1.

Δεν είναι που οι άνθρωποι συχνά αλλάζουν όψη,
δεν είναι που ο χρόνος όλα τα σκορπά,
είναι που οι αξίες μας βρεθήκανε στην κόψη,
αυτή που διαχωρίζει γέρους και παιδία.

“Λοιπόν, ε και τι έγινε; Το ανέβαλε κι απέτυχε!”,
θα πούνε όλοι οι άσχετοι, στα καφενεία, στα μπαρ.
Αυτοί που απλά φουμάρουνε, τσιγάρου όνειρα κάνουνε,
θα πιουν καφέ με ενάμιση, μισή θα’ ναι η τύψη τους κι η λήθη άλλη μια.

Και δε με λυπεί η αναίρεση, η ματαίωση, η εκλογίκευση,
μηχανισμοί που ο πόνος του εγώ μας τους γεννά,
είναι που τους σταυρούς μας τους βγάζουμε στη γεύση
της πρώτης απογοήτευσης που βιώνουμε απλά.

Και λέμε “και τι έγινε, που το όνειρο δεν πέτυχε;”
και παραμύθια πλάθουμε, με λόγια πιο φτηνά.
Γι’ αυτούς που τα γουστάρουνε, γλυκό καφέ σαν πάρουνε,
μη νιώσουνε ενόχληση, αφού χάσανʼ την πίστη τους κι αυτοί είναι σαν κι εμάς.

2.

Βαλίτσα μου ανοιχτή, τεστ γεμάτη για κρυφά συμπτώματα,
ενέργειας ψυχικής, ψυχοσωματικά φαινόμενα,
ηλικίας παιδικής, γενιάς τρομακτικής βιώματα,
προσοχή ελλειμματική, ερμηνεία γονεϊκή – “καμώματα”.

Τεστ μαθηματικά, εργαλεία διαγνωστικά, αξιολόγησης,
με λόγια πιο αργά, τεστ προβολικά ενόρμησης,
από κίνητρα κενή και μνήμη αδύναμη, η μάθηση,
στα παιδιά κάποιων της γης, που έγιναν γονείς, από κακή χρήση κάποιας αντισύλληψης.

Ενουρήσεις φοβικές, ανορεξίες παροδικές και άσθματα.
Ορμές αρχαϊκές, φωνές νυχτερινές, φαντάσματα.
Πληγή δερματική, δεν κλείνει αιμορραγεί, παράξενη,
μα οι γιατροί βουβοί και δεν κοιτάν’ εκεί, που η παιδική ανησυχία έχει την έναρξη.

Ως ότου τα παιδιά, θα’ ναι ο στόχος για τα μικροσκόπια,
θα μένουν σταθερά κάποια ανεξήγητα συμπτώματα,
μʼ έναρξη τους γονείς, όσα κληρονομείς, δικά τους συναισθήματα ακατέργαστα,
αλεξιθυμικής, ζωής μοναχικής, δικά σου τʼ άλυτα τους τα συμπλέγματα!

3.

Χαλαρώνεις σαν κοιτάς το άδειο σπίτι
μα το μυαλό να ηρεμήσεις δε σʼ αφήνει,
όλοι απόντες, ζούνε αλλού, δεν έχεις ίχνη
κι εσύ γερνάς, με δέρμα άλλου, δε σου ανήκει…

Εφημερίδες και κανάλια η συντροφιά σου
μες σε κορνίζες φυλακίζεις τα παιδιά σου,
διπλοκλειδώνεις την κουζίνα, ασφάλεια σου,
με αστέρων δάκρια ο καφές τα πρωινά σου.

Κλείνεις παράθυρα κι αρπάζεις μαξιλάρι,
κραυγές σαν βγάζεις και το βρέχεις, νιώθεις χάλι,
πέφτεις στο πάτωμα, αφωνία, δε βλέπεις, ζάλη!
Οι υστερίες του ονειρεύεσθαι και πάλι.

Η ελπίδα και η σκέψη κάθε μέρας
να επιστρέψει απʼ τους δικούς σου έστω ένας,
κόλαση μοιάζει η αρχής κάθε δευτέρας
και μια επίσκεψη ο παράδεισος της Εύας.

Η απόρριψη νικιέται, ξεπερνιέται,
μα η μοναξιά μίας γυναίκας δε μετριέται,
και στα πενήντα αν στο σπίτι μένει μόνη,
τις υστερίες σαν νυστερίες θα βιώνει.

Θα κλείνει παράθυρα θʼ αρπάζει μαξιλάρι,
κραυγές θα βγάζει, θα το βρέχει, θαʼ ναι χάλι,
εκεί στο πάτωμα, αφωνία, τύφλωση, ζάλη!
Νέα ζωή θα ονειρεύεται και πάλι…

4.

