Άτακτη οπισθοχώρηση
«Εν δε φάει και όλεσσον»
Ομήρου Ιλιάδα P647
( “Αν είναι να πεθάνουμε, ας πεθάνουμε μέσα στο φως”)
«Να οπισθοχωρήσουμε…ίσως και σωθούμε κύριε λοχαγε», ακούσθηκε λαχανιασμένη η φωνη του έφεδρου ανθυπολοχαγου, γεμάτη πίκρα και αγωνία. Οι δυνατοι κρότοι απο τις εκρήξεις των εχθρικων όλμων που άσκαγαν γύρω-μας, αλλα και οι πολυβολισμοι απο τα βομβαρδιστικα αεροπλάνα, που γάζωναν σαν ραπτομηχανη το χώμα δίπλα απο τα καταπονημένα σώματά-μας, μόλις που άφηναν την φωνη-του να φθάσει στ΄αυτια-μας. Παραμέναμε καθηλωμένοι εδω και αρκετη ώρα, μπρούμυτα πάνω στο χώμα, σαν καρφωμένες γυψοσανίδες, μέσα στον απέραντο κάμπο. Είχαμε πέσει σʼ ενέδρα πριν προλάβουμε να πάρουμε τις θέσεις μάχης που μας είχαν υποδείξει απο την Διοίκηση.
Λίγα μόλις εκατοστα πάνω απο τα πυροκαμένα κορμια-μας σφύριζαν και περνούσαν δαιμονισμένα χιλιάδες κομμάτια απο πυρακτωμένο μολύβι. Κανεις δεν μπορούσε να υπολογίσει με σιγουρια πόσες σφαίρες έφευγαν απο τα όπλα των απέναντί-μας. Αν κατα λάθος σηκώναμε ελάχιστα το κεφάλι-μας, λόγω της κούρασης που μας βάραινε, αυτο σίγουρα θα σκόρπιζε όπως το ώριμο καρπούζι μέσα στον κάμπο. Προσπαθούσαμε να γίνουμε, όσο μπορούσαμε, ένα με την ηλιοψημένη γη ή, αν τα καταφέρναμε, να πάμε και πιο κάτω. Οι σκληρες αποκαλάμες όμως δεν μας άφηναν μεγάλα περιθώρια. Αντιστέκονταν οι άτιμες! Βελόνιαζαν και τρυπούσαν τα σώματά-μας, κάνοντάς-τα να ματώνουν. Ήταν ωσαν να μας είχε καταδικάσει η τιμωρος φύση να βρισκόμαστε μερόνυχτα ξαπλωμένοι, ομάδι πάνω στις άγριες και αιμοχαρεις βελόνες ενος τεράστιου κάκτου.
Το απόγευμα είχε προχωρήσει για τα καλα. Ο τύρανος ήλιος κρατιόταν ακόμη ψηλα, πάμφωτος, όμως ανελέητος στις διαθέσεις-του, αφήνοντας απο τις πρωϊνες ώρες τη λαύρα-του να ρέει όπως ουράνιο ποτάμι μέσα στον φρυγμένο κάμπο που τον έκανε να μοιάζει μʼ ένα γιγάντιο καζάνι που συνεχως κόχλαζε. Μέσα σε αυτο το καζάνι κολυμπούσαν και ψήνονταν τα πάντα: χώμα, δένδρα, σπίτια, ερπετα, πτηνα, ζώα, άνθρωποι.
Μπροστα-μας, σε απόσταση λιγότερο απο ένα χιλιόμετρο, αχνοφαίνετο μία ύλη αρμάτων. Στο βάθος, ακριβως πίσω απο τʼ άρματα, πρόβαλλαν μέσʼ απο την αραιη ομίχλη, σαν ξιφολόγχες, οι κορυφες απο τους μιναρέδες του Κιόνελι. Ολίγο πιο πίσω ορθωνόταν ο αγέρωχος Πενταδάκτυλος. Στα δεξια βρισκόταν ερημωμένο και βουβο το κτίριο του αμερικάνικου σταθμου και στʼ αριστερα, ψηλα στο λόφο, ξεχώριζαν οι στέγες των τελευταίων σπιτιων του Γερόλακκου.
