Για τα Παγκάκια, ο λόγος….
Πρόκειται για ένα κάθισμα εντελώς παρεξηγημένο στην εποχή μας. Κάτι που ευχαριστεί μόνο μια ειδική μερίδα πολιτών. Πολιτών των επίσημων καταλόγων του κράτους, (αυτών που έχουν να δηλώσουν έναν τόπο κατοικίας, τουλάχιστον στην απογραφή, και πολιτών που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Βλέπε μετανάστες. Γιατί όπου Γης, Πατρίς, και όπου Κάγκελο Πατρίς , επίσης). Αν και Εμείς απάτριδες. Και το κάγκελο πραχτικό και θεωρητικό μαζί. Τα πλεκτά της τρίτης ηλικίας στα παγκάκια ουδέποτε ενόχλησαν. Ούτε οι στιλάτες ρόμπες των γιαγιάδων. Μόνο οι αρβύλες, όλο το χρόνο , τα σκισμένα allstar, τα πεδιλάκια, και η ενδυμασία είτε Μπιλ Μπάροουζ, είτε Μπίλυ Μπο, δεν έχει σημασία….
Δεν λέω, υπάρχουν και μιλιούνια νέων που κάνουν κατάχρηση της υπεροχής που τους δίνεται. Και σας το λέω εγώ. Τα παγκάκια, τις περισσότερες φορές, είναι ελευθερία. Με Χριστοπαναγίες, λούμπεν ομιλία, μπάφους και Μαλαματίνες και Νεφέλες, πρέζες με μηδαμινής αξίας μπύρες, και χαπάκια, χιλιάδες χρώματα, χιλιάδες χαπάκια. Για όλα τα γούστα και για όλα τα πορτοφόλια. (Κάποτε έλεγα ότι τα Normizonπου χρησιμοποιούσα δεν έχουν σχέση με πρεζόχαπα…, όπως τα Mikliμου δεν έχουν σχέση. Απλά τόνιζαν υπέροχα, ένα χλωμό πρόσωπο του έδιναν άλλη άξια). Και αυτό το «Τι κάνεις, χρυσό μου» που έλεγα, απείρως ωραιότερο από το «που είσαι ρε μαλάκα;». Πούστικο ή μη το πρώτο, γιατί ότι και να λέμε η φαλλοκρατία επικρατεί στα μέρη αυτά, είναι ευγενικό. Και όπως έγραψα στο προηγούμενο κείμενο, άλλο το αντεργκράουντ, που είναι στάση και φιλοσοφία ζωής με τρελή γνώση ως υπόβαθρο, άλλο το λούμπεν, που έτσι εκφράζονται όσοι έχουν κάνει την μικροαστική ζωή σημαία τους, και άλλο το κλοσάρ, που αν δεν το ζεις ως πολυτέλεια για μερικές στιγμές, αλλά είσαι ως εξαναγκασμένο περιθώριο, τι να πω;
Αλλά τι εκπροσωπεί το παγκάκι στην τέχνη; Σίγουρα άλλα πράγματα. Που καμιά σχέση δεν έχουν με τα προαναφερθέντα. Παγκάκι ήταν το όνομα ενός εκδοτικού οίκου, σε παγκάκι διαδραματιζότανε «Η ιστορία του ζωολογικού κήπου» ενός μονόπρακτου ξένου θεατρικού συγγραφέα, με παγκάκι άνοιγε και έκλεινε η ταινία «Τσίου» που η γενιά μου την λάτρεψε, και τα καρντάσια απλώς την αγαπούν, γιατί η ταινία και η ζωή τους απλώς συμπέσανε. Το παγκάκι του «Μετέωρου και σκιά» που δυο ποιητές – Θρύλοι, τα λέγαν καθισμένοι, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση. Για το αμπιγέ των δανδήδων που αν είσαι και λίγο κοκέτης αν και δεκαετίες μετά υποκλίνεσαι. Και πάμε στο «Παγκάκι» το μονόπρακτο του Ανδρέα Μουσουράκη από το «Αμφί» νούμερο 2. Ο Ανδρέας Μουσουράκης δεν είναι άλλος από τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη. Μια γνωριμία σʼ ένα παγκάκι, σε κάποιο άλσος, που στο τέλος το τσόλι αποδείχτηκε κλέφτης.
