`
Αδειάζουν τις μέρες
γιά να κατοικηθούν αλλιώς.
Ετσι που πυκνοκατοικείται ο χρόνος μού λες, μέρα τη μέρα, λεπτό το λεπτό, ασφυξία.
Φωτογραφίζω δέντρα, σού απαντώ, ένα νεοσύστατο δάσος,
εκεί να μείνεις μέχρι να γεννήσουν τα όνειρά σου.
Γιατί έχεις μιάν ανάλαφρη καρδιά, μην σού την πάρει ο αέρας,
γιατί έχεις μιά μετάνοια / μην την φυλάς γιά τον Θεό / καί πέντε δράμια αλήθεια.
Κρύψου στον ίσκιο μιας λέξης, θα δεις, αλλάζουν οι μέρες καί θα κατοικηθούν αλλιώς.
`
*
ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΚΛΕΙΔΩΝΕΙ Η ΛΥΠΗ ΚΑΙ ΦΕΥΓΕΙ.
Μιά μικρή παύση, ανάμεσα σε δυό ανθρώπους,
στην σκιά της γλύφεις τις πληγές σου,
μετράς το μπόι σου με των πεθαμένων
να δείς ποιός είναι πιό ψηλός στην μνήμη τών ανθρώπων.
Ολη τη μέρα χιόνιζε πάνω στην σιωπή,
μετά ήρθε ο ήλιος, έλιωσε τα χιόνια,
μα η σιωπή ήταν εκεί
άντεχε ακόμα.
Ετσι είναι σε μιάν αφόρητη λύπη.
Στεγνώνει το δέρμα τ’ης ψυχής, το δέρμα των ονείρων.
Αμμόλοφοι σκέψεων θα διαλυθούν καί ο ξυλοκόπος των ονείρων
θα διασκεδάσει την πλήξη του πληρώνοντας σε τοπικό νόμισμα.
Τη νύχτα κλειδώνει η λύπη καί φεύγει.
`
*
Τις Κυριακές, όταν ο ήλιος περπατάει πάνω τους,
γεννιέται ένας χρόνος ουδέτερος,
δεν δείχνει την ηλικία του,
δεν βιάζεται, δεν σπρώχνει στις στάσεις των λεωφορείων,
ορκίζεται πως είναι τόσο ασάλευτος όσο φαίνεται,
ορκίζεται πως τίποτα δεν υπονοεί.
Σαν χθές ήταν που τον κατοικούσε μιά πρωτόπλαστη λύπη
μα τώρα
γυαλίζουν οι σκεπές των σπιτιών
κι αχνίζει μιά ομιλητική σιωπή
τέτοια που βγαίνει από σκοτεινές σοφίτες,
όπου παλεύουν προαιώνια διλήμματα,
εκεί όπου κρυφά μεγαλώνει ο έρωτας
καί γίνεται αγάπη.