«Να μην κουνηθει κανεις», ακούσθηκε η βροντερη και κοφτη φωνη του λοχαγου και όλοι, έτσι όπως είμαστο ένα με τη γη, στρίψαμε με μεγάλη δυσκολία αλλα και αγανάκτηση τα κεφάλια-μας προς το μέρος του μυστήριου Λιάπη, που όλο αυτο το χρονικο διάστημα δεν έβγαλε άχνα απο το στόμα-του.
«Να φύγουμε και όσοι γλιτώσουμε». «Έχουμε οικογένειες, έχουμε παιδια κύριε λοχαγε», φώναζαν και σιγόβραζαν, σαν τους καραόλους στην φωτια, οι έφεδροι. Οι πανικόβλητες φωνες ολοένα και αυξάνονταν. Έφθαναν απο τη διμοιρία που ήταν στα δεξια, ελαφρως πιο πίσω και κάπως ψηλότερα απο τις δικες-μας θέσεις, λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους. Κάποιοι άρχισαν κιόλας να σηκώνονται στα γόνατά-τους. Ήταν έτοιμοι να σαλτάρουν και όπου τους βγάλει η μαύρη μοίρα-τους, αδιαφορώντας αν έγιναν στόχοι τα κορμιά-τους. Έδειχναν πως δεν αντιλαμβάνονταν το μεγάλο κίνδυνο που καιροφυλακτούσε, όπως ακριβως η πεινασμένη τίγρης παρακολουθει το θήραμά-της πίσω απο τους πυκνους θάμνους. Εκείνες τις στιγμες οι κόρες των ματιων-μας, που τις κρατούσε διαρκως διεσταλμένες το σπαθάτο φως της μέρας, άρχισαν να περιστρέφονται πότε προς το μέρος των ριψοκίνδυνων στρατιωτων και πότε προς το μέρος των ακινητοποιημένων αρμάτων.
«Πέστε κάτω», ούρλιαξε έξαλλος ο λοχαγος. «Πέστε αμέσως κάτω, πέστε…», αλλα ο ξηρος ανατριχιαστικος κρότος απο την κανονια, που έκοψε στα δύο τον καιρο και αντιβούιζε μέσα στον ατελείωτο κάμπο, δεν τον άφησε νʼ αποτελειώσει την φράση-του. Ακολούθησαν ουρλιαχτα και φωνες σπαρακτικες, σύγχυση και πανικος. Ο ολοκάθαρος ουρανος με μιας γέμισε κλαδια, κορμους δένδρων και θάμνων, πέτρες και χώματα. Δεν μπορούσαμε να σηκώσουμε κεφάλι, να κουνήσουμε χέρια ή πόδια. Η παραμικρη κίνηση θα πρόδιδε τις θέσεις-μας. Οι σπαρακτικες φωνες, εξάλλου, τα ουρλιαχτα και οι βόγκοι πάγωναν το αίμα-μας και παρέλυαν τα κορμια-μας, άσχετα αν η θερμοκρασία εκείνη τη στιγμη, μέσα στον κλειστο απο λόφους κάμπο, ξεπερνούσε τους 45 βαθμους Κελσίου. Βρισκόμασταν όλοι οριζοντιωμένοι και σε ευθεία γραμμη. Αριστερα είχα τον αδελφο-μου, έφεδρος στρατιώτης, δύο χρόνια μεγαλύτερός-μου. Παραδίπλα ήταν ο ξάδελφός-μου, κληρωτος, όπως κι εγω.
Όπως παραμέναμε καρφωμένοι στις θέσεις-μας είδα, κάποια στιγμη, ομολογω με μεγάλη έκπληξη, μικρους κόκκινους κόκκους κολλημένους πάνω στα χέρια και τα ρούχα-μου. Έμοιαζαν με ψιλοκομμένο κιμα και ταυτόχρονα μία ελαφρια μυρωδια απο καμένο κρέας άρχισε να φθάνει στα ρουθούνια-μας. Αναπνέαμε με δυσκολία. Είχαν μισοκλείσει τα ρουθούνια-μας απο την πυκνη σκόνη που αιωρείτο μέσα στην ατμόσφαιρα. Απο περιέργεια άρχισα να ψηλαφω δειλα-δειλα τα κόκκινα κομματάκια όταν έντρομος διαπίστωσα πως ήταν κρέας. Έμεινα αποσβολωμένος. Ήταν κρέας ανθρώπινο που τινάχτηκε απο τα διαμελισμένα κορμια των νεκρων και των πληγωμένων! Απο τα κορμια των άμοιρων συναδέλφων-μας!
