O Άγγελος Σικελιανός απαγγέλει ο ίδιος ένα ποίημά του και ο πεζογράφος & ποιητής Νάσος Δετζώρτζης διαβάζει άλλα πέντε ποιήματά του.
Μέγιστον μάθημα
Α, πώς ακούονταν το συντάραχο του πόντου πά’ στα βράχια,
τον πρώτον όρθρο, µαύρο σαν τη µαύρη αιγίδα
του Θεού, µε φοβερούς αστερισµούς γραµµένο,
σ’ ώρα που οι φλέβες ξαφνικά φουσκώνουν και σαρώνουν
το Λόγο µέσ’ από τα φρένα µας,
καθώς τα κύµατα που ξεριζώνουν
απ’ το βυθό τα φύκια και τα βγάνουνε στην άµµο,
κ’ οι σκέψες, από τ’ αµολόγητο το µένος
του σπλάχνου, φέρνουν όξω, από την άβυσσο συρµένη,
τη µυρουδιά της πρώτης τους, της γενετήσιας ρίζας!
Α, πώς ακούγονταν ο ρόχτος του πελάου στα βράχια απάνω,
καθώς τα κύµατα ολοένα απ’ της νυχτός τον άνεµο µεθούσαν,
κι όλο µεθούσαν, και γυρεύαν ν’ ανεβούνε
µε των αφρών τις γλώσσες, θα ’λεες, το βουνό, στο ερηµονήσι,
να το σκεπάσουν, κι όλο ξεριζώνοντάς το
απ’ τα θεµέλια, να το πάρουν στο βυθό µαζί τους!
*
Κι ωστόσο οι Όσιοι, µέσα στα κελιά κλεισµένοι,
στ’ Όρος απάνω, ξαγρυπνούσανε και µελετούσαν,
µ’ ολονυχτίας ψαλµούς, το χρόνο πώς να τον δαµάσουν,
οι νιοί µε νιόφωτη άσκηση θυµού κ’ οι γέροι
ζητώντας ν’ απολησµονήσουν στον αγώνα
πως ο πολύς καιρός τους άσπρισε τα γένια…
Μα αυτός ο ξέφρενος πού φύσαγε άνεµος απόψε
δεν ήτανε σαν άλλοτε, να πούν πως έχει
τη γη για σύνορο, τον πόντο, ή τον αιθέρα·
δεν ήταν µανιασµένος άνεµος να πνέει
οχτρός στα πλοία, βοριάς δεν ήταν ή µελτέµι
καλοκαιρνό, ή της άνοιξης βαθύς αγέρας
να ξανακράζει τα λουλούδια από το χώµα·
της πλέριας Μέθης ήταν ο άνεµος ο µέγας,
σάµπως να γύρευε όλα πίσω να τα ξαναπάρει
στην αγκαλιά του, θάλασσα και γη κ’ αιθέρα,
στης αγκαλιάς του το θεϊκόν αγκάλιασµα για πάντα…
Και τότε οι ίδιοι οι Όσιοι, νιώθοντας πως τούτο
θα ’τανε µήνυµα του Διόνυσου — όπως νιώθουν
τα χελιδόνια όλα µαζί την πνοή τού χινοπώρου
την πρώτη, και συνάζονται πυκνά ν’ αποδηµήσουν—,
όλοι σκωθήκανε µαζί και συναχτήκαν
να παν στο γέρο – Ιεροφάντη, πού τον αιώνα
είχε περάσει µά οδηγός τους έστεκε, (τι απ’ όλους
πιο νιός εφάνταζε κι ορθώνονταν σα σκήπτρο
που το λειάνανε γενεές, και το µαλλί του
φεγγολογούσε σαν το µάλαµα από την ασπράδα),
να τον ρωτήσουν τ’ είναι ο άνεµος πού πνέει ετούτος…
Κι αυτός τούς είπε:
«Πνέµα εχύθη µέσα σ’ όλα,
πνέµα της Μέθης της προαιώνιας, της µεγάλης,
κ’ είναι µια στάλα απόψε η θάλασσα, µια στάλα µόνο
στο σερνικό µαστό τού Θεού τού γίγαντά µας…
»Μα Εσείς όπου ’στε ο μυστικός στρατός του, μαζωχτείτε τώρα
με τη σειρά, ως η φύση καθενός προστάζει,
στο κάλεσμά του, οι Σάτυροι κ’ οι Όσιοι,
κ’ οι Σειληνοί κ’ οι Ιεροφάντες, μαζωχτείτε
να κατεβούμε στο γιαλό που ’ναι σημάδι
του χωρισμού μας απ’ τον κόσμο, (ώσπου το Κλήμα
