Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Η Κρίση της Ποίησης, Μεταφραστικό Εργαστήρι

«Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης μεταφράζει αριστοτεχνικά ποιήσεις του Stefan Mallarme» (γράφει ο Αντώνης Χρ. Περδικούλης)

Από την εν πλω συλλογή δοκιμίων «Τετράδια με μπλέ πανάρια»

Μια νέα δημιουργία ενός ασύλληπτου ποιητικού φωτός Η εντέλεια της μετάφρασης δεν έγκειται απλά στη μορφολογική μεταφορά της αντίστοιχης επιλεγμένης λέξης ούτε αρκείται σε μια αυστηρή απόδοση των εκφραστικών μέσων και εννοιών του πρωτοτύπου. Aυτή ενδημεί μέσα στο αισθητήριο των συναισθημάτων του μεταφραστή – όταν μάλιστα πρόκειται για ποιητικό κείμενο ως ένστικτο που τον κατευθύνει για να ανακαλύψει αρχικά τη μουσική του ποιήματος και  ύστερα να διαφυλάξει την αισθητική του υφή μεταμορφώνοντας όλες τις απεριόριστες λεκτικές εκφάνσεις σε μια πειθαρχημένη γλωσσοπλασία .

Η ποιητική μετάφραση δεν είναι μόνο μια δημιουργία είναι ακριβώς μια διπλή δημιουργία του πιο ασύλληπτου φωτός το οποίο ρέει ανεξάντλητο κι ανεξερεύνητο μες στη ψυχή και στη φαντασία του πρωτοδημιουργού του. Αυτό το ασύλληπτο εσώτατο φως καταφέρνει να ανακαλύψει και να συλλέξει ο Τάκης Βαρβιτσιώτης (γεν Θεσσαλονίκη το  1916 όπου και εκοιμήθη το 2011), σιώνοντάς το σε στέρεη έκλαμψη και να μεταφέρει από τη γαλλική στην ελληνική μια σειρά ποιημάτων του Μαλλαρμέ με τον ποιητικότερο τρόπο.

Αφού ξεκλειδώσει «ξεβιδώσει» όπως έλεγε ο Σεφέρης τις καλά αμπαρωμένες πόρτες της ποιητικής ιδιοσυγκρασίας του Stefan Mallarme (1842-1898), «αρχηγού του γαλλικού συμβολισμού και της καθαρής ποίησης απελευθερώνει δέσμες φωτός από άρρητη λεκτική μαγεία που κρύβονταν πίσω από τα σύμβολα έννοιες ή που τις κάλυπτε η σιωπή.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Sylvia Plath, «Τουλίπες» (μετάφραση: Γιώργος Μουφτόγλου)

ΤΟΥΛΙΠΕΣ

 

Οι τουλίπες παραείναι ενθουσιώδεις, έχουμε χειμώνα εδώ πέρα.

Κοίτα πώς είναι όλα λευκά, πώς είναι ήσυχα, πώς είναι απερπάτητα και χιονισμένα.

Μαθαίνω τη γαλήνη, πλαγιάζω ήσυχα

Ως το φως πλαγιάζει στους λευκούς αυτούς τοίχους, στο κρεβάτι αυτό, σ’ αυτά τα χέρια.

Είμαι η καμία· με τα ξεσπάσματα δεν έχω σχέση.

Το όνομα και τα καθημερινά μου ρούχα στις νοσοκόμες

Στον αναισθησιολόγο το ιστορικό και το σώμα στους χειρούργους τα έχω παραδώσει.

 

Έχουν στηρίξει το κεφάλι μου ανάμεσα στο μαξιλάρι και στου σεντονιού το δίπλωμα

Σαν ένα μάτι ανάμεσα σε δύο βλέφαρα λευκά που δε θα μείνουνε κλειστά.

Ανόητη κόρη, όλα θέλει να τα αφομοιώσει.

Οι νοσοκόμες πάνε κι έρχονται, δεν αποτελούνε πρόβλημα,

Περνούν όπως περνούν οι γλάροι στην ενδοχώρα μες στους λευκούς τους σκούφους,

Κάνοντας με τα χέρια τους διάφορα, τα ίδια η μία με την άλλη,

Ώστε μου είναι αδύνατο να καταλάβω πόσες είναι.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Η. P. Lovecraft, Σελεφάις (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)

