Ερωμένη Ποιητών

Λίγα μου δάκρυα να σού΄σταζα στα μαύρα σου βλεφάρια

να παιχνίδιζαν πάνω τους ζυγιάζοντας το δικό μου πόνο,

κι έπειτα,να τρέχανε στα μάτια σου,ώστ΄ όταν θυμάσαι ανάρια,

να κοιτάζεις στα μάτια με συμπόνοια την ίδια τη ζωή μου μόνο.

Λίγο απ΄το αίμα μου να σού΄σταζα του δαχτύλου που ετρυπήθη

στην αιχμηρότερη των άκρων του φεγγαριού-την παρθένα,

΄κείνη που ακόμη δε μετρά παρμένες ζωές κι ωραία τόσο δείχνει,

όπου περήφανα θα κάρφωνα πάνω της κι ολόκληρον εμένα,

κι από ΄κεί θά ΄σταζ΄η ζωή μου πάνω σου σα μύρα αγιασμένα.

Με λίγο απ΄το πότο να σού΄πλενα τα μαλλιά, από ΄κείνο

που συμπλήρωσε ο Θεός στο ποτήρι μου πρωτού μεθύσω,

για να περπάταες μεθυσμένη σε στενά κάπου στο Λονδίνο.

Να σ΄ερωτεύονταν ο Keats κι ο Byron πριν απ΄εμέ,και να γεννήσω

έν΄ άσβεστο μίσος τους κοινό· εφιάλτης και ποίημα τους να γίνω,

όπου θα με καταριούνται το φτωχό, την αγάπη σου κι εγώ μη ζήσω.

Ως «στον προσφιλή μας μισητό» ειρωνικά θα το τιτλοφορήσουν,

κι όταν ο θάνατος εν τέλει θα με βρει,κρυφά κι εκείνοι θα δακρύσουν.

L΄ appel du vide

Στο μπαλκόνι μας ξεκουράζεται η υπομονή μας κάποια βράδια,

κι αγκαλιάζοντάς μας,την επικείμενη απουσία της μας φέρνει με το μαλακό.

Σαν έρωτας ξαπλώνεται στην πλάτη μας· στα τελευταία χάδια

σπαταλά τη ζωή της,κι εμείς τραυματίζουμε το δρόμο μ΄ένα δάκρυ στερνό.

Στο μπαλκόνι μας ξεκουράζεται η αλήθεια μας κάποια βράδια·

προσεύχεται αναστενάζοντας,και πλένει με θάλασσα το δικό της θυμικό.

Ακόμη παραμιλά, και νευρικά λερώνεται με ειδική μοράβια,

μήπως και γλυτώσει τα θανατηφόρα ενός βιαστή σημάδια στα ποδάρια,

κι εμείς τραυματίζουμε το δρόμο μ΄ένα δάκρυ στερνό.

Στο μπαλκόνι μας ξαποστάζ΄η σιλουέτα σου κάποια βράδια·

η ψεύτικη μούσα, που ηδονίζεται σαν μ΄έχει αντίκρυ της γυμνό

από θάρρητα και δικαιοσύνη. Κι ήταν τα μάτια μου-λες-σαν ήταν άδεια-

-μικρότερος ο κίνδυνος για με.Και δεν αναλογίστηκες τα χεράκια σου τα δυο

πώς θα τα ΄πλενες,να ΄ναι καθαρά όταν θα γδέρνεις το πρόσωπό σου ανάρια

αφού δε θα ΄χε από πού να τρέξ΄ η λύπη μου,ν΄αφήσει στο λαιμό μου χνάρια

υγρά, πρωτού πέσει στο φουστάνι σου και το λερώσει ως δάκρυ μου στερνό.

Στο μπαλκόνι μας ξαποστάζει κάποια βράδια λαβωμένη από φιλιά

και βροχή,σαν άστεγη,ξυπόλυτη, μες στο σκισμένο φόρεμά της λερωμένη,

μια παράξενα όμορφη,ξένη Αφροδίτη·σαν από έρωτα φαινόταν προδομένη,

κι έτρεμαν τ΄αβρά ροδόχρωμα γλυκά της χείλη,κι απά τους κρέμασα θηλιά.

Ω, να σ΄έπλενα κυρά, να σε μύρωνα με τ΄ουρανού το μονήρες αναφιλητό·

κι ας γλυκοπέθαινα κι εγώ, σαν έπεφτα στο δρόμο ως δάκρυ σου στερνό.

