Το ποίημα του πολέμου χωρίς τελειωμό
Δεν ήταν εποχή για μεγάλες αγάπες.
Για εμάς ήταν απλώς η εποχή ονείρων κάτω από τα κράνη.
Τα μάτια τρυπούσαν με στόχαστρο
τα όνειρα του εχθρού αντίπερα.
Χίλιες και μία μαντατοφόρες σφαίρες
μας μιλούσαν για θάνατο,
για αφροσύνη,
για όσα δεν θα συνέβαιναν ποτέ
ούτε θα γεννιούνταν μέσα μας.
Μόνο σφαίρες.
Από τις κρύες κάννες.
Από τα λαίμαργα στόματα των συνειδήσεων.
Εμείς
δεν ακούγαμε.
Ο Μισέλ βογκούσε,
Του’χε κοπεί το σφύριγμα,
Του είχαν εκτελέσει – εν ψυχρό- το ζαχαροπλαστείο που ήθελε να ανοίξει
μετά τον πόλεμο.
Το αιώνιος “Κλειστό”,
φέιγ-βολάν στον αέρα
της νεκροτομής της Ειρήνης.
Ο Τομ δεν αναγνώρισε πια τα σαρκώδη χείλη του, την κοκκινίλα τους,
την ανατριχίλα τους.
Μόνο το δικό του θερμό αίμα ένιωθε
καθώς ανάβλυζε από το στόμα του.
Ο Τομ δεν είχε κοπέλα.
Θα έβρισκε μία όταν επέστρεφε στη φάρμα.
Τώρα πολεμούσε ενάντια στο όπλο του άλλου.
Δεν είχε δάχτυλα,
μαλλιά,
καρδιές, ούτε πάρκα.
Ο Φατμίρ επέπλεε μέσα στη μεταμφίεση.
Τα δέντρα ούρλιαζαν σαν μοιρολογίτριες στους εικοσιενάχρονωνν ώμους .
Τι κακό μαυρομαντάτο στα κλαδιά που βάραιναν από το κατάλευκο χιόνι.
Τι συμφορά
στο επικό κελέσι του πατέρα.
Τι στίγμα πάνω στις κόκκινες παιώνιες
στο περβάζι της προσμονής της μητέρας.
Ο Χερνάντεζ πυροβολούσε κάπου εκεί κοντά.
Η ξιφολόγχη πάγωσε στο στήθος του.
Η πληγή του άνθισε όμορφα σαν τριάντα κόκκινα φύλλα.
Τι έλεγες, Χερνάντεζ;
Φώναζες «πρόσεχε» στον διπλανό σου και πέθανες ο ίδιος;
Μην στενοχωριέσαι.
Η τελευταία σου λέξη
θα είναι το σπουδαίο επιτύμβιο
γραμμένο πάνω στο κρύο κενοτάφιο του μέλλοντος.
Ο Ματέο δεν ζει πια,
εξαφανίστηκε, μετατράπηκε ξαφνικά.
Θανατώθηκε ο δρόμος του χωριού του όπου θα έκανε τις αξέχαστες βόλτες του μετά τον πόλεμο.
Ακούστηκε ένας βρυχηθμός.
Πάτησε μια νάρκη.
Τώρα δεν είναι τίποτε άλλο
παρά ένας τεράστιος χάρτης αίματος πάνω στο χιόνι,
ένας χάρτης με τη συντομότερη διάβαση
προς τον θάνατο.
Ο Ιμπραήμ περιποιείται την πληγή.
Η πληγή τηρεί σε πλήρη σιγή
τον μαύρο καημό του.
Μουδιάζει την ανάσα του·
κι αυτός δεν ξέρει τίποτα.
Η Φατίμα, με τα ακρωτηριασμένα παιδιά της
κάτω από τα ερείπια,
ψιθυρίζει την τελευταία σούρα:
Αλ-Φάτιχα.
Ο Γιάννης;
Τι κάνει
ξαπλωμένος στο χείλος του χείμαρρου,
με τα χέρια τεντωμένα
σαν σταυρός;
Τι γαλάζια πεθυμιά αφήνει
στο νερό που κυλά προς την εν ζωή θάλασσα των επιζώντων;
Γράμματα, φυλαχτά και προσευχές
ξεπροβάλλονται σαν πεταλούδες
από τις τρύπες της κάπας
τρέφονται μεσα από τα δάκρυα
να εμποτίζουν τα μπουζούκια.
Ο Χιροχίτο βήχει.
Τον Αυτοκράτορα, το Άτομο,
τις κραυγές του παραλόγου
τους εκπνέει όλους σαν καπνό απ’ τους πνεύμονες.
Πένθιμη κάμα
που διαπερνά το στήθος της γης.
Ο άλλος φίλος του τυφλώθηκε.
Κι έπειτα
είναι αδύνατο να βρεις πια
τους δύσβατους δρομίσκους του μέλλοντος.
Καλύτερα που πέθανε.
Δεν θα δει την πομπή,
τα λουλούδια,
ούτε τον ψυχρό πιανίστα της εκκλησίας.
Αλλά ποιος θα τους μαζέψει;
Ποιος θα τους καταλάβει;
Ποιος θα τους ακούσει
όταν τελειώσει ο πόλεμος;
Ο Όλεγκ έχασε και τα δυο του πόδια.
Κι στην τελική
και να μην είχε πεθάνει,
πάλι δεν θα υπήρχε δρόμος επιστροφής.
