν υπέροχα, ένα χλωμό πρόσωπο του έδιναν άλλη άξια). Και αυτό το «Τι κάνεις, χρυσό μου» που έλεγα, απείρως ωραιότερο από το «που είσαι ρε μαλάκα;». Πούστικο ή μη το πρώτο, γιατί ότι και να λέμε η φαλλοκρατία επικρατεί στα μέρη αυτά, είναι ευγενικό. Και όπως έγραψα στο προηγούμενο κείμενο, άλλο το αντεργκράουντ, που είναι στάση και φιλοσοφία ζωής με τρελή γνώση ως υπόβαθρο, άλλο το λούμπεν, που έτσι εκφράζονται όσοι έχουν κάνει την μικροαστική ζωή σημαία τους, και άλλο το κλοσάρ, που αν δεν το ζεις ως πολυτέλεια για μερικές στιγμές, αλλά είσαι ως εξαναγκασμένο περιθώριο, τι να πω;

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Εμμανουήλ Ροΐδης, «Tο ξεστούπωμα» (από τα «Άπαντα», Ε΄, Eρμής 1978)

`

Το να νυστάζη τις χωρίς να ημπορή να κοιμηθή είναι βάσανος, την οποίαν καλώς γνωρίζουν κατά τα θερινά καύματα οι Αθηναίοι. Αν δοκιμάση ν’ αναγνώση, στερείται μετ’ ολίγον της ικανότητος να κρατή τους οφθαλμούς ανοικτούς, αλλ’ ευθύς άμα σβύση το κηρίον, τον αναγκάζει να τους ανοίξη και πάλιν η ανικανότης να κοιμηθή. Η τοιαύτη μεταξύ νυσταγμού και αϋπνίας πάλη και τα αλλεπάλληλα αψίματα και σβυσίματα του κηρίου παρατείνονται πολλάκις μέχρι της πρωίας, ή της εξαντλήσεως της θήκης των πυρείων. Ουδεμίαν γνωρίζω κατάστασιν οδυνηροτέραν της νυσταλέας ταύτης αγρυπνίας, αν τύχη μάλιστα να επιδεινώσωσι ταύτην δαγκάματα σκνιπών και κωνώπων. Εις ταύτα προστίθενται πολλάκις και τα κέντρα της συνειδήσεως, κατά τας τοιαύτας προ πάντων ώρας ελεγχούσης ημάς, δι’ όσα έτυχε να πράξωμεν κατά το διάστημα του βίου μας ανόητα ή κακά έργα. Το τελευταίον τούτο έκλινα να υποθέσω ιδιαιτέραν μου ψυχοπάθειαν, μέχρις ού έτυχε ν’ ανεύρω εις την ‘Φιλοσοφίαν του Ασυνειδήτου’ του Εδ. Χάρτμαν ακριβή του ικανώς, ως φαίνεται, συνήθους τούτου φαινομένου περιγραφήν. Το κυρίως χαρακτηρίζον την ψυχικήν ταύτην διάθεσιν είναι ότι βλέπομεν τα πράγματα ως δια μεγεθυντικού φακού, θεωρούντες άξια να ζυγισθώσιν εις την πλάστιγγα της τελευταίας κρίσεως παραπτώματα, εις τα οποία θα ηρκείτο ο παπάς να επιβάλη ως επιτίμιον είκοσι μετάνοιες και τριήμερον αποχήν από οίνου και ελαίου, ως εκανόνισε την εξής ιδικήν μου αμαρτίαν.
Ο ήλιος εμεσουράνει κάθετος επί της κεφαλής, ενώ ανηρχόμην μετά ομηλίκου δωδεκαετούς συμμαθητού μου τον ανήφορον, τον άγοντα εις γείτονα της Ερμουπόλεως εξοχήν καλουμένην Πισκοπειό, ή σχολαστικώς Επισκοπείον. Ως πάντες γνωρίζουσι, τα βουνά της Σύρου είναι γυμνότερα του Αδάμ, το χόρτον είναι τελείως άγνωστον και η βλάστησις περιορίζεται εις ψωριώσας τινάς το φθινόπωρον φασκομηλέας και ηλιοκαείς κατά το θέρος ακάνθας.
Εις απόστασιν ολίγων βημάτων προηγείτο ημών κατάξηρος κ’ εκείνος ψωραλέος όνος, σύρων επιπόνως βαρέλαν ύδατος, τοποθετημένην επί είδους διτρόχου χειραμάξης υπό την οδηγίαν γραίας χωρικής. Το πρόσωπον αυτής δεν εβλέπαμεν, αλλά μόνην την ράχιν, ήτις τοσούτον είχε κυρτωθεί υπό το βάρος των ετών και των μόχθων, ώστε εσχημάτιζεν ορθήν σχεδόν με τα σκέλη της γωνίαν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νίκος Λέκκας, “Γραμματόσημα VII”

