Κατερίνα Ατσόγλου, «Το βάρος της μοναξιάς», εκδ. Βακχικόν, 2024 (γράφει η Πηνελόπη Αλεξίου)
19Σεπ
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΩΝ
Η σπουδαία ποιήτρια Κατερίνα Ατσόγλου, στην πρόσφατη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Το βάρος της μοναξιάς» κάνει μια συγκλονιστικά ανθρώπινη κατάθεση ψυχής για τις ποικίλες διαστάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας.Το βλέμμα της εκκινεί από το αίσθημα και την κατάσταση της μοναξιάς. Από τα πρώτα κιόλας ποιήματα, παρακολουθούμε το ποιητικό υποκείμενο ναμεταμορφώνεται σταδιακά σε κοσμοναύτη, όπου αναλαμβάνει να οδηγήσει το αναγνωστικό κοινό σε ένα ταξίδι που περνά από πολλούς πλανήτες στο ποιητικό της σύμπαν.
Ένας από τους πιο σημαντικούς πλανήτες που μας συστήνει, είναι αυτός της Αγάπης. Η Αγάπηείναι αυτόφωτη, σαν ένας ήλιος ο γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι πλανήτες, καθώς οι άνθρωποι – ακόμη κι αν δεν το παραδέχονται – αναζητούν διαρκώς τη ζεστασιά του. Όπως γράφει στο ποίημα Εικοσιτετράωρες διανυκτερεύσεις «πάνω σε λευκά σεντόνια / παραδίδουμε το σώμα μας / σε εραστές μιας χρήσης / και ταξιδεύουμε σε χώρες άγνωστες / ενός πλανήτη που κυβερνά η Αγάπη». Το ταξίδι συνεχίζει για να φτάσει στην άκρη του σύμπαντός της, όπου βρίσκεται ένας μοναχικός φάρος. Εκεί, η ποιήτρια έντεχνα τοποθετεί την ελπίδα, για να φωτίζει τα μονοπάτια ζωής των ανθρώπων, ακόμα κι όταν εκείνοι περιδιαβαίνουν τις πιο σκοτεινές διαδρομές.
Η αναγνώστρια/ ο αναγνώστης της ποιητικής συλλογής της Ατσόγλου έχει σημασία να σταθεί σε κάθε ένα από τα ποιήματά της και να ενσταλάξει μέσα της/του το μήνυμα που υφαίνει η ποιήτρια. Το ποιητικό εγώ βρίσκεται σε μία διαρκή αναστοχαστική σχέση με τον εαυτό του, η οποία καθρεφτίζει με χειρουργική ακρίβεια το βάθος του ανθρώπινου ψυχισμού. Δεν είναι μόνο μία ποιητική ζύμωση των (συν)αισθημάτων, αλλά μία ψυχαναλυτική αναζήτηση της έννοιας της ρίζας και της ταυτότητας. Πάνω στο καθρέφτισμα αυτό ξεκινά το ταξίδι προς το ενδότερο σύμπαν που μας υπόσχεται ο τίτλος: στη μοναξιά.
Η μοναξιά είναι συχνά συνυφασμένη με την απομόνωση, το φόβο και τις σκέψεις γύρω από το γεγονός ότι «είμαστε υλικά με ημερομηνία λήξης» όπως αναφέρει στο ποίημα Είμαστε υλικά, όπου η ποιήτρια ανοίγει την εργαλειοθήκη της και εξετάζει διεξοδικά την τρωτότητα της υλικής υπόστασης του ανθρώπου. Στο ποίημα Προφήτες διαβάζουμε στον πρώτο κιόλας στίχο «Τρομάζω με τα όσα γράφω». Εκεί, η ποιήτρια, με εξομολογητικό τόνο, συλλαμβάνει με αίσθημα τρόμου την θνητότητα, μία συνθήκη οριστική που δεν μπορεί να ελέγξει. Μέσα από μία κριτική αναπόληση της αδυναμίας της να επιβληθεί στους όρους της ζωής, βρίσκεται εμπρός στη θέα του αναπόφευκτου και καταλήγει στωικά στη δήλωση «Πεθαίνω κι άρχισε να μου αρέσει». Το ποιητικό υποκείμενο έχει καταφέρει να συμφιλιωθεί με τον άνισο αγώνα της συνείδησης της περατότητάς του και οδηγείται, τελικά, στην τιθάσευση του του φόβου του θανάτου.
Διαβάστε περισσότερα








