Χαράλαμπος Κωστέρης, «Του καφέ η συντροφιά»
20Ιαν
1.
Δεν είναι που οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν όψη,
δεν είναι που ο χρόνος όλα τα σκορπά,
είναι που οι αξίες μας βρεθήκανε στην κόψη,
αυτή που διαχωρίζει γέρους και παιδία.
“Λοιπόν, ε και τι έγινε; Το ανέβαλε κι απέτυχε!”,
θα πούνε όλοι οι άσχετοι, στα καφενεία, στα μπαρ.
Αυτοί που απλά φουμάρουνε, τσιγάρου όνειρα κάνουνε,
θα πιουν καφέ με ενάμιση, μισή θα’ ναι η τύψη τους κι η λήθη άλλη μια.
Και δε με λυπεί η αναίρεση, η ματαίωση, η εκλογίκευση,
μηχανισμοί που ο πόνος του εγώ μας τους γεννά,
είναι που τους σταυρούς μας τους βγάζουμε στη γεύση
της πρώτης απογοήτευσης που βιώνουμε απλά.
Και λέμε “και τι έγινε, που το όνειρο δεν πέτυχε;”
και παραμύθια πλάθουμε, με λόγια πιο φτηνά.
Γι’ αυτούς που τα γουστάρουνε, γλυκό καφέ σαν πάρουνε,
μη νιώσουνε ενόχληση, αφού χάσανʼ την πίστη τους κι αυτοί είναι σαν κι εμάς.