Σαν τον Νικολά Μπουαλώ

Στους προβοκατέρ ποιητές που τα πίνουν.

Και σαν με πιάνει η κατάθλιψη τι κάνω; Αναπολώ τις αγάπες μου. Αυτές που είχα τον καιρό που μου επιτρεπόταν. Τα ξενύχτια μου. Ηρωικά ξενύχτια έξω από τις φόρμες. Και τους ανθρώπους τους. Τους ανθρώπους τους πάντοτε έχουν μια γυαλάδα, έστω και σκοτεινής, που την ημέρα δεν φαίνετε και οι ίδιοι είναι άφαντοι, με τον τρόπο αυτού του ανθρώπου που υποφέρει από το φυσικό φως. Που πήγανε, τι γίνανε αυτοί οι μαστουρωμένοι μπινέδες, που την ημέρα, δεν βγαίνουν ούτε για τσιγάρα, ούτε για ψώνια . Αυτοί οι μαστουρωμένοι μπινέδες που μύριζαν τεστοστερόνη από χιλιόμετρα. Που πάντα τους σύγκρινα με τον ένα και μόνο άντρα που γνώρισα. Τον κύριο Μιχάλη. Κοκαϊνεμπορος και νταβατζής. Που ζούσε με δύο γυναίκες ταυτόχρονα, είχε παιδιά και με τις δύο, όλοι ζούσαν μαζί και οι σχέσεις τους ήταν υπέροχες. Αλλά έτσι γίνεται με τους Άντρες. Υποκλίνονται ακόμα και οι μούντζες ερωμένες. Μακάρι να του έμοιαζα έστω και στο ελάχιστο…. Και δεν χρειάζεται να διευκρινίσω χωρίς ίχνος έρωτα. Μόνο θαυμασμού. Και είναι λάθος να πιστεύουν ότι ο έρωτας εμπεριέχει τον θαυμασμό..
Τι γίναμε οι άντρες; Που είμαστε; Ποίος είμαι εγώ; Ποίος στʼ αλήθεια είμαι;. Ποίες οι αγάπες μου; Τα αρώματά μου πριν την νύχτα. Τα διαβάσματά μου. Το μπούλιγκ. Ο μπουρδελόδρομος του χωριού που καμιά σχέση δεν έχει με λαϊκά μπουρδέλα. Χρόνια ανενεργός και αυτός. Γιατί και η κάβλα είναι μια ενέργεια. Κοντά στο ύστατο. Στο ύστατο του άνευ γυρισμού. Και απορώ γιατί οι κολλητοί των γαμπρών στους γάμους τους χαίρονται. Την στιγμή που η κηδεία των υποσχέσεων και των ονείρων, είναι εν χορώ και σε πραγματικό χρόνο…. Άλλα η βολή, βολή…. Και η παλιά πίστη της πρώιμης εφηβείας για μόνιμες σχέσεις, τότε μπορεί να μην γίναν πραγματικότητα, να μην έγιναν τίποτα απολύτως, εξουκαι για τις μούντζες αλλά τι θα πει ο κόσμος….

Διαβάστε περισσότερα