Καμία επάνοδος δεν θα τον δεχόταν.
Γιατί οι δρόμοι χρειάζονται πόδια — γερά πόδια.
Με αναπηρικό καροτσάκι,
δεν μπορείς να πας πουθενά.
Παραμένεις διά βίου
στον ασφυκτικό κλοιό της συμπόνιας.
Δεν ήταν εποχή για αγάπες.
Δεν ήταν εποχή για όνειρα.
Πεθάναμε όλοι,
με τις αγάπες μας φυλακισμένες
στα κράνη.
Το μέλλον χλιμιντρίζει μοναχικά,
θερίζει τον θανάσιμο αχνό.
Οι ιππότες έχουν σκοτωθεί.
Χίλιες φορές καλύτερα.
Ναι, λοιπόν
κοιτάξτε τις πόλεις.
Στους δρόμους τους βουίζει η σιωπή
αγανακτά σπαρακτικά.
Στους δρόμους τους παρελαύνουν τα φαντάσματά μας
υπό τον ύμνο των χρυσών σταυρών,
των πλαστικών κορδελών
και των παρασήμων·
με τους υπόκωφους
κίτρινους μεταλλικούς ήχους
της θλίψης,
της λήθης.
Και επί του παρόντος-
έρχεται νυξ και ουδείς δύναται να φανεί
στους τάφους μας,
παρά μονάχα
τα ειρωνικά γέλια
άλλων πολέμων.
**********
Μπλε μπαλάντα
Ήταν ένα κάστρο
κι εγώ πλήρης μαζί σου.
Στην αυλή ένα δέντρο
με μάτια παραδείσου.
Στο δικό του κορμό
χάραζε η ζωή μας ενδότερα
Κάποιος πέθανε νωρίτερα
και ο άλλος αργότερα.
Ήρθαν οι κατακτητές
έρμοι άγριοι του χαλασμού
Υπό των ήχων του ύμνου
Του παλιού τραγουδιού.
Μονάχα πίσσα μαύρος καπνός
Και η ψυχή που να φανεί.
Στο τάφο έγινε σταυρός
οποίος θανατώθηκε εκεί.
Μία μαχαιριά στο έπος-
Και το νήμα κόβεται σιωπηλά.
Στο κάστρο αθόρυβα θρηνεί
Το ψηλό δέντρο μοναχικά.
***
Ακουάριουμ
Γαλάζια λίμνη, γαλανή σκέψη, το δωμάτιο άδειο σκότος απλώνεται σαν βλέμμα βαθύ.
Ολόκληρη νύχτα έκλαψε διστάζοντας:
Αν ήμασταν, η δεν ήμασταν εκεί…
Και η νύχτα δάγκωνε τον εαυτό της
αχ το χέρι της… αχ τη δικιά της αφή,
θρυμματισμένη στην κόκκινη καρδιά
αν ήμασταν, η δεν ήμασταν όντως εκεί.
Τώρα στο δωμάτιο μονήρης,
το δικό σου βλέμμα έντρομο ηχεί,
σαν ονειροπόλο φύκι στη λίμνη
ταλαντεύεται η νύχτα μας ριγώνοντας σιγή.
***
Ο ταχυδρόμος
Υπήρχα απλούστατα
ένα μικρό μάτι
και μια γαλάζια λέξη.
Το μεμονωμένο βλέμμα
το μοναδικό μαντάτο
της το είχα αφήσει στο κατώφλι της πόρτας
να το εξιχνίαζε το πρωί
σαν ένα ανώνυμο ταχυδρομικό δέμα.
Το δέμα το ετοίμαζα μονάχος μου
το βράδυ
με τόση αφοσίωση και αγάπη.
Κάθε βράδυ πρόσθετα και κάτι άλλο.
Να και αυτό, και τούτο και εκείνο οπωσδήποτε.
Αλλά ξαφνικά μια μέρα δεν μου είχε μείνει τίποτα πια.
Τα πρωινά μεταμφιεζόμουν ταχυδρόμος
Κάνοντας ποδήλατο
και σφυρίζοντας
σταματούσα μπροστά στην πόρτα της.
Πάνω στην πόρτα δεν είχε όνομα.
Και να φανταστείς ότι ποτέ
δεν είχα την ανάγκη
να την ψάξω πανταχού..
Ούτε τώρα ξέρω
πως το’ξερα ότι ήταν εκείνη.
***
Τα μάτια σου
είναι μια πραγματική μάχη.
Εκείθε ατενίζουν και πίνουν νερό
τα μαύρα άλογα της αμαρτίας.
Εκεί σκοτώνομαι όταν τα κλείνω.
Παράξενος ήρωας ενός αβάπτιστο σκοπού,
άγραφη μνήμη στους ώμους
του ηττημένου λόγου.
Τα μάτια σου
είναι μια μάχη,
ένας έδαφος γεμάτος με άκρα ονείρων
και ανατριχιαστικές κραυγές.
Από το βάθος τους
θα φυτρώσει κάποια μέρα το διαυγές μέλλον.
Οι ενοχές θα στάζουν στις παπαρούνες
Θα πλημμυρίσουν τις αγνές ψυχές μας.
Κι εμείς, σκυφτοί στα άδεια ποτήρια της αμαρτίας
ας πεθάνουμε εκ νέου
σαν ήμασταν από πριν
ολόγυμνοι
μεθυσμένοι από ηδονή.










Τρομερή δουλειά
Συνεχίστε έτσι κα Ενελα