– «Φοβόμουν πάντοτε το χτες μου και το αύριο.
Ίσως να μην εμπιστευόμουν άλλο άνθρωπο.
Θυμάσαι; Σουʼ χα πει πως είναι άδικο,
να ζεις κι όλο να δίνεσαι στο άγνωστο.»
Εσύ με ρώτησες με βλέμμα μπλε καθάριο
– παρόμοιο με της θάλασσας το άπειρο:

– «Θυμάσαι, πως ξεκίνησε το βάσανο;
Της σκέψης σου ο ειρμός δεν μου είναι άγνωστος.»
Είπες μονάχα λίγες φράσεις, σκόρπιες.
Ίσως αυτές να είχα μόνο ανάγκη τότες.
Ίσως οι λέξεις ναʼ ναι οι μόνοι μας σωτήρες.
Αν στη ψυχή αναγιγνώσκονται οι ελπίδες.
Από ανθρώπους που έντονα έχουνε ζήσει,
πουʼ χουν βιώσει την διττή απλή τους φύση.
Κόμπιασα λίγο και κούρνιασα στο φως.
Ξάφνου όμως ξύπνησε ο μέσα μου εαυτός:

– «Οι σκέψεις ξύπνησαν με μια καταστροφή.
Κι ήρθαν και έδεσαν μʼ ό,τι έζησα παιδί.
Όσα δεν είπα, δεν μαρτύρησα ποτέ.
Μα τα θυμάται το μυαλό ώρες πρωινές.
Απʼ το κεφάλι ξεπηδάνε σαν τα φίδια
και δεν ακούνʼ όσα κι αν λέω παραμύθια,
να τα ησυχάσω, να μπουν πάλι στη φωλιά τους,
να μην ακούσει άλλος κανείς τα μυστικά τους.
Μα αυτά όλο σφίγγουν το κεφάλι ωσάν χέρια.
Κι ενώ είναι σκέψεις αποκτούν μέχρι και δέρμα!»

Με κοίταξες κι υπήρξε μια παύση.
Κι άκουσα μέσα της όλα μου τα άγχη
– αυτά που μια ζωή με κυνηγούσαν.
Που το συκώτι ως Προμηθέα μου ζητούσαν.

– «Διαβόλους μέσα στο κεφάλι έχουν όλοι!»
Είπες και ένιωσα της μοίρας μου πιόνι.
«Μονάχα λίγοι τραγικές δεν είνʼ φιγούρες.
Όσοι στον φόβο προεκτάσεις δίνουν φρούδες.
Τον ερμηνεύουν επακόλουθο του κόσμου,
της επιβίωσης τη γλύκα έχουν εμπρός τους.»
Οι ερμηνείες σου εχθροί μελαγχολίας.
Περιεχόμενο παρόμοιο θυσίας.
Ξορκίζουν στερεοτύπων συνεργάτες.
Και χτίζουν της ζωής όλες τις στράτες.

5.

Περπατούσα και κοιτούσα κάτω,
κι αυτό που έβλεπα ήτανε σκιές.
Καραδοκούσαν κι έριχναν το λάσο
οι φοβίες μου οι κοινωνικές.
Προσπερνούσα κι ένιωθα ανθρώπους
που δεν έβλεπα, ούτε άκουγα ποτέ.
Σταματούσα μόνο σʼ όσους τόπους
έκλαιγαν ψυχών οι μουσικές.
Όσα είδα ήταν μόνο συναισθήματα
των ανθρώπων που περπάταγαν σε σύννεφα,
όλα αυτά μεταβιβάσεων μηνύματα
των ανθρώπων που δεν κοίταξα στα πρόσωπα.
Προχώρησα σε λόφους πουʼναι άγνωστοι
και μέσα τους πελώρια χαράδρα,
πετούσανʼ εκεί λέγανε οι άνθρωποι
τα μάτια τους και έβρισκαν διαμάντια.
Τα πέταξα κι εγώ με τόσους φρόνιμους
θνητούς, που μερικώς αυτοκτονούσαν
η μοίρα τους ονόμαζε ανώνυμους
αυτούς που υλικό πλούτο ποθούσαν.
Γιʼ αυτό είδα μονάχα συναισθήματα
ανθρώπων που περπάταγαν σε σύννεφα,
όλα αυτά μεταβιβάσεων μηνύματα
ανθρώπων που δεν κοίταξα στα πρόσωπα.

6.

Κολασμένο θηρίο θηλυκό, πρωτότοκο,
ονειρεμένε άγγελε και δαίμονα, μήπως θυμάσαι,
τον αιώνιο πουʼ χες στον ουρανό, παράδεισο,
τι σʼ έφερε τι σʼ έδιωξε ταυτόχρονα… και τι φοβάσαι;
Αγγέλων έγινες περίγελος κι αστείο τραγικό
μα ψάχνουν και απελπίζονται ολόχρονα, Λίλιθ που ναʼ σαι;
Το ολόκαυτο που είχες παρελθόν, το άπιαστο
μισούνε και ζηλεύουνε ταυτόχρονα… και τους λυπάσαι.
Της αναρχίας μάνα, που δεν έχεις παιδιά,
σου όρισαν την ποινή, είναι η εκδίκηση τους.
Της αδικίας πάντα θα μένεις μητριά
πρώτη γυναίκα εσύ, πρώτη εξορία δική σου.
Λίλιθ γυναίκα με χίλια μυστικά
χαρίζεις το κορμί μα όχι την ψυχή σου.
Λίλιθ και θαύμα και κόρη Σατανά
ίση του Αδάμ εσύ κι η Εύα αντιγραφή σου.
Λίλιθ γυναίκα που δεν έχεις παιδιά
νικήσαν το κορμί, μα χάσανʼ την ψυχή σου.
Λίλιθ για πάντα θαʼ σαι του Αδάμ
απωθημένο εσύ κι η Εύα άνιση σου.