ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ ΤΟΥ ΖΗΛΙΑΡΗ ΓΕΡΟΥ
Εμφανίζονται οι Δόνια Λορένθα, η Κριστίνα, η υπηρέτρια της, και η Ορτιγκόσα, η γειτόνισσα της.
Δόνια Λορένθα : Θαύμα είναι τούτο, κυρά Ορτιγκόσα, να έχει αφήσει έτσι την κλειδαριά δίχως να ‘χει γυρίσει το κλειδί μέσα της, o ασήκωτος πόνος μου [1] το άχθος μου και η απελπισιά μου. Αυτή είναι η πρώτη μου μέρα, από τότε που στεφανώθηκα μαζί του, που μιλάω από κοντά με κάποιον έξω απ’ το σπίτι• που απ’ έξω μου φαίνεται εμένα από τούτη εδώ τη ζωή μαζί με δαύτον που παντρεύτηκα.
Ορτιγκόσα : Άντε κυρά μου, δόνια Λορένθα, που μεμψιμοιρείτε τόσο• αφού με παλιό τσουκάλι άλλο καινούργιο αγοράζει κανείς. [2]
Δόνια Λορένθα : Με τα κάτι τέτοια γνωμικά και παροιμίες με ξεγελάσανε και μένα• που καταραμένα να ‘ναι τα λεφτά τους εκτός απ’ τους σταυρούς• [3] καταραμένα τα κοσμήματα τους, τα λούσα τους, και καταραμένα όλα όσα μου δίνει και μου τάζει. Τι μ’ ωφελεί εμένα ετούτο και τ’ άλλο αν καταμεσής του πλούτου εγώ φτωχή αισθάνομαι, και μέσα στην τόση αφθονία μεγάλη είναι η πείνα μου;
Κριστίνα: Στ’ αλήθεια , θεία μου και κυρά, σωστά τα λες• δεν θα ‘θελα άλλο τίποτα εγώ από τα να φόραγα ένα κουρέλι μπρος και ακόμη ένα πίσω, και να ‘χω για σύζυγο έναν νιο, αντί να ‘μαι κακοπαντρεμένη μ’ αυτό το σάψαλο που πήρες για άντρα.
Δόνια Λορένθα: Εγώ τον πήρα, ανιψιά; Μου τον δώκανε όπως-όπως • κι εγώ, σαν κοριτσάκι που ήμουνα, αφιέρωνα την ψυχή μου πιο πολύ στο να ‘μαι υπάκουη παρά να αντιγυρίζω κουβέντα• αλλά αν είχα εμπειρία από τέτοια πράγματα, θα κομμάτιαζα τη γλώσσα μου με τα ίδια μου τα δόντια παρά θα ‘λεγα το ναι, που με τρία γράμματα το λες και για χίλια χρόνια σε πλημμυρίζει δάκρυα • όμως φαντάζομαι πως άλλη επιλογή από τούτη δεν υπήρχε, και γίνηκε με το στανιό, και πως δεν στάθηκε τρόπος ανθρώπινος για τ’ αποφύγω.
Κριστίνα : Κύριε Ιησού Χριστέ-ο παλιόγερος! Όλη νύχτα: « Φερ’το καθήκι, παρ’ το καθήκι• σήκω πάνω Κριστινούλα και ζέστανε μου μερικές κομπρέσες που με πεθαίνουν οι λαγόνες μου• δωσ’μου εκείνο το ζουμί, γιατί μ’ έχει σακατέψει η πέτρα.» Με τόσες αλοιφές και τόσα γιατροσόφια μες στο δώμα που ούτε φαρμακοτρίφτης να ‘μουνα• και ‘γω, που μόλις που ξέρω να ντύνομαι, πρέπει να του κάνω την νοσοκόμα. Πφφφφ, γέρικη κλώσα, όσο τυχερός τόσο ζηλιάρης, ο πιο ζηλιάρης σ’ ολάκερο τον κόσμο!
Δόνια Λορένθα : Αλήθεια λέει η ανιψιά μου.
Κριστίνα : Θα ευγνωμονούσα τον Θεό, ποτέ μου να μην την έλεγα για κάτι σαν κι αυτό !
Διαβάστε περισσότερα