Εἰς μνήμην Ἰωάννου Συκουτρῆ

Σ’ ἕνα ὄνειρο ὁ Κυράνης εἶδε τὴν πόλι στὴν κοιλάδα, καὶ τὴν ἀκρογιαλιὰ παραπέρα, καὶ τὴν χιονισμένη βουνοκορφὴ ποὺ βιγλίζει ψηλάθε τὴν θάλασσα, καὶ τὶς φανταχτερὰ χρωματισμένες γαλέρες ν’ ἀρμενίζουν ἔξω ἀπ’ τὸ λιμάνι πρὸς τὶς μακρυνὲς ἐπικράτειες ὅπου ἡ θάλασσα φιλεῖ τὸν οὐρανό. Σ’ ἕνα ὄνειρο ἦταν ἐπίσης ποὺ ἀπέκτησε τ’ ὄνομά του «Κυράνης», γιατὶ στὸν ἐγρήγορο βίο του ἀπεκαλεῖτο μὲ διαφορετικὸν ὄνομα. Ἴσως ἦταν φυσικὸ γι’ αὐτὸν νὰ ὀνειρευθῇ ἕνα νέο ὄνομα, ὡς ὁ στερνὸς τῆς οἰκογενείας του, καὶ ὡς μόνος μεταξὺ τῶν ἀπαθῶν ἑκατομμυρίων τοῦ Λονδίνου, ἔτσι ποὺ ἐλάχιστοι βρίσκονταν ὥστε νὰ τοῦ μιλοῦν καὶ νὰ τοῦ θυμίζουν ποιὸς ὑπῆρξε. Ἀπώλεσε τὰ χρήματα καὶ τὶς γαῖες του, καὶ δὲν τὸν ἔμελε γιὰ τὶς συνήθειες τῶν ἀνθρώπων γύρω του, ἀλλὰ προτιμοῦσε νὰ ὀνειρεύεται καὶ νὰ γράφῃ γιὰ τὰ ὄνειρά του. Ὅ,τι ἔγραφε τὸ κορόϊδευαν ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς τὸ παρουσίαζε, ὥστε μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα φύλαγε τὰ γραπτά του γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ ἐν τέλει ἔπαψε νὰ γράφῃ. Ὅσο περισσότερο ἀπεσύρετο ἀπὸ τὸν κόσμο γύρω του, τόσο πειὸ θαυμαστὰ ἔγιναν τὰ ὄνειρά του, καὶ θὰ ἦταν τελείως ἀνώφελο νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ τὰ περιγράψῃ στὸ χαρτί. Ὁ Κυράνης δὲν ἦταν μοντέρνος, καὶ δὲν εἶχε παρόμοιο τρόπο σκέψεως μὲ ἄλλους ποὺ ἔγραφαν. Ἐνῷ ἐκεῖνοι ὑπερέβαλλαν ἑαυτὸν νὰ ξεγυμνώσουν τὴν ζωὴ ἀπὸ τὶς πλουμιστὲς τηβέννους τοῦ μύθου, καὶ νὰ παρουσιάσουν μὲ γυμνὴ ἀσχήμια τὸ ἀπαίσιο πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἡ πραγματικότητα, ὁ Κυράνης γύρευε τὴν ὀμορφιὰ καὶ μόνο. Ὅταν ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πεῖρα ἀπετύγχαναν νὰ τὴν φανερώσουν, τὴν γύρευε στὴν φαντασία καὶ στὶς ψευδαισθήσεις, καὶ τὴν ἀνεκάλυψε στὸ ἴδιο του τὸ κατώφλι, ἀνάμεσα στὶς νεφελώδεις θύμησες τῶν παραμυθιῶν καὶ τῶν ὀνείρων τῆς παιδικῆς ἡλικίας.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Alfred Lichtenstein (1889-1914), Ποιήματα (Μετάφραση: Κώστας Μαντζάκος)

ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ

Πίσω έχω αφήσει κορίτσι και πόλη.
Μαζί μου η προδότρα μοναξιά.
Μιά στο ένα και μιά
στο άλλο στηρίζομαι πόδι.

Γύρω μου πόρτες τρίζουν στριγκά.
Την λόγχη και τ’ όπλο μου σφίγγω.
Αχ, στη μάνα μου να ‘μουνα λίγο
και στο σπίτι μου, όπως παλιά.

*

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Ι
Καλά και όμορφα να ‘σαι φαντάρος για ένα χρόνο.
Ζείς έτσι πιο πολύ. Κι είσαι χαρούμενος
για κάθε δευτερόλεπτο που κλέβεις απ’ το θάνατο.
Αυτό το έρμο το μυαλό, τσακισμένο από λαχτάρα για την πόλη,
ματωμένο απ’ τα διαβάσματα, τα σώματα, τα βράδια,
απαρηγόρητο και γεμάτο χίλιες αμαρτίες –
τα τρία τέταρτα έχουν ήδη καταστραφεί- μπορεί τώρα
την ώρα της προσευχής και της πορείας,
της άσκησης των χεριών και των ποδιών
να σκουριάσει ήσυχα σε μιά γωνιά του κρανίου.