Ο λοχαγος δυστυχως, όσο και να προσπάθησε, όσο και να φώναξε, δεν μπόρεσε νʼ αποτρέψει τα χειρότερα. Στη θέα των ολίγων απεγνωσμένων στρατιωτων, ένα άρμα προχώρησε λίγα μέτρα μπροστα, χαμήλωσε όσο γινόταν την κάννη του κανονιου-του, και έριξε. Δύο έμειναν επι τόπου. Ξεψύχησαν αμέσως. Άλλους δύο τους σακάτεψε το βλήμα αλλα ήταν ακόμη ζωντανοι. Πονούσαν και ούρλιαζαν. Μούγκριζαν σαν πληγωμένα ζώα που τα κτύπησε αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου. Ζητούσαν βοήθεια αλλα κανένα χέρι δεν έφθανε κοντά-τους. Κανένας δεν τολμούσε να σηκωθει και να τρέξει προς βοήθειά-τους! Ούτε πουλι εκείνη την ώρα δεν μπορούσε να πετάξει μέσα σʼ αυτη την επίγεια κόλαση που αθελα-μας βρεθήκαμε.
Παραμέναμε τρομοκρατημένοι και αμήχανοι όταν μαζι με τις ανθρώπινες κραυγες ακούγαμε τώρα και τον εφιαλτικο θόρυβο απο τις μηχανες των αρμάτων που τέθηκαν σε λειτουργία και άρχισαν να κινούνται προς τις θέσεις-μας. Προχωρούσαν αργα, ρίχνοντας κατα χρονικα διαστήματα βολες προς τη μερια-μας. Κάποια βλήματα κατέληγαν στο κτίριο του αμερικάνικου σταθμου. Σε κάθε κανονια που ακούγαμε, γυρίζαμε, τριφτα πάνω στο χώμα, το κεφάλι-μας προς τα πίσω, όπου βλέπαμε νʼ ανοίγει μία τεράστια τρύπα ή να φεύγει ένα μεγάλο κομμάτι απο τους τείχους του σταθμου. Όσο πιο κοντα-μας πλησίαζαν τʼ άρματα, τόσο πιο μεγάλες βλέπαμε να γίνονται οι ερπύστριές-τους. Μεγάλωναν παράξενα και φάνταζαν θεόρατες στα μάτια-μας, έτοιμες απο στιγμη σε στιγμη να περάσουν πάνω απο τα αφυδατωμένα και εξαντλημένα κορμια-μας για να τα πολτοποιήσουν.
«Έρποντας να έλθουν αμέσως προς τα κάτω, σʼ έδαφος επίπεδο, όσοι βρίσκονται ψηλότερα», ακούσθηκε και πάλι η φωνη του κοντόσωμου Λιάπη και ταυτόχρονα είδαμε το κορμι-του να παίρνει αστραπιαία το σχήμα τόξου, να τινάζεται ψηλα σαν αιλουροειδες και να ρίχνει με δύναμη κάτι σαν πέτρα προς το μέρος των αρμάτων. Αμέσως είδαμε τα ξερα αγριόχορτα και τις αποκαλάμες που άρπαξαν φωτια. Μέσα σε λίγα λεπτα ο κάμπος λαμπάδιασε. Οι φλόγες και οι καπνοι ολοένα και δυνάμωναν. Η φωτια άπλωνε σε πλάτος και συνεχως έπαιρνε ύψος. Σε λιγότερο απο δέκα λεπτα ούτε που μας έβλεπε ο εχθρος αλλα ούτε και εμεις βλέπαμε τα άρματά-του. Το σχέδιο του εμπειροπόλεμου Κωνσταντίνου Λιάπη έπιασε τόπο!
