Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Τρία ποιήματα

`

Αδειάζουν τις μέρες
γιά να κατοικηθούν αλλιώς.
Ετσι που πυκνοκατοικείται ο χρόνος μού λες, μέρα τη μέρα, λεπτό το λεπτό, ασφυξία.

Φωτογραφίζω δέντρα, σού απαντώ, ένα νεοσύστατο δάσος,
εκεί να μείνεις μέχρι να γεννήσουν τα όνειρά σου.

Γιατί έχεις μιάν ανάλαφρη καρδιά, μην σού την πάρει ο αέρας,
γιατί έχεις μιά μετάνοια / μην την φυλάς γιά τον Θεό / καί πέντε δράμια αλήθεια.

Κρύψου στον ίσκιο μιας λέξης, θα δεις, αλλάζουν οι μέρες καί θα κατοικηθούν αλλιώς.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Βαλάντης Γαούτσης, Τρία ποιήματα

Ερωμένη Ποιητών

Λίγα μου δάκρυα να σού΄σταζα στα μαύρα σου βλεφάρια

να παιχνίδιζαν πάνω τους ζυγιάζοντας το δικό μου πόνο,

κι έπειτα,να τρέχανε στα μάτια σου,ώστ΄ όταν θυμάσαι ανάρια,

να κοιτάζεις στα μάτια με συμπόνοια την ίδια τη ζωή μου μόνο.

Λίγο απ΄το αίμα μου να σού΄σταζα του δαχτύλου που ετρυπήθη

στην αιχμηρότερη των άκρων του φεγγαριού-την παρθένα,

΄κείνη που ακόμη δε μετρά παρμένες ζωές κι ωραία τόσο δείχνει,

όπου περήφανα θα κάρφωνα πάνω της κι ολόκληρον εμένα,

κι από ΄κεί θά ΄σταζ΄η ζωή μου πάνω σου σα μύρα αγιασμένα.

Με λίγο απ΄το πότο να σού΄πλενα τα μαλλιά, από ΄κείνο

που συμπλήρωσε ο Θεός στο ποτήρι μου πρωτού μεθύσω,

για να περπάταες μεθυσμένη σε στενά κάπου στο Λονδίνο.

Να σ΄ερωτεύονταν ο Keats κι ο Byron πριν απ΄εμέ,και να γεννήσω

έν΄ άσβεστο μίσος τους κοινό· εφιάλτης και ποίημα τους να γίνω,

όπου θα με καταριούνται το φτωχό, την αγάπη σου κι εγώ μη ζήσω.

Ως «στον προσφιλή μας μισητό» ειρωνικά θα το τιτλοφορήσουν,

κι όταν ο θάνατος εν τέλει θα με βρει,κρυφά κι εκείνοι θα δακρύσουν.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Leonard Cohen, «Η μουσική του ξένου -Επιλογή από ποιήματα και τραγούδια», (μεταγραφή: Λίνα Νικολακοπούλου), εκδ. Ιανός ο μελωδός, 2008

`
Είναι μερικοί άνθρωποι

Είναι μερικοί άνθρωποι
που θα έπρεπε να υπάρχουν βουνά
για να κρατάνε τ’ ονομά τους μες στο χρόνο.

Οι επιτάφιες στήλες δεν είναι αρκετά ψηλές,
αρκετά πράσινες,
και οι γιοι πάντα θα φεύγουν μακριά
για να μη βλέπουν την γροθιά
στην οποία θα μοιάζει πάντα το χέρι του πατέρα τους.

Είχα έναν φίλο:
έζησε και πέθανε σε φοβερή σιωπή
και με αξιοπρέπεια,
δεν άφησε πίσω του ούτε βιβλίο, ουτε γιο,
ούτε ερωμένη να πενθεί.

Μα ούτε κι αυτό είναι ένα πένθιμο τραγούδι
είναι μόνο το βάπτισμα ενός βουνού
πάνω στο οποίο περπατώ,
ευωδιαστό, σκοτεινό κι απαλά λευκό
κάτω από τη χλωμή ομίχλη.
Δίνω σ’ αυτό το βουνό το όνομά του.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Στέργιος Ντέρτσας, Ποιήματα

`

Από χθες βράδυ χιονίζει ασταμάτητα στο Ντένβερ, είπεο άντρας του σπιτιού
χτυπώντας νευρικά τοι στήθος του με μια παλιά εφημερίδα στα χέρια,
το είδα στις ειδήσεις. (Ή μάλλον τ’ ονειρεύτηκα-σκέφτηκε.)