Ω, η δυσοσμία από μια διμοιρία που βαδίζει.
Ω, το τροχάδην μέσ’ στην λαμπρή ανοιξιάτικη φύση.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Edgar Allan Poe, «Η προσωπίδα του ερυθρού θανάτου» (μετάφραση: Ευστράτιος Σαρρής)

Ὁ «Ἐρυθρὸς Θάνατος» ἐπὶ μακρὸν ἀφάνιζε τὴν χώρα. Οὐδέποτε ὑπῆρξε λοιμὸς πλέον ὀλέθριος ἢ τόσο ἀποκρουστικός. Τὸ αἷμα ἦταν ἡ ἐνσάρκωσι καὶ ἡ σφραγῖδα του – ἡ ἐρυθρότητα καὶ ἡ φρίκη τοῦ αἵματος. Ἐμφανιζόταν μὲ ὀξεῖς πόνους καὶ ξαφνικὴ ζάλη καὶ κατόπιν ἄφθονη αἱμοῤῥαγία ἀπὸ τοὺς πόρους μέχρι καταλήξεως. Οἱ φλογοκόκκινες κηλῖδες πάνω στὸ σῶμα καὶ ἰδίως ἐκεῖνες στὸ πρόσωπο τοῦ θύματος, ἦσαν τὸ ἀπαγορευτικὸ ποὺ ἀπέτρεπε κάθε προσφορὰ βοήθειας καὶ συμπόνιας ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του. Καὶ ἡ ὅλη ἐκδήλωσι, πρόοδος καὶ ὁλοκλήρωσι τοῦ κύκλου τῆς ἀσθένειας, ἦταν περιστατικὸ τῆς μισῆς ὥρας.
Ὅμως ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο ἦταν εὐτυχὴς καὶ θαῤῥαλέος καὶ νουνεχής. Ὅταν οἱ ἐπαρχίες του ἐρημώθηκαν ἀπὸ τοὺς μισοὺς κατοίκους, προσκάλεσε ἐνώπιόν του χίλιους ἀκμαίους καὶ ἀμέριμνους φίλους, διαλεγμένους ἀπὸ τοὺς ἱππότες καὶ τὶς κυρίες τῆς αὐλῆς, καὶ μὲ τὴν συντροφιὰ ἐκείνων ἀπεσύρθη, αὐστηρὰ ἀπομονωμένος, ἐντὸς ἑνὸς ἐκ τῶν ὠχυρωμένων ἀββαείων του. Τὸ ἀββαεῖο, κατασκευὴ ἐκτενὴς καὶ μεγαλόπρεπη, εἶχε οἰκοδομηθῆ σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιόῤῥυθμη ἀλλὰ περίβλεπτη προσωπική του αἰσθητική. Τὸ γυρόφερνε ἰσχυρὸ καὶ ὑψηλὸ τεῖχος. Τὸ τεῖχος εἶχε πύλες σιδηρές. Οἱ αὐλικοί, ἀφοῦ μπῆκαν, ἔφεραν καμίνους καὶ ὀγκώδη σφυριὰ καὶ συγκόλλησαν τοὺς σύρτες. Ἀποφάσισαν νὰ μὴν ἀφήσουν τρόπους εἰσόδου ἢ ἐξόδου γιὰ παρορμητικὲς ἐνέργειες ἕνεκα ἀπελπισίας τῶν ἔξω ἢ φρενίτιδας τῶν ἐντός. Τὸ ἀββαεῖο ἦταν πλούσια ἐφωδιασμένο. Μὲ τέτοιες προφυλάξεις οἱ αὐλικοὶ μποροῦσαν νὰ ἀντισταθοῦν στὴν μετάδοσι τοῦ λοιμοῦ. Ὁ ἔξω κόσμος ἂς φρόντιζε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐν τῷ μεταξὺ θεωρεῖτο ἀνοησία ἡ θλῖψι καὶ ἡ περισυλλογή. Ὁ πρίγκηπας εἶχε προμηθευθῆ μὲ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τέρπουν. Ὑπῆρχαν γελωτοποιοί, ὑπῆρχαν καὶ αὐτοσχεδιαστὲς καὶ μπαλαρῖνες καὶ μουσικοί, ὑπῆρχε καλλονὴ καὶ οἶνος. Ὅλα αὐτὰ σὺν ἀσφάλεια ὑπῆρχαν μέσα. Ἀπ’ ἔξω, ὁ «Ἐρυθρὸς Θάνατος».

Διαβάστε περισσότερα