Εντελώς αμφιλεγόμενο κάθισμα το παγκάκι. Και αν ο καθήμενος δεν έχει κοινωνικό πρεστίζ την έχει βαμμένη. Και μιλάω μόνο για όσα παγκάκια είναι στα φώτα. Γιατί στα άλλα αν είσαι θαμώνας γίνεσαι δακτυλοδεικτούμενος. Μας τα έχουν πρήξει με στις τηλεοράσεις. Με τα παγκάκια των λαϊκών πλατειών και τι γίνεται σʼ αυτά, (Εξαρχείων , Ομονοίας, Μεταξουργείου , Βικτώριας, Αττικής κα) όπως κάποτε με τα παγκάκια του κατεξοχήν ανώμαλου Πεδίου του Άρεως. Και αυτό το πράγμα που βαφτίστηκε Ρεπορτάζ, θεωρείται μαχόμενη δημοσιογραφία. Με δημοσιογράφους που πότε δεν ήταν θαμώνες. Άλλα ξεχνάνε ότι ο δημοσιογράφος πρέπει να είναι σαν το ποιητή. Να μπαίνει στα σκατά και να μην λερώνεται. Ο δημοσιογράφος Φώτης Παπαδόπουλος, μέχρι το τέλος, σκάρωνε στιχάκια για τραγούδια και κείμενο κοινωνικού γίγνεσθαι αποκλειστικά στα παγκάκια και ήταν τόσο ωραίος μα τόσο ωραίος να αφήσεις τα μάτια σου, άσχετα αν σε κάποια πάρτυ που το συναντούσα, κάμπιες ποιήτριες και ποιητές, με αναγνώστες ευαίσθητες κορασίδες, απέφευγαν για τον ακουμπήσουν, στο ενδεχόμενο του να μην πάθουν τίποτα. Αλλά αυτού του είδους οι «ποιητές» ξεχνάνε αυτό που η ποίηση είναι: Αιχμηρά τρυφερή, τρυφερά Αιχμηρή. Και από παγκάκια δεν έχουν ιδέα. Και ούτε πρόκειται να έχουν. Το θεωρούν κατάπτυστο κάθισμα. Εξάλλου έχουν λεφτά να καθίσουν στην οποιαδήποτε καφετέρια, αλλά ποτέ σε καφενείο αν δεν είναι καλτ. Το περιοδικό «Κράξιμο» ξεκίνησε από τα παγκάκια της πλατείας Εξαρχείων. «Τα τρία φεγγάρια στην πλατεία» του Τέου Ρόμβου αναφέρονται στην πλατεία. Σε παγκάκι πρώτο -μαστουρωθήκαμε, σε παγκάκι πρώτο -κάναμεστοματικό έρωτα, σε παγκάκι Πρωτώ -φιληθήκαμε και σε παγκάκι είπανε το πρώτο Σʼ αγαπάω…. Αλλά οι λάμψεις εξωφρενισμού ακόμα και για τους κουκουέδες, δημιουργούν ένα τύπο επιλεκτικής άνοιας. Τι σχέση έχουν οι ποιητές με τα παγκάκια;. Τώρα αυτοσυστήνονται ως Κύριοι…. Κάποιοι και με διδακτορικό… Και αυτό το εξωφρενισμού λέει ότι οι φρενίατροι είναι στο παρελθόν. Τίποτα δεν τους θυμίζει. Ούτε στα γραπτά, ούτε στην καθιστική ζωή μας..











Σωστή η αναφορά στον Μπάροουζ, μια κι ο Λέκκας φέρει την beat generation στη γραφή του, άρα και στη στάση ζωής του που είναι η μια προέκταση της άλλης. Ξέρω πως ενοχλούν τα γραφόμενα του Νίκου κι ακριβώς λόγω του ότι ενοχλούν, αποδεικνύεται πως είναι η αλήθεια και η αλήθεια, είναι υποκειμενική, μόνο που η υποκειμενικότητα, κρύβει πάντα το αντικειμενικό και το αντικειμενικό, την υποκειμενικότητα.
Δεν ενοχλούν τα γραπτά του Νίκου. Αυτό που θλίβει είναι η ηρωοποίηση της αυτοκαταστροφής του Νίκου. Αυτό που θλίβει, ξαναλέω. Είμαι και σχεδόν πατέρας του…
Και είναι λυπηρό, ένα τέτοιο ταλέντο να μη μπορεί ή να μη θέλει να κάνει την προσπάθεια να σταθεί ελεύθερος με όποιες ιδιαιτερότητες κι αν έχει ως άνθρωπος.