Η γυναίκα μιλούσε στο αναμμένο κερί, στη μέση του σαλονιού.
Εγώ είμαι πιο όμορφη από σένα, του έλεγε, και πιο αγέρωχη,
άμα φυσήξει δυνατά θα καταλάβεις τι εννοώ,
ακόμη και με ανάκατα μαλλιά λάμπω και δεν φοβάμαι τίποτα,
εδώ που τα λέμε ίσως και να ʽμαι εγώ ο άντρας του σπιτιού.
(Αρκεί πάντα να φυσάει, αρκεί πάντα να φυσάει)

Μην αφήσετε να σας ξεγελάσει κανείς,
το ρεύμα μας το ‘κοψε αυτός που λέει
τις ειδήσεις αργά το βράδυ , είπε ο παππούς
καθισμένος στον ξεχαρβαλωμένο θρόνο του,
φωνάζει πιο δυνατά απʼ όσο πρέπει, του το είχα πει,
(ως όφειλα αφού εξακολουθώ να είμαι ο άντρας του σπιτιού),
αν και φαίνεται καλό παιδί δεν θέλησε να μ’ ακούσει,
οι νέοι σήμερα είναι περισσότερο αυθάδεις απʼ όσο πρέπει,
είναι φορές που δεν σέβονται ούτε τον εαυτό τους.
(Τι να σου κάνουν κι οι ασφάλειες; πόσο ν’ αντέξουν;
κάποια στιγμή θα καούν.)

Το μικρό παιδί έπαιζε μόνο στη σκοτεινή γωνιά
με ένα τραίνο που μύριζε σαν πορτοκάλι,
ή το αντίστροφο.
Σήκωσε το κεφάλι στο ταβάνι:
Πω, πω, πάλι αστράφτει,
θα βρέξει,
θα βραχούν τα απλωμένα ρούχα,
η μαμά από τη στεναχώρια της θα πάθει ομορφιά ,
αλλά θα ποτιστούνε τα δέντρα και τα σπαρτά,
θα γεμίσουνε οι αποθήκες μας καρπό,
το βλέμμα μας θα φύγει πέρα από τον ορίζοντα
ασυγκράτητο σαν σίφουνας,
θα δυναμώσουνε τα χέρια μας ξανά,
τα φτερά μας θα ξεπαγώσουνε τον ήλιο,
τα τρένα μας δεν θα ωριμάσουν ποτέ
για να μπορέσουν έτσι να μας δώσουν τα μέρη που μας υποσχέθηκαν,
και οι θεοί…, οι θεοί ετούτη τη φορά
θα είναι με το μέρος μας, πιο γενναιόψυχοι από ποτέ.
Μα, τι είναι αυτά που λες; το μάλωσε η μητέρα τρυφερά,
που όντως ήτανε πιο όμορφη από το αναμμένο κερί
όταν χαμογελούσε, αν και τα μαλλιά της
δεν ήταν τόσο μακριά και τόσο πυκνά όσο θα ήθελε.
Έλα, σήκω, ώρα για ύπνο, καιμη ξεχνάς:
είσαι μικρός, δεν έχεις μάθει ακόμη να μιλάς.
(Όχι, δεν έχω μάθει, αυτό είναι αλήθεια,
σκέφτηκε το παιδί,
αλλά άμα Εσύ δεν πάψεις ποτέ να χαμογελάς
και να μυρίζεις τόσο όμορφα
το φως, αργά ή γρήγορα, θα έρθει να μας ψάξει,
και τα ξύλινα σπαθιά μας
θα γεμίσουνε ρόδα πιο κοφτερά
από τα κρύα δωμάτια.)
Κι αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά της.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Αριστομένης Λαγουβάρδος, Δύο ποιήματα

`

Κιʼ όμως χτές τον έπλασα

Πές για να περάσει η ώρα,

πές από περιέργεια για μία αχλή μυστηρίου

που σκεπάζει το όνομα, είπα χτές να διαβάσω

τον ΄΄Βίο του Απολλώνιου του Τυανέως΄΄,

του Φλάβιου Φιλόστρατου.

Η ηχώ του ονόματος του Απολλώνιου,

μου έφερνε πάντα εξαίσια δώρα μυστηρίου·

και αναρωτήθηκα μια στιγμή,

πως έγινε αίφνης και εχάθη κεί που δίδασκε,

τη φιλοσοφία την Πυθαγόρεια, τις μαγείες

τις Αιγυπτιακές, τις γνώσεις των Χαλδαίων

και τις Βραχμανικές τελετουργίες ;.

Λένε πως εξαφανίστηκε στο Ναό της Αθηνάς

στη Λίνδο, ή στο ιερό της Δίκτυννας στη Κρήτη.

Τάφο βέβαια, κανείς δεν είδε ή δεν υπήρξε·

κάτι τέτοιο είπε ο Δάμις.

Κι όμως εγώ, χτές τον έπλασα·

έτσι μου ήρθε στο ημίφως η οπτασία του.

Ένας εκατοχρονίτης γέροντας στο ιερό της Δίκτυννας

και οι νεαρές παρθένες σιγανά να ψάλλουν·

΄΄πορεύσου από τη γή, πορεύσου στον ουρανό,

πορεύσου…΄΄

Αόριστα για μια στιγμή, αισθάνθηκα σαν να ανελήφθη

ο Απολλώνιος ο Τυανέας.

[από την ποιητική συλλογή: “Στα απόκρυφα τοπία της μοναξιάς”

Διαβάστε περισσότερα