«Παιδια», βροντοφώναξε, «τώρα μπορούμε να φύγουμε προς τα πίσω», και όλοι τιναχτήκαμε σαν ελατήρια, τρέχοντας αλαφιασμένοι προς διάφορες κατευθύνσεις. Μια μεγάλη ομάδα τράβηξε προς το χωριο. Μια άλλη, ανάμεσά-τους και εγω, μπήκαμε σʼ ένα μουλαρόδρομο και τραβήξαμε προς το σταθμο. Μέσα στο πανδαιμόνιο που επικρατούσε, η θολη ματια-μου πρόλαβε και είδε τους δύο γεροδεμένους συντρόφους που σήκωσαν τους πληγωμένους, τους έριξαν στις ράχες-τους και όρμησαν προς το χωριο. Τα κομματιασμένα και αιματωμένα κορμια έμοιαζαν με φρεσκογδαρμένα μοσχάρια που τα είχε κρεμάσει στο τσιγκέλι ο χασάπης. Άλλοι δύο συνάδελφοι φορτώθηκαν τους σκοτωμένους.
Αναστατωμένος, έτσι όπως έτρεχα και εγω πίσω απο τους άλλους στρατιώτες, αισθάνθηκα ξαφνικα το κορμι-μου να βουλιάζει και να σταματάει μέσα στο χώμα. Περίεργο! Δεν μπορούσα να προχωρήσω ούτε ένα βήμα! Χάθηκαν με μιας όλοι οι μυς-μου, όλες οι δυνάμεις-μου. Κοίταξα κάτω, στα πέλματα των ποδιων-μου, μήπως είχα πιαστει σε καμια παγίδα απο αυτες που φτιάχνουν με λεπτο τέλι οι χωρικοι και τις στήνουν στα περάσματα των λαγων για να τους πιάσουν. Τίποτε! Πήρα ανάσα και ξαναπροσπάθησα. Στάθηκε αδύνατον. Λες και μπροστα-μου ορθωνόταν ένα αόρατο βουνο που μου έφραζε το δρόμο. Ένιωθα και ένα χέρι, στο ύψος της καρδιας, αόρατο και αυτο, να με σπρώχνει, όσο απίστευτο και αν ακούγεται, προς την αντίθετη κατεύθυνση. Χωρις χρονοτριβη έστριψα αμέσως δεξια και ακολούθησα την ομάδα που πήγαινε στο χωριο. Προλάβαμε και χωθήκαμε σʼ ένα υπόγειο γκαραζ μιας νεόκτιστης μονοκατοικίας. Αράξαμε με τις πλάτες ακουμπισμένες στους τοίχους και τα μαρτίνια μέσα στα σκέλια-μας. Μας έδινε την αίσθηση ασφαλους κρυψώνα. Για την ώρα δεν χρειαζόταν να ψάξουμε για άλλο καταφύγιο.
Μέσα στο γκαραζ δεν ακούγετο τσιμουδια. Για αρκετο χρονικο διάστημα βλέπαμε ο ένας τον άλλο στα μάτια και σιωπούσαμε. Μόνο ο εκνευριστικος κτύπος των δοντιων-μας ακούγετο. Ήταν απο τις σιαγόνες-μας που τρεμόπαιζαν, όπως τα πλατανόφυλλα πάνω στα κλαδια-τους, απο το νευρικο κλονισμο-μας. Η αποφορα όμως, απο την απλυσια και τον ιδρώτα-μας, ήταν ανυπόφορη. Τα κορμια-μας είχαν να δεχθουν νερο και σαπούνι έξι ολόκληρες μέρες.
Σύρθηκα με προσοχη προς την είσοδο του γκαραζ για να ρίξω μια ματια προς τα έξω. Να δω τι γίνεται αντίπερα, να κόψω κινήσεις. Τα αεροπλάνα συνέχιζαν να κάνουν μεγάλους κύκλους πάνω απο την περιοχη. Προπορευόταν πάντοτε ένα και σε μικρη απόσταση ακολουθούσε άλλο. Σποραδικα έκαναν βυθίσεις για να πλήξουν με βόμβες ναπάλμ τους στόχους που εντόπιζαν. Ο βαρυς ήλιος, όπως είδα, ήθελε ακόμη ένα κοντάρι μέχρι να δύσει πίσω απο τον λόφο, εκει που ήταν το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ.