Αυτή είναι η μόνη “ένσταση” που έχω. Και δεν μου πέφτει στην ουσία λόγος. Αλλά δεν μπορώ και ως αναγνώστης να λέω, ότι βλέπω σε αυτά τα γραπτά μόνο το λογοτεχνικό κομμάτι.
Να είναι εύχομαι καλά, να μας δίνει. Ευχές!
Δημοκρατία στα παγκάκια και στα πάρκα, αλσύλλια κάθε είδους , στον δημόσιο χώρο γενικώς…. Ανήκουν σε όλους/ες μας. Αθηναίους, επαρχιώτες, μετανάστες, straight, bi, gay,…, πότες, χρήστες, εξαρτημένους/ες,…
Όμως προϊόντος του χρόνου , επιχειρήθηκε το Λ.Α. να γίνει L.A. και δυστυχώς κατέληξε στο βλαχομπαρόκ ψευτοκυριλέ μόρφωμα. Σε πολλές περιοχές είσαι -σχεδόν- ύποπτος αν κάθεσαι σε παγκάκι. Η επαρχιώτικη προσβολή από τον μπάτσο ή τον εσωτερικό μετανάστη * : Δεν έχεις σπίτι ρε!!!!
Τι κι αν πέρασαν αρκετά χρόνια(στην δική μου πρώτη νιότη, κατά την προ AIDS/HIV εποχή), σε κάθε προάστειο, αλλά και στον Λυκαβηττό, τον Στρέφη, το πεδίο Αρεως, Κήπος Μουσείου, πλατεία Εξαρχείων (πριν μπει η ντρόγκα,)…,παρέες μαθητών, ηλικιωμένοι, …,ζευγαράκια και ζευγάρια κατέφευγαν εκεί, για πλάκες, βόλτες, φιλιά, έρωτες,…
Όσο για την ντόπια “beat generation” , πιθανολογώ οτι -αν υπάρχει- θα ‘πρεπε να μεταναστευσει στο Frisco και στο Greenwich Village .
* τον μπάτσο που διόριζε από τον νομό του ο εκάστοτε Υπουργός Δημοσίας Τάξεως ή τον επαρχιώτη , εσωτερικό μετανάστη που διόρισε τα 2 παιδιά του στο Δημόσιο δίνοντας αλληλοδιαδόχως 4+ ψήφους στα 2 κόμματα εξουσίας.
Με τα παγκάκια, μου έρχονται στην μνήμη, άγουρα ρίγη ηδονής, πρωτόγνωρα, δίχως οίνο και χημεία, μηχανική, μίζερη ανία.
Φιλοκαλούμεν μετ΄ ευτέλειας ………………..
τάδε εφη Αφώτιστος………………
προσυπογραφοντες !!!!!
@Παναγης Αντωνοπουλος
1. Ευχαριστώ πολύ
2. “…Όσο για την ντόπια “beat generation” , πιθανολογώ οτι -αν υπάρχει- θα ʽπρεπε να μεταναστευσει στο Frisco και στο Greenwich Village ….”
Όμως οι καιρικές συνθήκες :
η ομίχλη του San Francisco και οι κρύοι χειμώνες της Νέας Υόρκης αποτρέπουν την wanabe ντόπια μετα- “beat generation” να μεταβεί στις πήγες των beat….
Το αντικείμενο, στο χώρο, το χρόνο και η αναπαράστασή του μέσα μας, προσωπική, κάποτε με οδύνη, που ορισμένες φορές γίνεται συλλογική. Τα παγκάκια είναι από εκείνα τα αντικείμενα που μας βοηθάνε να την εκφράσουμε. Άλλωστε, η αποτύπωση των παθών μας, πάνω τους, είναι τόσο εύγλυπτη. Τα χαρακώνουμε, άλλοτε με ευλαβική επιμονή και άλλοτε με μανία. Δεν έχουν διαλέξει το χώρο και το χρόνο, ούτε ποιας ιστορίας γίνονται κομμάτι. Βρίσκονται όμως εκεί. Εμείς τα τοποθετούμε, για να ξαποσταίνουμε πάνω τους. Σε διαδρομές που όταν τα αναγνωρίζουμε στον ορίζοντα του χώρου ή και του χρόνου, αγαλλιάμε για τη δυνατότητα που μας δίνουν να δεχθούν τις ανάγκες μας. Και τις ποιητικές! Αυτές που μας ποιούν και απ’ αυτές που ποιούμε!