ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ

Πίσω έχω αφήσει κορίτσι και πόλη.
Μαζί μου η προδότρα μοναξιά.
Μιά στο ένα και μιά
στο άλλο στηρίζομαι πόδι.

Γύρω μου πόρτες τρίζουν στριγκά.
Την λόγχη και τ’ όπλο μου σφίγγω.
Αχ, στη μάνα μου να ‘μουνα λίγο
και στο σπίτι μου, όπως παλιά.

*

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Ι
Καλά και όμορφα να ‘σαι φαντάρος για ένα χρόνο.
Ζείς έτσι πιο πολύ. Κι είσαι χαρούμενος
για κάθε δευτερόλεπτο που κλέβεις απ’ το θάνατο.
Αυτό το έρμο το μυαλό, τσακισμένο από λαχτάρα για την πόλη,
ματωμένο απ’ τα διαβάσματα, τα σώματα, τα βράδια,
απαρηγόρητο και γεμάτο χίλιες αμαρτίες –
τα τρία τέταρτα έχουν ήδη καταστραφεί- μπορεί τώρα
την ώρα της προσευχής και της πορείας,
της άσκησης των χεριών και των ποδιών
να σκουριάσει ήσυχα σε μιά γωνιά του κρανίου.

Ω, η δυσοσμία από μια διμοιρία που βαδίζει.
Ω, το τροχάδην μέσ’ στην λαμπρή ανοιξιάτικη φύση.

 

ΙΙ
Πρέπει να σηκωθώ μιά ώρα νωρίτερα απ’ τους άλλους,
γιατί ήμουν μιά αποτυχία στη σκοποβολή.
Και για προαγωγή, ούτε λόγος.
Έχω να κάνω εξάσκηση, σαν τιμωρία,
γιατί, ενώ οι άλλοι, σύμφωνα με τους κανόνες
κοιτούσαν ευθεία το πηλίκιο του μπροστινού τους,
καθώς βαδίζαμε κάτω απ’ τον κόκκινο ήλιο,
μέσα απ’ τα αστραφτερά λιβάδια,
εγώ ξέκλεβα ματιές προς το αεροπλανάκι ,
πάνω στον λαμπερό βραδινό ουρανό,
που βούϊζε σαν μιά μέλισσα.

 

ΙΙΙ
Ξέρω, ξέρω: αυτή η ζωή είναι υγιεινή.
Μπορεί πια να χειρίζομαι αθόρυβα το όπλο μου,
πλήγωσα όμως τα χέρια μου και με πονάνε.
Αντί στην καταραμένη αυλή του στρατοπέδου,
θα μπορούσα να βρίσκομαι τώρα σ’ ένα λιβάδι.
Μπροστά στον συγκεντρωμένο λόχο
ένας άντρας αρχίζει να κλαίει πικρά.

 

IV
Καμιά φορά φοβάμαι: ένας χρόνος είναι πολύς καιρός,
ατέλειωτος. Κι οι άπειρες πορείες…
Όλη τη μέρα του Θεού να παλεύεις με το σώμα σου
και να πρέπει να ξεχνάς τον κόσμο
στην παρέλαση, στη σκοποβολή….ώσπου το βράδυ
νά ‘σαι πια αναίσθητος απ’ τη μπύρα κι ακόμα και στον ύπνο
να νιώθεις στο μέτωπο το βαρύ σου κράνος –
Και τη νύχτα να βλέπεις το λοχία στα όνειρά σου – –

 

V
Κι έρχονται ακόμα Κυριακές και βράδια,
που άδειος εντελώς και άκεφος περπατάω,
σαν διάφανος, παίζω με τα σκυλιά για πλάκα,
Αχ, η κάτι πετραδάκια που ‘χω βρει,
τα περιφέρω κουρασμένα και παράλογα στους δρόμους.
Συχνά στέκομαι τεμπέλικα στο παράθυρό μου,
αναποφάσιστος: να πάω σε μπυραρίες
με τους συντρόφους γι άνοστη κουβεντούλα,
να σκοτώσω τις μίζερες και κουρασμένες μου ώρες
στων σινεμά τις οθόνες π’ αναβοσβήνουν
και για να περάσει η ώρα να ψάχνω για εύκολα κορίτσια.
Η απλά να βαδίζω πέρα-δώθε στο δωμάτιο μου ακατάπαυστα.

Εγώ που έτρεχα τις νύχτες σαν τρελός,
κραυγάζοντας στον ουρανό, ψάχνοντας χίλια θαύματα.

*

ΩΔΕΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

I
Ω Βερολίνο, εσύ πολύχρωμη πέτρα, εσύ κτήνος.
Τα φανάρια σου μου ‘χεις, σαν αγκάθια, πετάξει.
Αχ, τη νύχτα που ρέει κανείς μέσα στο φως,
πίσω απ’ τις γυναίκες τις φαρδειές, από μετάξι.

Σε πιάνει ζάλη όπου κι αν κοιτάξεις.
Τον ουρανό γλυκαίνει μια καραμέλα, το φεγγάρι.
Όταν οι μέρες πέφτουν πάνω στις επάλξεις
Το κεφάλι λάμπει ακόμα, σαν κόκκινο φανάρι.

ΙΙ
Σε λίγο, Βερολίνο μου, πρέπει να σε αφήσω.
Σε μακρινούς επάνω λόφους να αράξω.
Σε ρημαγμένες πολιτείες να γυρίσω.
Σε δάση πυκνά, τ’ ονομά σου να χαράξω.

