`
Πέρσις
Οι καιροί βυθίζονται στους γερμένους ώμους.
Ανοίγω τους χάρτες και ψάχνω την Τροία.
Mες στην αχλή η μαντεία
του Κάλχαντος.
Θυμαρίσιο μέλι στάζει
πάνω στην ακύμαντη θάλασσα.
Πορφυροβαμμένες, χάλκινες ελπίδες
Αποβιβάζονται σιμά στο ακρογιάλι.
Τόπος φωταυγής με τους κίονες
να στενάζουν τη ζέστη του μεσημεριού.
Μαντατοφόροι του ουρανού τα όρνια
διαβάζουν τα σημάδια των καιρών
και κάνουν κύκλους
πάνω από την ακρόπολη.
Λήθαργος βαρύς τούτος ο πόλεμος,
Οδυσσέα.
Ξέμεινε από φρόνηση και σκοπό
όχι από τόξα.
Και Νεοπτόλεμος μεν αποκτείνει Πρίαμον
επί τον του Διός του ερκείου βωμού καταφυγόντα…
Έπειτα εμπρήσαντες την πόλιν
Πολυξένην σφαγιάζουσιν
επί τον του Αχιλλέως τάφον…*
Ύβρις και νέμεσις.
Βαρύ είναι το κουβάλημα του νόστου,
Οδυσσέα.
Oι καιροί βυθίζονται στους γερμένους ώμους.
Θολή εικόνα το ομηρικό τοπίο.
Το πύρωμα του ήλιου γαντζώνεται
στην πλάτη της απεραντοσύνης.
Κίτρινες σημαδούρες πλέουν
ανασαίνοντας τη λάβρα.
Γεύομαι τον κουρνιαχτό που φθίνει
ανάμεσα στις στοιβαγμένες πέτρες.
Σκορπίζομαι σε μνήμες αδάκρυτες
μέσα σε πύλες σκαιές.
Ρίγος πελαγίσιο εφορμά.
Νοτιάς ριπίζει τις ψυχές.
Εκάβη, Ανδρομάχη, Κασσάνδρα…
Αχιλλέας, Έκτορας, Πάτροκλος…
Όλα φθίνουν.
Οι δρόμοι αδειάζουν τη σιωπή στο ξεραμένο χώμα.
* Ἀρκτίνος, Ἰλίου Πέρσις (Πρόκλου, Χρηστομάθεια).
`
*
Κατάκλειστα παράθυρα
Μαύρα ρούχα.
Θλιμμένες ώρες.
Ολονυχτία στην Αθήνα
του Απρίλη.
Σιδερόφραχτες συνειδήσεις
καταφτάνουν
και βουρκώνουν οι μνήμες
καθώς οι λέξεις του Οκτώβρη
σβήνονται
στον απόηχο του ραδιοφώνου
«Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται…».
Ξημερώνει.
Οι σειρήνες απολίθωσαν το συριγμό τους.
Το χαμόγελο κρεμάστηκε στα χείλη.
Οι σερπαντίνες κομματιάστηκαν.
Τέλειωσε ο χορός.
Το πρωί συναντά το απέραντο γκρίζο
που ψιχαλίζει τις φολίδες του
στη νεκρή πόλη.
Θαμπό διαχέεται το φως.
Τα σπίτια γέρνουν στο πλάι, λυπημένα.
Η οργή ουρλιάζει τη σιωπή της
μέσα από τα κατάκλειστα παράθυρα.
Κι ο αντίλαλος της μπότας, βαρύς.
Ποιος κρατά το μίτο της Αριάδνης;
Περιστέρια πέφτουν πάνω στο βωμό
και κόκκινες παπαρούνες φυτρώνουν
ανάμεσα στα στοιβαγμένα ερείπια.
Τα ποιήματα διέφυγαν με μια βάρκα.
`
*
Στους ήχους του Vivaldi
Το αναιμικό φεγγάρι
αγκαλιάζει την πόλη
στο σύθαμπο.
Ψύχος θανατερό
ρημάζει τα δέντρα.
Ερημωμένοι οι δρόμοι
χάνονται στο χιόνι
απατηλά.
Η μορφή σου αλαργεύει
κι εγώ βαδίζω
στον απόηχό σου.
Χειμώνας.
Μαραμένες ελπίδες μαζεύω
καψαλισμένα ρόδα του χιονιά.
Γυρνώ και πάλι στον ορίζοντα.
Σκοτεινάγρα παντού.
Ψίθυροι σταλάζουν λυγμούς
πάνω στην πόρτα σου.
`
*
Ανυπόδητη μέθεξη
Η τελευταία βροντή
ηχεί
πάνω στα τζάμια
της σκοτεινής κάμαρας.
Λέξεις
αιωρήσεις του νου
πλέουν στην αχλή
της απερχόμενης μπόρας
πριν αφεθούν
στα λιβάδια της κατάνυξης.
Ασπάζομαι
την ασέληνη νυχτιά.
και δρασκελώ
το κατώφλι του αθώρητου.
Αφουγκράζομαι
το σεπτό δοξάρι
που αλαργεύει τη σκέψη
και ανυπόδητη
τέμνω τα άπατα.
Δακρύζω την απεραντοσύνη
που φωταυγάζει εντός μου.
`
**************************************************************
`
Η Παγώνα Παρασύρη γεννήθηκε το 1972 στο Ρέθυμνο. Σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Ονειρικές Aκολουθίες (Ψηφιακές εκδόσεις: 24grammata.com, 2012). To τελευταίο διάστημα παρακολουθεί το κοινό διαπανεπιστημιακό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών, Δημιουργικής Γραφής, του ΕΑΠ και του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.