Περιμέναμε να πέσει η νύχτα. Να γίνει πιο πυκνο το σκοτάδι. Μόνο τότε θα μπορούσαμε να βγούμε με κάποια σχετικη ασφάλεια έξω απο τον κρυψώνα-μας. Θέλαμε να κινηθούμε με κάθε προφύλαξη μέσα στους δρόμους και τα στενορύμια του χωριου ίσως και συναντήσουμε άλλους στρατιώτες του τάγματός-μας. Αγωνιούσαμε και θέλαμε να μάθουμε τι απέγιναν οι άλλοι συνάδελφοί-μας. Ζούσαν ή πέθαναν; Κατόρθωσαν να διαφύγουν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι;
«Μπορείτε να καπνίσετε. Ένας-ένας και με τη σειρα», είπε σιγανα, κάπως συνωμοτικα ο λοχαγος και η πικρη φωνη-του έκοψε στα δυο την πηχτη σιωπη, όπως το μαχαίρι κόβει στα δύο το ψωμι. Εδω και αρκετη ώρα άρχισε σιγα-σιγα να υποχωρει και η κούραση απο τα κορμια-μας. Τα συσπασμένα και αγριεμένα πρόσωπά-μας πήραν και αυτα να ηρεμουν και να γαληνεύουν. Άρχισε να επανέρχεται και η διάθεσή-μας για αστεία.
«Όταν δώσατε κύριε λοχαγε το σύνθημα για οπισθοχώρηση, εγω έτρεχα με ογδόντα χιλιόμετρα ταχύτητα», είπε ο Κωστης και έσκασε στα γέλια.
«Πρέπει να έκοψες πολλα πίσω», απάντησε αμέσως, με μία δόση ειρωνείας, ο Μιχάλης. «Εμένα το μιλίμετρό-μου έπιασε τα εκατο χιλιόμετρα», πρόσθεσε και το γκαραζ βούιξε απο τα πνιχτα γέλια-μας.
Είναι βέβαιο πως άπαντες, αυτες τις δύσκολες στιγμες, προσπαθούσαμε να ξεχάσουμε όλα αυτα τα μακάβρια και οδυνηρα που διαδραματίστηκαν μπροστα στα μάτια-μας λίγα μόλις λεπτα νωρίτερα. Θέλαμε να νιώσουμε και πάλι δυνατοι για να τολμήσουμε το επόμενο βήμα. Να προχωρήσουμε μπροστα και προπάντων με αυτοπεποίθηση. Στη σκέψη-μου όμως, όπως νομίζω και στην σκέψη των άλλων συναδέλφων-μου, παρέμενε αμετάθετη η εικόνα με τους νεκρους, τα διαμελισμένα και αιματωμένα κορμια των πληγωμένων και συνεχως διερωτώμουνα: «Άραγες άνοιξε η πόρτα και βγήκαμε έξω ή παραμένουμε ακόμη εγκλωβισμένοι μέσα σʼ αυτο το απέραντο σφαγείο;».
Βγήκα απο το λήθαργο που είχα περιέλθει όταν ο διπλανος-μου άπλωσε το χέρι και μου έδωσε την γόπα-του για νʼ ανάψω τσιγάρο. Ήταν η σειρα-μου να καπνίσω. Πήρα την γόπα με το αριστερο. Με το δεξι προσπάθησα να βγάλω το πακέτο με τα Crave A που ήταν μέσα στην αριστερη τζέπη του πουκαμίσου-μου. Μαζι με το πακέτο όμως είδα σαστισμένος να βγαίνει και ο ασημένιος σταυρος-μου. Είχε ένα κούφωμα αυτος ο σταυρος που άνοιγε και έκλεινε με τη βοήθεια μίας μικρης βίδας. Μέσα στο κούφωμα υπήρχε ένα κομμάτι απο τίμιο ξύλο. Τον αγόρασε μία θεία-μου πριν χρόνια απο τους Αγίους Τόπους. Ήταν το δώρο-της σε κάποια γενέθλια-μου. Μου τον πέρασε στο λαιμο η μάνα-μου, στις 20 Ιουλίου 1972, όταν έφευγα για να καταταγω στρατιώτης.
Κάπνιζα και αναπολούσα με νοσταλγία τα περασμένα χρόνια όταν όρμησε μέσα στο σκοτεινο γκαραζ αγκομαχώντας ο λοχίας Καραχρήστος.
«Όσοι τράβηξαν προς το σταθμο πιάστηκαν όλοι αιχμάλωτοι», είπε με λυγμους και σπασμένη φωνη και σωριάστηκε στο δάπεδο.
Η κατασκότεινη νύχτα είχε προχωρήσει για καλα. Μας φαινόταν όμως αξημέρωτη. Έμοιαζε με «την αιώνια νύχτα του κακου θανάτου».










