Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Κατερίνα Ατσόγλου, «Το βάρος της μοναξιάς», εκδ. Βακχικόν, 2024 (γράφει η Πηνελόπη Αλεξίου)

 

 

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΩΝ

 

Η σπουδαία ποιήτρια Κατερίνα Ατσόγλου, στην πρόσφατη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Το βάρος της μοναξιάς» κάνει μια συγκλονιστικά ανθρώπινη κατάθεση ψυχής για τις ποικίλες διαστάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας.Το βλέμμα της εκκινεί από το αίσθημα και την κατάσταση της μοναξιάς. Από τα πρώτα κιόλας ποιήματα, παρακολουθούμε το ποιητικό υποκείμενο ναμεταμορφώνεται σταδιακά σε κοσμοναύτη, όπου αναλαμβάνει να οδηγήσει το αναγνωστικό κοινό σε ένα ταξίδι που περνά από πολλούς πλανήτες στο ποιητικό της σύμπαν.

Ένας από τους πιο σημαντικούς πλανήτες που μας συστήνει, είναι αυτός της Αγάπης. Η Αγάπηείναι αυτόφωτη, σαν ένας ήλιος ο γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι πλανήτες, καθώς οι άνθρωποι – ακόμη κι αν δεν το παραδέχονται – αναζητούν διαρκώς τη ζεστασιά του. Όπως γράφει στο ποίημα Εικοσιτετράωρες διανυκτερεύσεις «πάνω σε λευκά σεντόνια / παραδίδουμε το σώμα μας / σε εραστές μιας χρήσης / και ταξιδεύουμε σε χώρες άγνωστες / ενός πλανήτη που κυβερνά η Αγάπη». Το ταξίδι συνεχίζει για να φτάσει στην άκρη του σύμπαντός της, όπου βρίσκεται ένας μοναχικός φάρος. Εκεί, η ποιήτρια έντεχνα τοποθετεί την ελπίδα, για να φωτίζει τα μονοπάτια ζωής των ανθρώπων, ακόμα κι όταν εκείνοι περιδιαβαίνουν τις πιο σκοτεινές διαδρομές.

Η αναγνώστρια/ ο αναγνώστης της ποιητικής συλλογής της Ατσόγλου έχει σημασία να σταθεί σε κάθε ένα από τα ποιήματά της και να ενσταλάξει μέσα της/του το μήνυμα που υφαίνει η ποιήτρια. Το ποιητικό εγώ βρίσκεται σε μία διαρκή αναστοχαστική σχέση με τον εαυτό του, η οποία καθρεφτίζει με χειρουργική ακρίβεια το βάθος του ανθρώπινου ψυχισμού. Δεν είναι μόνο μία ποιητική ζύμωση των (συν)αισθημάτων, αλλά μία ψυχαναλυτική αναζήτηση της έννοιας της ρίζας και της ταυτότητας. Πάνω στο καθρέφτισμα αυτό ξεκινά το ταξίδι προς το ενδότερο σύμπαν που μας υπόσχεται ο τίτλος: στη μοναξιά.

Η μοναξιά είναι συχνά συνυφασμένη με την απομόνωση, το φόβο και τις σκέψεις γύρω από το γεγονός ότι «είμαστε υλικά με ημερομηνία λήξης» όπως αναφέρει στο ποίημα Είμαστε υλικά, όπου η ποιήτρια ανοίγει την εργαλειοθήκη της και εξετάζει διεξοδικά την τρωτότητα της υλικής υπόστασης του ανθρώπου. Στο ποίημα Προφήτες διαβάζουμε στον πρώτο κιόλας στίχο «Τρομάζω με τα όσα γράφω». Εκεί, η ποιήτρια, με εξομολογητικό τόνο, συλλαμβάνει με αίσθημα τρόμου την θνητότητα, μία συνθήκη οριστική που δεν μπορεί να ελέγξει. Μέσα από μία κριτική αναπόληση της αδυναμίας της να επιβληθεί στους όρους της ζωής, βρίσκεται εμπρός στη θέα του αναπόφευκτου και καταλήγει στωικά στη δήλωση «Πεθαίνω κι άρχισε να μου αρέσει». Το ποιητικό υποκείμενο έχει καταφέρει να συμφιλιωθεί με τον άνισο αγώνα της συνείδησης της περατότητάς του και οδηγείται, τελικά, στην τιθάσευση του του φόβου του θανάτου.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Αντρέας Πολυκάρπου, «Εις Άδου Κάθοδος», εκδ. Σμίλη, 2025 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Δηλώνει αιώνιος μέτοικος στην χώρα του θανάτου!

 

 

Σε παλαιότερα κείμενά-μου είχα σημειώσει πως ο δυνατος κρότος απο τη μπιστολια που τίναξε στον αέρα τα μυαλα του Κώστα Καρυωτάκη, του αυτόχειρα ποιητη, εκείνο το σημαδιακο δειλινο της 21ης Ιουλίου του 1928, στην Πρέβεζα, αντηχεί ακόμη στο σύμπαν, μετα απο ένα σχεδον αιώνα, και καταδυναστεύει απελπιστικα τη σκέψη και την ποίηση των νέων Ελλήνων ποιητων, γεγονος που γεννάει και ένα ηθικο πρόσημο που αγγίζει το ευρύτερο αναγνωστικο κοινο.