να γεφυρώσει γη και πέλαγο κι αστέρια,
τη ζωή να σμίξει με το θάνατο), και πείτε:
»”Παρθένοι ερχόμαστε μπροστά Σου, με την αρετή του
γυμνή ο καθένας μας, ως σπάρθη από το σπόρον,
εμείς με το φαλλό, κ’ εμείς με την καρδιά μας,
με την σιωπήν εμείς που δεν τη σμίξαμε με λόγια
φτηνά, κ’ εμείς που ασκήσαμε το μαύρο μάτι
της θεωρίας, τ’ απύθμενα να σκεί του αιθέρα…
»”Μα, το μεδούλι που στα κόκαλά μας μένει απόψε,
κι ο μαύρος σβόλος του μυαλού μας, που φουσκώνει
από τη νύχτα τούτη ως άρτος, και που πάσκει
ν’ ανοίξει του κρανίου μας τις ραφές, και τούτ’ η μπόρα
του κοσμικού παλμού, που γιγαντώνει
και μας τραβάει σαν κήτη στ’ ανοιχτά του σκότους,
λογιάζεις πως βολεί να τα χορτάσει η Λέξη;
Τι η δύναμή Σου, πια, γυμνεί μας πλημμυράει,
και νους, καρδιά μας, σώμα, είναι στραμμένα τώρα
στην Άβυσσό Σου, όπου συμπνίγει ο Αριθμός, και μας φωνάζει
να μετρηθούμε μια για πάντα με το μέγα Πάθος!
»”Ω φοβερέ μας Θεέ, μεγάλη αρσενικιά μας
χαρά, που ξεπερνάς τον Όλυμπο και κάνεις
τις λύρες να σιγάν, τι Εσύ μιλάς μονάχα
με τη βουβή μιλιά των μαύρων στερεωμάτων,
απόψε δώσε μας να πιούμε απ’ τον κρατήρα
της παντοδυναμίας Σου, κόψε από τ’ αφάλι
τη γη και μπάσ’ τη στην αθάνατη τροχιά Σου,
λύσ’ τη απ’ τη ζώνη του Ήλιου, αυτάγγελτη, στη Νύχτα!”»
Έτσ’ είπε ο γέροντας και, παίρνοντας το θύρσον,
ετράβηξε μπροστά, και οι άλλοι ακολουθούσαν…
Άλλ’ ως ολοένα κατεβαίναν στ’ ακρογιάλι,
θαρρείς ο Θεός, σαν αναβάτης οπού σκύβει
μ’ ένα χαϊδόλογο στ’ αλόγου του τ’ αυτί, κ’ εκείνου
ο καλπασμός ο ασπέδιστος μεμιάς αλλάζει
σ’ ένα πλατύ ρυθμόν, ακόμα απάνωθέ τους
το γενετήσιον ενώ σφύζανε σφυγμό τους
ο Οφιούχος, ο Ωρίωνας, ο Αντάρης,
η Ύδρα, η Μέδουσα, ο Κηφέας, η Ανδρομέδα,
από την πύλη των αστερισμών περνώντας
τον άνεμο, τον έμπαζε, βαθύπνοο, στη γαλήνη,
σε μια γαλήνη νέα∙ και η Ψυχή που πρώτα,
σαν την Ιώ κυνηγημένη από τον Άργο,
τη βουή του μόχτου της ακλούθα, ή σαν εκείνος,
π’ ακούοντας νύχτα ν’ αντηχάν τα βήματά του
διπλά, φοβάται κάποιος πίσω πως τρέχει,
ορμούσε ακράτητη να φύγει την τροχιά της,
ξάφνου στης Έκστασης βυθίστηκε το μέ
λουτρό, και να: στ’ ακρωτηριού το μέγα βράχο,
σα σε βωμό ψηλόν απάνω π’ αναδύθη
απ’ την πλημμύρα της νυχτός, θαμπά, απλωμένο,
γυναίκας ξεχωρίσανε κορμί, ντυμένο
με σάβανο, κι απάνωθε, με ορθές φτερούγες,
άντρα γυμνό που, με σπαθί στο ‘να του χέρι
έγερνε αθάνατη την όψη, ως να θρηνούσε…
«Κοιμήσου, αγάπη μου… Δε λόγιαζες καθόλου,
όταν στα στέρνα μου ακουμπούσες το κεφάλι,
σ’ αυτά τα στέρνα που χτυπά η καρδιά του κόσμου,
πως λίγο ακόμα και για πάντα θα κοιμόσουν;
» Του Θεού τον έρωτα όλη γύρευες τη ζωή Σου,
και να που σήμερα ανεβαίνει ο θρίαμβός Σου!
