Το ποίημα του πολέμου χωρίς τελειωμό
Δεν ήταν εποχή για μεγάλες αγάπες.
Για εμάς ήταν απλώς η εποχή ονείρων κάτω από τα κράνη.
Τα μάτια τρυπούσαν με στόχαστρο
τα όνειρα του εχθρού αντίπερα.
Χίλιες και μία μαντατοφόρες σφαίρες
μας μιλούσαν για θάνατο,
για αφροσύνη,
για όσα δεν θα συνέβαιναν ποτέ
ούτε θα γεννιούνταν μέσα μας.
Μόνο σφαίρες.
Από τις κρύες κάννες.
Από τα λαίμαργα στόματα των συνειδήσεων.
Εμείς
δεν ακούγαμε.
Ο Μισέλ βογκούσε,
Του’χε κοπεί το σφύριγμα,
Του είχαν εκτελέσει – εν ψυχρό- το ζαχαροπλαστείο που ήθελε να ανοίξει
μετά τον πόλεμο.
Το αιώνιος “Κλειστό”,
φέιγ-βολάν στον αέρα
της νεκροτομής της Ειρήνης.
Ο Τομ δεν αναγνώρισε πια τα σαρκώδη χείλη του, την κοκκινίλα τους,
την ανατριχίλα τους.
Μόνο το δικό του θερμό αίμα ένιωθε
καθώς ανάβλυζε από το στόμα του.
Ο Τομ δεν είχε κοπέλα.
Θα έβρισκε μία όταν επέστρεφε στη φάρμα.
Τώρα πολεμούσε ενάντια στο όπλο του άλλου.
Δεν είχε δάχτυλα,
μαλλιά,
καρδιές, ούτε πάρκα.
Ο Φατμίρ επέπλεε μέσα στη μεταμφίεση.
Τα δέντρα ούρλιαζαν σαν μοιρολογίτριες στους εικοσιενάχρονωνν ώμους .
Τι κακό μαυρομαντάτο στα κλαδιά που βάραιναν από το κατάλευκο χιόνι.
Τι συμφορά
στο επικό κελέσι του πατέρα.
Τι στίγμα πάνω στις κόκκινες παιώνιες
στο περβάζι της προσμονής της μητέρας.
Διαβάστε περισσότερα