«Άγγελος Σικελιανός»- διαβάζει ο Νάσος Δετζώρτζης, εκδ. Lyra, 2008
10Ιου
O Άγγελος Σικελιανός απαγγέλει ο ίδιος ένα ποίημά του και ο πεζογράφος & ποιητής Νάσος Δετζώρτζης διαβάζει άλλα πέντε ποιήματά του.
Μέγιστον μάθημα
Α, πώς ακούονταν το συντάραχο του πόντου πά’ στα βράχια,
τον πρώτον όρθρο, µαύρο σαν τη µαύρη αιγίδα
του Θεού, µε φοβερούς αστερισµούς γραµµένο,
σ’ ώρα που οι φλέβες ξαφνικά φουσκώνουν και σαρώνουν
το Λόγο µέσ’ από τα φρένα µας,
καθώς τα κύµατα που ξεριζώνουν
απ’ το βυθό τα φύκια και τα βγάνουνε στην άµµο,
κ’ οι σκέψες, από τ’ αµολόγητο το µένος
του σπλάχνου, φέρνουν όξω, από την άβυσσο συρµένη,
τη µυρουδιά της πρώτης τους, της γενετήσιας ρίζας!
Α, πώς ακούγονταν ο ρόχτος του πελάου στα βράχια απάνω,
καθώς τα κύµατα ολοένα απ’ της νυχτός τον άνεµο µεθούσαν,
κι όλο µεθούσαν, και γυρεύαν ν’ ανεβούνε
µε των αφρών τις γλώσσες, θα ’λεες, το βουνό, στο ερηµονήσι,
να το σκεπάσουν, κι όλο ξεριζώνοντάς το
απ’ τα θεµέλια, να το πάρουν στο βυθό µαζί τους!
*
Κι ωστόσο οι Όσιοι, µέσα στα κελιά κλεισµένοι,
στ’ Όρος απάνω, ξαγρυπνούσανε και µελετούσαν,
µ’ ολονυχτίας ψαλµούς, το χρόνο πώς να τον δαµάσουν,
οι νιοί µε νιόφωτη άσκηση θυµού κ’ οι γέροι
ζητώντας ν’ απολησµονήσουν στον αγώνα
πως ο πολύς καιρός τους άσπρισε τα γένια…
Μα αυτός ο ξέφρενος πού φύσαγε άνεµος απόψε
δεν ήτανε σαν άλλοτε, να πούν πως έχει
τη γη για σύνορο, τον πόντο, ή τον αιθέρα·
δεν ήταν µανιασµένος άνεµος να πνέει
οχτρός στα πλοία, βοριάς δεν ήταν ή µελτέµι
καλοκαιρνό, ή της άνοιξης βαθύς αγέρας
να ξανακράζει τα λουλούδια από το χώµα·
της πλέριας Μέθης ήταν ο άνεµος ο µέγας,
σάµπως να γύρευε όλα πίσω να τα ξαναπάρει
στην αγκαλιά του, θάλασσα και γη κ’ αιθέρα,
στης αγκαλιάς του το θεϊκόν αγκάλιασµα για πάντα…