»Ω απλότητα, που δε γνωρίζεις τον εαυτό Σου,
πώς απ’ την άβυσσον ελύτρωσες τη θεία μορφή Σου!
Μα ιδές πώς κ’ η άβυσσο τον πέπλο της αφήνει
για Σε, και λάμπει, λάμπει μεσ’ απ’ το σκοτάδι
η ίδια Σου αποθέωση, χορτασμός και πόθος
μαζί∙ κι α, ίδες, μεσ’ απ’ της άβυσσος τα βάθη,
πως φτάνει ανάερα το στεφάνι Σου, Αριάδνη…!
» Μα τώρα, εδώ, ταφή μονάχα να Σου δώσουν
μπορούν οι άνθρωποι, που του θανάτου δεν ξέρουν
το μέγαν όλβο, όπως τον γνώρισες μαζί μου
τη νύχτα αυτή, Γυναίκα μου Ιερή, στην πλάση…
Τι Εσύ την τρικυμιά, για τη δική μου αγάπη,
την είχες κούνια, και το Θάνατο ζωή τον είχες…
Τώρα χαράζει, κ’ εγώ παίρνω την ψυχή Σου
πίσω απ’ το φως∙ μα το θεϊκό Σου το κουφάρι
για μια στιγμήν ας τ’ αντικρίσουνε σκυμμένοι
όσοι πιστοί, από τον αβάσταχτο παλμό τους
με το Μυστήριο για να σμίξουνε, δεν έχουν
αναπαμό να πάρουν άλλο από το θάμα
που ’ν’ η Μορφή, σαν είν’ για πάντα αναπαμένη!»
Είπε∙ κι ωσά θαλασσαϊτός π’ από έρμο βράχο,
σύντας ακούσει ξένο πάτημα, φτερώνει
βουβός, απάνω από τα κύματα ο Θεός εχάθη,
κι ωστόσο η λιτανεία με δέος εζύγωνε τον τόπο
που η ξαπλωμένη εκείτονταν Μορφή, μπροστά στον πόντο…
Και να∙ όσα τ’ άμετρο συντάραχο δεν πήρεν
απ’ την καρδιά τους, τη φροντίδα, και το μόχτο,
και τη δουλεία του χρόνου, όσο ζυγώναν
την Κοιμημένη τη Μορφή, τα συνεπήρε
το χνάρι το βασιλικόν όπου αρχινούσε
να γλυκοφέγγει, κ’ είχε το ’να της το χέρι,
πάνω απ’ τον πέπλο που τη σκέπαζε, στην άγια
την ήβη ακουμπημένο μ’ ανοιχτή παλάμη,
και του ποδιού το μέγα δάχτυλο, μονάχο,
εξέβγαινε απ’ το σάβανο, ως μαρμάρινο, στον αέρα…
Και πια δεν ήξεραν, ως έφεγγεν αγάλια,
αν τ’ ουρανού ’τανε τα κύματα ή του πόντου∙
και πια δε χώριζαν τη γην από τα ουράνια,
μα τα βουνά ήταν δίχως βάρος, κι όλα χάναν
μέσα και γύρα τους το βάρος τους, και σμίγαν
αιώνια κι άναρχα τα βάθη της καρδιάς τους,
τι όλα συγκλίνανε στ’ αθάνατο το χνάρι
της θείας Μορφής, π’ αναπαυόντανε για πάντα…
Κι όλοι ένα κύκλο κάμαν τότε ολόγυρά της,
από μακράθε, εκστατικοί, και δε μιλούσαν,
γιατί η ψυχή δεν είχε αγώνα με το Λόγο,
μα, ως στης Μορφής εβυθιζόντανε το θάμπος,
αρχή δεν έβρισκαν μηδ’ άκρη της σιωπής τους…
Μόνο, παράμερα, ο τρανός Ιεροφάντης
στο βράχο εκάθισε και, σκώνοντας τη χλαίνα,
τ’ άσπρο κεφάλι του αποσκέπασε, βαθιά του
σα να ζητούσε πιο ιερή την άγια θέα
να ξαναπλάσει, πιο ιερή και πιο μεγάλη…
Μα ξαφνικά, σα να ’βγαινε όλος από μέσα
απ’ τη σιγή, κι από τη θέα ξανανιωμένος,
ξανασηκώθηκε, και λες πως η φωνή του,
με τους παλμούς αλαφροσμίγοντας του αιθέρα,
ανατολή ’ταν π’ ανηφόρει από βαθιά του…
«Ομπρός, ομπρός, τ’ άγιο ας σηκώσουμε κουφάρι,
καθώς το διάταξε πρωτύτερα ο Θεός μας…
