*Από την ποιητική συλλογή: “Una educación sentimental (1967)”
Στον τοίχο η αρπαγή των σαβίνων γυναικών
ώχρα και πράσινο, φολιδωτοί
λεκέδες από υγρασία, ξεφτισμένες
νταμάσκ ταπετσαρίες ξεθωριασμένες από τον ήλιο
του απογεύματος στο μπαλκόνι με την άσπρη από τη σκόνη
σιδεριά
ανέβαιναν από τον δρόμο
θόρυβος και μυρωδιά τηγανίλας,
τυφλά αρνίσια κεφαλάκια, καλαμάκια
από τσορίθο, ψητές πατάτες, πιπέρι,
γυναίκες με ταγιέρ μιλούσαν
για το καθημερινό αλισβερίσι, κάποιος αποσπούσε
ένα και μόνο κουδούνισμα από εκείνη την πόρτα
από αδιαφανές γυαλί −πλύσεις-καπότες-
σύφιλη− τα κορίτσια γελούσαν στη γωνία
με τις δύο, τρεις κουβέντες του οικοδόμου
−ανακαίνιζαν την πρόσοψη ενός μπαρ
Κάσα Μανόλο− ήθελε να τις κεράσει καφέ με κονιάκ
τότε κάποια από τις γυναίκες χασμουριόταν, κάποιος
σχολίαζε την ασυνήθιστη αργοπορία του γιατρού,
οι αιμορροΐδες δεν άφηναν να καθίσει άνετα
η γυναίκα φάλαινα με το πλατύ χαμόγελο,
παλιά στην Κουέβα δε Βέρα, όταν έμοιαζε με
ρόδο αμύριστο, ποτέ δεν φαντάστηκε ότι θα υπέφερε
από ένα τόσο κακό κακό, κύριε, οι γιατροί
σκοτώσουν, και όσοι είναι του Δημοσίου δεν πληρώνονται
αρκετά καλά για να σκοτώσουν με καλούς τρόπους
−κυρία μου, είχα πολύ καιρό να σας δω
πάντα τόσο όμορφη, δόνια Λεονόρ, με την ευχή του Θεού,
προς Θεού, δεν υπήρχε λόγος, το πούρο−
στο χωριό ένα κουνέλι, μια κότα, τότε
ο πατέρας της μεγάλωνε μέχρι και αρνιά στο κοτέτσι
και τα ηλιοτρόπια κορόιδευαν τώρα τον ήλιο,
αυτή την ώρα του δειλινού, εκείνος επέστρεφε
από τα σπάρτα ή από τις αλυκές στο Τερέρος, μακριά
κοντά στη Μούρθια σχεδόν, τώρα εργάτης σε οικοδομές.
συνδικαλισμένος, φυσικά, ο μεγαλύτερος δούλευε
στο Πουέμπλο Νουέβο και ο μικρός έπαιζε
μαζί μου τους αμερικάνους πεζοναύτες, Gang Ho,
έγραφε η αφίσα του κινηματογράφου Εδέμ,
λίγο πιο πέρα, δίπλα στο μπαρ, με το παραπλανητικό όνομα Το Μπαρ
των Γαλλίδων Πουτάνων, γεμάτο με ντόπιες πουτάνες
με λιπαρές και οξώδεις περμανάντ, φτιαγμένες
από μια κομμώτρια που πάντα ή σχεδόν πάντα
λέγεται Πεπίτα, που όπου να ’ναι παντρεύεται, χρυσά
χέρια, σήμερα οι κομμώτριες βγάζουν πολλά
οι λευκές ποδιές πολλά λιγδιασμένα χαρτονομίσματα
των πέντε πεσετών, πριν από τον πόλεμο υπήρχαν κέρματα,
πήραν μαζί τους το χρυσάφι, οι δύο άντρες
αλληλοκοιτάζονταν, πριν από τον πόλεμο, πριν από τον πόλεμο
στο μέτωπο οι κόκκινοι σκότωσαν έναν αδελφό μου,
ο άλλος πασπάτευε το ασφαλιστικό βιβλιάριο.
ΥΑΑ, όλοι υποφέραμε, όλοι σκοτώσαμε, κάποιος
θυμήθηκε μια ατιμασμένη μακρινή ξαδέλφη,
οι Μαροκάνοι, έβηχε, έβηχε, το μαντήλι, αίμα,
οι μανάδες μάς έβγαζαν βιαστικά στο πλατύσκαλο,
κοίταζαν τον αέρα με φόβο, λένε υπάρχει αέρας για όλους
μα δεν μπορεί κανείς να καταλάβει πώς κυκλοφορούν ελεύθεροι στον δρόμο
οι φυματικοί
είμαστε οι φυματικοί
εκείνοι που περισσότερο εκείνοι που περισσότερο διασκεδάζουμε
και κάθε φορά που ανταμώνουμε
βγάζουμε φλέματα και φτύνουμε
ερχόταν
ο γιατρός με πρόσωπο πυρακτωμένου πλανητικού όντος
κατείχε το καλό και το κακό μέσα σ’ έναν μαύρο χαρτοφύλακα,
Τι ώρα είναι; Κάποιος απρόσμενα απαντούσε χίλια
εννιακόσια σαράντα οκτώ, μας κοιτούσε, κοίταζε
το ρολόι, έλεγε, χίλια εννιακόσια σαράντα οκτώ
μας υποχρέωναν πάλι να βγούμε στο πλατύσκαλο και μερικές φορές
η ερώτηση κάποιας σκοτεινιασμένης γυναίκας ή άντρες
με δίχρωμα κοστούμια, χωρίς γραβάτα, μας έκαναν αόριστα
σημαντικούς, ναι, εκείνη η πόρτα, η Υποχρεωτική Ασφάλιση
Ασθενείας, υποχρεωτική ασθένεια, δεν το ξέραμε
τότε, ούτε όταν ο γιατρός μάς έτεινε το παραπεμπτικό
για τις ακτίνες Χ, κοίταζε πλαγίως εκείνον τον λεκέ
από λάδι στο βιβλιάριο και η μητέρα μας κοκκίνιζε
μας έριχνε μια μπούφλα και μουρμούριζε − τι παιδιά κι αυτά
«ΥΑΑ»= Υποχρεωτική Ασφάλιση Ασθενείας [SOE στα ισπανικά], μέτρο που καθιέρωσε το φρανκικό καθεστώς το 1942. (Σ.τ.Μ.)
**********
Ο Manuel Vázquez Montalbán (Βαρκελώνη, 1939 – Μπανγκόκ, 2003) έγινε ιδιαίτερα διάσημος λόγω των αστυνομικών μυθιστορημάτων του με πρωταγωνιστή τον ντετέκτιβ Πέπε Καρβάλιο. Πληθωρική προσωπικότητα, αυτοπροσδιοριζόταν ως «δημοσιογράφος, μυθιστοριογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, ανθολόγος, συγγραφέας προλόγων, χιουμορίστας, κριτικός, γαστρονόμος, οπαδός της Μπαρτσελόνα και εν γένει πολυπράγμων».