Σελίνα

Όταν στενάχωρη μ΄αποθυμείς, τροχάδην θε να πάγω

ν΄αρπάξω απ΄τα χέρια του Θεού μαχόμενος ένα δισκοποτήρι·

κρεμάμενη σαν κλαις μονάχη σου στης κάμαρης το παραθύρι,

λίγα δακρύγια σου φύλαξε,να πιω,κυρά· θα΄ρθώ να μεταλάβω.

Σαν από μακριά με ειδείς με δρασκελιές να πλησιάζω,

κραυγάζοντας να μου μηνείς πως θάνατος με πήρε στο κατόπι.

Αγέρωχα τη ζωή μου θά΄δινα να τηνε πιει σε τρελό του γλεντοκόπι:

με το αίμα μου ΄κείνος να μεθεί, κι εγώ να τον εγκωμιάζω

κι έπειτα,περί του έρωτός σου για με,στα μούτρα να του κομπάζω.

Σηκώνει έξαλλος ψηλά την κοφτερή του αξίνα

μεθυσμένος καθώς ήταν απ΄ την εύγευστη θλιβερή ζωή μου,

βλέπω κάτι ανθρώπινο στα μάτια του που μαυρίζει την ψυχή μου:

εδάκρυσε,θυμούμενος μια πόρνη που ερωτεύτηκε,τη λυγερή Σελίνα.

Ήταν μια βραδιά που στάλθηκε ν΄αφαιρέσει την πνοή της,

καθώς έμαθε πως κάποιο ερωτοκάμωμα την έκανε ν΄αυτοκτονήσει.

Ίσα που την πρόλαβε στις προσευχές πρωτού να ξεψυχήσει

κι εξάπλωσε το σώμα της απαλά, και χάιδεψε την κεφαλή της.

Εκείνη τον επαρακάλαγε να τελέσει το μόνο του καθήκον

καθώς γαλήνια έμοιαζε κι έτοιμη πια ν΄αποδημήσει.

Ο Χάρος εγητεύθηκε απ΄την ομορφιά,κι ήθελε τη ζωή να της χαρίσει,

μα τ΄αμάρτημά της επέμενε,ήταν βαρύ,και στο ποιόν της μη προσήκον.

Ξεκίνησε με λυγμούς το γεγονός να του εξιστορεί:

«Επήγα για δυο τάλαρα με τον πατέρα μου,χωρίς να τον γνωρίσω.

Είχε χρόνια πολλά που ο φόνος της μάνας τον έμπασε στη στενή

και σαν με πλήρωνε,ξεστόμισε τ΄όνομά του-μαύρη ώρα και στιγμή-

σιχάθηκα τότε τη ζωή μου,και θέλησα να τηνε πάρω,να τη θρηνήσω».

Ο Χάρος της έπλυνε με τα θερμά του δάκρυα την από μαχαιριά πληγή

κι έλουσε τα μαλλιά της στα πόδια του με της Άρνης το νερό.

Εκαθόμουν και τον άκουγα συντετριμμένος απ΄τα λόγια του κι εγώ

καθώς έκλειναν τα μάτια μου κι η αναπνοή μου ήταν πια λιγοστή.

Ορκίστηκε πως από δώ κι εμπρός, όσο υφίσταται η ύπαρξή του

δε θα επιτρέψει τίποτε και σε κανέναν πια να την ξαναπληγώσει,

ώσπου τού ΄γιν΄εμμονή. Φρόντιζε τον έρωτα για κανέναν να μη νιώσει.

Μια νύχτ΄αυτή τον έδιωξε,τον απαρνήθηκε,κι έμεινε στέρφα η θαλπωρή του.

Επληγώθη κι αναχώρησε,μα πίστευε μια μέρα πως ξανά,θα γενεί δική του.

Ετελείωσε την ιστορία του με την ξεστρατισμένη κόρη πια ζωντανή

κι ίσα που προλάβαινα να τον ρωτήσω προς τι ο φθόνος του για ΄μένα.

Πάνωθέ μου άκουγα την αγαπημένη μου να κλαίει,να με μοιρολοεί

κι ο Χάρος την εκοίταζε κι αυτός με μάτια κατακόκκινα, κλαμένα.

Του λέγω: «Θάνατε,αφού ποθαίνω,μην καθυστερείς,για το Θεό,αρχίνα.

Να μάθω,έστω,γιατί έτσι έξαφνα με παίρνεις μακριά απ΄την καλή μου».

Αρχίζει μυστικά ΄π΄το παρελθόν της αγαπημένης μου κυράς ν΄ ανιστορεί μου,

καταλήγοντας πως κάποτε, την καλλονή αυτή, τη φώναζαν Σελίνα.