Τι, μια στιγμή ’ναι μόνο τούτη, που σηκώνει
τη ζωήν απάνω απ’ τη ζωή, με του Θανάτου
την πρώτη αφή, γλυφή γιγάντια μπρος στα πάντα…
Του κόσμου οι θόρυβοι όλοι σβήνουνε μπροστά της,
ολ’ είν’ η πλάση ολόγυρά της σα λιβάνι,
κ’ η ειρήνη ομπρός μας ανατέλλει της αβύσσου…
Στιγμή είναι τούτη η πιο μεγάλη απ’ όλες όσες
στη γη μας χάρισε, στη Μέθη Του, ο Θεός μας,
σ’ όσους πιστούς, απ’ τον αβάσταχτο παλμό τους
με το Μυστήριο για να σμίξουνε, δεν έχουν
αναπαμό να πάρουν άλλο από το θάμα
που ’ν’ η Μορφή, σαν είν’ για πάντα αναπαμένη…
»Μα λέω, στ’ αλήθεια, π’ ο Θεός μάς δοκιμάζει
του’ τη στιγμή, τη σεβαστότερην απ’ όλες…
Ρίχνει στα βάθη μας σα δόλωμα το σπόρο,
μα, ως μας αρμάτωσε με τα ίδια Του τα δώρα,
φωτάει το νου μας ξαφνικά και μας κεντρίζει,
αν είν’ ανάγκη, να παλέψουμε μαζί Του…
Τι να, σε λίγο βγαίνει ο ήλιος, κ’ η μεγάλη
γλυφή του πόθου πέφτει, ως πέφτει ξάφνου η στάχτη
ψηλής πυράς π’ όλα χρυσά τα φώταε πρώτα…
Ομπρός… ομπρός… τ’ άγιο ας σηκώσουμε κουφάρι,
κ’ εδώ, σα δώσουμε ταφή στο εξαίσιο σώμα,
μια Πύλη απάνωθε ας σηκώσουμε, να λέει
πως απ’ το Χρόνο προχωρά η Αιωνιότη…
»Μα όχι για μας… Μας φτάνει η δίψα στον εαυτό της,
σα βρίσκει μόνη το κρασί, που αποζητάει,
και διώχνει τ’ όριο, για την ύψιστη τη Μέθη!
Τέτοιος ο Θεός μας τρομερός, π’ από τον ίδιο
ζητάει μιαν ώρα ξαφνικά να λυτρωθούμε,
στον άγιον ίλιγγο, ώσπου μόνο του να σπάσει
του νου το νέφος, κι ολ’ οι χείμαρροι να πέσουν
του νέου φωτός στην παντοχή της πιθυμιάς μας
κατακλυσμός, κρατήσει ο νους μας δεν κρατήσει…
Τι εμείς παλαίμε με το θάνατο ολοένα,
κι αν η Μορφή για μια στιγμή μας αναπαύει
στο ύστατο σύνορο τ’ αγώνα, θεία σφραγίδα,
σύνορο ο Θάνατος δεν έβαλε στο Θεό μας…
»Μα, τη Μορφή, κι όπου Μορφή για μας χαράζει,
ας την κρατάμε πάντα στο ύψος του Θανάτου,
τι αυτό για μας το μόνο είν’ άξιο σύνορό της!»
Έτσ’ είπε∙ κι όλοι τότε ζύγωσαν αντάμα,
τ’ άγιο κουφάρι ευλαβικά για να σηκώσουν…
Κι ω θάμα μέγα∙ το κορμί δε σηκωνόνταν!…
Μα είχ’ ένα γίνει με το βράχο, κ’ είχε γίνει,
μαρμαρωμένο, ένα, τριγύρα, με τα πάντα…
Τι, ό,τ’ έχει σμίξει με το Διόνυσο κι ως μέσα
το μυστικόν εγεύτη Θάνατο βαθιά του,
πριχού το θάνατο τον άλλον αντικρίσει,
δε σταματά μεσοστρατίς στην Αιωνιότη,
μα, ως την πνοή του όλη την ξόδεψε στο δώρο
και την ψυχή του την εγύμνωσεν η Αγάπη,
γυμνό θα πάρει της Αβύσσου το στεφάνι!
********************************************************************************
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
01. Μέγιστον μάθημα (απαγγέλλει ο ίδιος ο ποιητής)
02. Θαλερό
03. Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα
04. Ιερά Οδός
05. Άγραφον
06. Παλαμάς