Αυτο, δυστυχως, ήταν το πρώιμο συμπέρασμα που αποκόμισα απο την επαφη και τριβη-μου τα τελευταία χρόνια με την ποίηση δύο τριων, κατα τ’ άλλα υποσχόμενων, δημιουργων. Βέβαια, δεν αγνοω, πως η ποίηση, γενικα η κάθε δημιουργία, ενέχει μέσα-της στοιχεία θανάτου, στοιχεία φθορας. Εξαρτάται όμως, πως εκλαμβάνονται και με ποια διάθεση αξιοποιούνται αυτα τα στοιχεία απο τον κάθε δημιουργο.

Το θλιβερο αυτο συμπέρασμα, έρχεται τώρα να το επιβεβαιώσει αλλα και να μού το εδραιώσει ο Αντρέας Πολυκάρπου με την καινούργια ποιητικη συλλογη-του που κυκλοφόρησε στις αρχες αυτου του χρόνου (2025) απο τις εκδόσεις Σμίλη και η οποία φέρει τον αποκαλυπτικο, άκρως πένθιμο, τίτλο ΄΄Εις Άδου Κάθοδος΄΄.

Θέλω να τονίσω, ευθυς εξ αρχης και χωρις περιστροφες, πως ο Α. Πολυκάρπου εκφράζει, μέσα απο τη νεόκοπη ποίησή-του, μία ακατανόητη απαισιοδοξία και ένα εν δυνάμει, επικίνδυνο θα έλεγα, πεσιμισμο, στοιχεία νεοφανη στο έργο-του και τα οποία εύκολα μπορει ν’ ανιχνεύσει και ο οποιοσδήποτε αναγνώστης. Και αυτο γιατι όλη η καινούργια ποίηση-του είναι θεμελιωμένη και στηριγμένη πάνω σε θλιβερα συναισθήματα και ψυχοφθόρες λέξεις, όπως π.χ. οι λέξεις «θάνατος» και «Άδης», δίνοντάς-σου την εντύπωση πως ο νέος ποιητης έχει παγιδευτει στο «αόρατο δίχτυ του θανάτου», έτοιμος ν’ ακολουθήσει με περιπάθεια τον δρόμο που χάραξε ο Κ. Καρυωτάκης.

Ο διάλογος, εξάλλου, που αναπτύσσει, σε επίπεδο βάθους και ουσίας, με τον αυτόχειρα της Πρέβεζας, όπως αποτυπώνεται στα ποιήματα που τιτλοφορούνται «Διάλογος με τον Κ. Καρυωτάκη» και «Του θανάτου», είναι τεκμήρια τα οποία δεν πρέπει να διαφεύγουν της προσοχης-μας. Απεναντίας, πρέπει να τα υπογραμμίζουμε και να τα αξιολογούμε όταν σκιαγραφούμε την ψυχογραφία, βιολογικη και ποιητικη, του εν λόγω δημιουργου.

Αξίζει ν’ αναφέρω πως απο μία πρόχειρη καταμέτρηση που έκαμα στις σελίδες της καινούργιας συλλογης-του, συνάντησα 30 φορες τη λέξη «θάνατος» και 25 φορες τη λέξη «Άδης! Κοντα σε αυτες συνάντησα και μία σειρα απο άλλες λέξεις, σχετιζόμενες πάντοτε με το μυστήριο του θανάτου και το πένθος που επιφέρει, όπως π.χ. οι λέξεις νεκρος, πεθαμένος, τάφος, μνήμα, κόλαση, κιβούρι, σεντούκι, σάβανο, θανατικο, λιβάνι κ.α. Μάλιστα, ο ποιητης χαρακτηρίζει τη «γη ένα απέραντο κοιμητήριο» και ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται αιώνιος μέτοικος «Στη χώρα του θανάτου», διαλαλώντας ταυτόχρονα πως «Όλα στον θάνατο εγγράφονται».

Ειλικρινα, δεν θέλω να πιστέψω πως ο νέος αυτος ποιητης απέκτησε ξαφνικα ερωτικη έλξη με τον θάνατο. Πως ο θάνατος του έγινε έμμονη ιδέα και απαραίτητος οδηγος, γεγονος που θα τον οδηγήσει κάποια στιγμη σε σκοτεινα μονοπάτια ή σε απονενοημένες πράξεις. Δυστυχως όμως, ο στίχος-του «Μια ανάσα πάντα απ’ τον θάνατο με χωρίζει» δεν αφήνει κάποια φωτεινα περιθώρια στη σκέψη-μου. Μάλλον, προς αυτες τις μαύρες σκέψεις την κατευθύνει.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Βάλια Γκέντσου, «Παραμύθια ανάποδα», εκδ. Θεμέλιο, 2020 (γράφει ο Γιώργος Δρίτσας)

Παραμύθια για ενήλικες

 

 

Τα παραμύθια είναι γνωστό ότι δεν γράφτηκαν αρχικά για την τέρψη των μικρών παιδιών. Δεν ήταν, εξάλλου, τόσο αθώα στην πλοκή τους ούτε τόσο φωτεινά, όπως μας παρουσιάζει το σινεμά κι η τηλεόραση. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, καθώς γράφτηκαν σ’ εποχές που οι μύθοι, οι θρύλοι κι οι διηγήσεις συνδέονταν με μια ζωή γεμάτη πόνο, την οποία δεν ήθελαν οι δημιουργοί τους να αποκρύψουν τόσο από τους μικρούς όσο και από τους μεγάλους, μιας και απευθύνονταν σ’ όλους.