Αντίο Βερολίνο, με τις ασίγαστες φωτιές σου.
Αντίο δρόμοι, περιπέτεια γεμάτοι.
Ποιός, σαν και μένα, τις δικές σας γνώρισε πληγές.
Παλιά λημέρια, της καρδιάς μου είστε κομμάτι.

III
Σ’ ανέμους απαλούς, ειρηνικά, και σε λειμώνες
μπορούν μακάρια να γλιστρούνε κάποιοι.
Όμως εμείς, στα ουράνια θα βαδίζαμε σαν απατεώνες,
δηλητηριασμένοι από καιρό και σάπιοι.

Σαν κιμωλία οι ξένες μέρες, κούφια ξύλα.
Σε ξένες πόλεις τριγυρνώ χωρίς κουπί.
Εσύ, Βερολίνο μου, ζάλη από όπιο, σκύλα.
Ξέρει πως νιώθω, καημός μόν’ όποιος γνωρίζει τι θα πει.*

*Η φράση αποτελεί δάνειο απ’ τον Goethe. Ανήκει στο μυθιστόρημα ”Τα χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ”: πρόκειται για ένα ποίημα πασίγνωστο και πολυ-μελοποιημένο. Το δάνειο λειτουργεί ειρωνικά.

 

*

 

ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΩΝΑ

Η κάψα κολλάει παντού, στο όπλο και στο χέρι.
Τα μάτια σου καρφώνει. Τίποτα κρυμμένο εκεί.
Το στράτευμα, μισομεθυσμένο ακόμη, στάζει στο μεσημέρι.
Άκαμπτα στέκονται μπροστά του οι υπαξιωματικοί.

Ένα καρουσέλ νεκρό, είναι η γη η αστραφτερή.
Τίποτα δεν κινείται. Δεν πέφτει. Ούτε ουρανός, πολύχρωμα, πετάει.
Σπάνια μόνο ένα γάβγισμα βραχνό δονεί
μία γουρούνα μαύρη, που στις πέτρες του στρατώνα ξεψυχάει.

*

ΤΩΡΑ ΦΥΣΙΚΑ

Ξαναβάζω το ψαθάκι μου, τώρα φυσικά.
Το βράδυ ξέπλυνε η βροχή, γαλάζιο πλέρια.
Πως λάμπει ο κόσμος! Ψηλά κοιτάζω ευλαβικά,
βαθιά στις τσέπες του παντελονιού τα χέρια.

Και αν με πέτρες και κραυγές με φέρει σπίτι το πρωί,
γδαρμένο το κορμί μου, ημιθανές,
ας έρθει η νύχτα! Σε λίγο θα με βρει ευτυχή!
Αστράφτουν τα φανάρια! Οι υπηρετριούλες πατάνε τις φωνές!

*

 

ΤΩΡΑ ΚΑΝΕΙΣ

Τώρα κανείς πια δε με πειράζει στο στρατό.
Ποιός νοιάζεται πια για μένα. Συνήθισαν
από καιρό τα περίεργα, ειρηνικά μου μάτια.
Στις ασκήσεις, είμαι μισός σε όνειρο
και στις παρελάσεις γράφω στίχους.

*
Κι όμως έρχεται πόλεμος. Ήδη η ειρήνη βάσταξε πολύ.
Τέρμα οι πλάκες. Τα ουρλιαχτά απ’ τις τρομπέτες
σου τρυπάνε την καρδιά. Κι όλες οι νύχτες καίνε.
Παγώνεις σε σκηνές. Ανεβάζεις πυρετό. Πεινάς.
Πνίγεσαι. Ανατινάζεσαι. Ματώνεις. Τα χωράφια κροταλίζουν.
Τα καμπαναριά γκρεμίζονται. Φωτιές στο μέτωπο.
Οι ανέμοι ριγούν. Οι μεγαλουπόλεις καταρρέουν.
Στον ορίζοντα οι βροντές των κανονιών.
Ένας λευκός καπνός αναδύεται από τους λόφους γύρω.
Και στο κεφάλι σου σκάνε χειροβομβίδες.

*

ΑΒΡΟ ΠΡΩΙΝΟ

Μ’ αιώνια Κυριακή ο δρόμος μοιάζει.

Των θερμοκηπίων οι στέγες, η μιά πάνω στην άλλη στάζει.
Μεγαλοπρεπώς ρολάρουν οι οδηγοί.
Τρεις έντιμοι πολίτες γλιστράνε σιωπηλά.
Απ’ ένα παράθυρο πετάει ένα τραγούδι απαλά.
Τ’ αγέρι φέρνει από μακριά μιά παιδική κραυγή.

Και μπρος από ενός κόμητα τη βίλλα,
σφιχτά ραμμένος σαν κούκλα με μαντήλα
πολύχρωμη, με λάμψη παπαρούνας πορφυρής,
τ’ αστραφτερό τουφέκι στο χέρι το περιποιημένο,
στο Δίκαιο το Βασιλικό το μυαλό εξασκημένο,
ο Κούνο Κον*, φοιτητής της Νομικής.

* Λογοτεχνικό alter ego του ποιητή ο καμπούρης, αρρωστιάρης και δειλός Kuno Kohn εμφανίζεται στον ομώνυμο κύκλο ποιημάτων και κυρίως στα πεζά του ποιητή, όπου σατιρίζεται ο ίδιος αλλά και οι σύγχρονοι του εξπρεσιονιστές.