Πάνω σ’ αυτή τη βάση πρέπει να εκληφθεί κι η ποίηση της Βάλιας Γκέντσου, που στη δεύτερη συλλογή της, με τίτλο Παραμύθια ανάποδα (εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2020) δομεί τα δικά της «ενήλικα» παραμύθια. Η αποδοχή της ενηλικίωσης, μαζί με τα παιδικά τραύματα από τον αποχωρισμό των αναμνήσεων, στοιχειοθετούν την απογύμνωση του ποιητικού τοπίου της συλλογής, μέσα σ’ ένα παιδικό δωμάτιο που όμως ανήκει σε κάποιον άγνωστο ενήλικα, την ίδια την ποιήτρια.

Πιο συγκεκριμένα, ήδη από τα πρώτα δύο ποιήματα της συλλογής παρατηρούμε τον σκεπτικό, ώριμο εαυτό της ποιήτριας («Δειλινές σκιές», «Γυάλινη σφαίρα»), η οποία μας εισάγει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο πρώτο κεφάλαιο της συλλογής, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Εποχή των κοριτσιών». Εισερχόμαστε σ’ αυτό το κεφάλαιο όπου η Τίνκερμπελ φοβάται τη χώρα του Ποτέ κι αναζητά στο σκοτάδι και την εξουσία των άλλων λίγο από τον εαυτό της («Η Τίνκερμπελ στη χώρα του ποτέ»). Μια φοβισμένη ενηλικίωση θα έλεγε κάποιος, όπως είναι κάθε ενηλικίωση, μεγαλωμένη σε πρότυπα και σ’ έξωθεν, πνιχτικές παρεμβάσεις. Η πληγή της, όμως, έχει ανάγκη από όνομα και το βύθισμα στο ασυνείδητο των βιωματικών παραμυθιών συνεχίζεται («Το γέλιο που σπάει»).

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Νίκος Γαλάνης, «Ακόνισε φτερα» / «ο Ξένος» / «Τζορτζ Φλόιντ», εκδ. Ενάντια 2025 (γράφει ο Γιάννης Δρούγος)

Ο Νίκος Γαλάνης των εκδόσεων Ενάντια, της αιμάτινης αφυπνιστικής ποίησης, του θυελλώδους πεζού λόγου, από το Ηράκλειο της Κρήτης, εξέπεμψε πρόσφατα νέο σήμα του μέσω της περίφημης ποιητικής του τριλογίας που κυκλοφόρησε από το εκδοτικό του σπίτι σε 60 μόλις αριθμημένα αντίτυπα. «Ακόνισε φτερά», μια εντελώς καινούργια ανθολογία, «ο Ξένος» και «Τζόρτζ Φλόιντ που είχαν κυκλοφορήσει το 2021 και το 2020 αντίστοιχα σε ιδιωτική έκδοση, δεμένες μεταξύ τους, με εξαίρετη φροντίδα.

Οι τρεις συλλογές έρχονται σε καιρούς που χρήζουν ποίησης (και συγκεκριμένα της ποίησης του Γαλάνη), με θαυμάσια οικονομία λόγου και αρμονική ενορχήστρωση λέξεων και ιστοριών, με απόλυτη ισορροπία και ευστοχία, με πλαγίως και ευθέως καταγγελτικό ύφος και πρόσκληση συντρόφων – αναγνωστών με κοινές οπτικές σε κοινές οδούς. Τα ποιήματα και οι ποιητικές μικρές ιστορίες – εξομολογήσεις του Νίκου Γαλάνη έχουν μια διάθεση για εσωτερικό σκάψιμο και για αγάπη προς τον συνάνθρωπο, έχουν ένα όραμα για ένα αύριο που ακόμα κι αν δεν ξημερώσει -όπως ξημερώνει στα όνειρα- τουλάχιστον θα έχει αλλάξει το σχήμα στο νου και στην ψυχή εκείνων που το ονειρεύτηκαν, έχουν μια ελπίδα που παραμένει ζωντανή με κοινά νοήματα, με μια σπίθα διαρκώς αναμμένη, με μια βαθιά πικρία που στο στροβίλισμά της παρουσιάζει μια πλευρά τρυφερότητας και γλύκας , έχουν μια ευθύβολη ματιά απέναντι στα εγκλήματα που συντελούνται εντός μας, μπροστά μας , γύρω μας, στον κόσμο αυτό που ζούμε και μέσα του χάνουμε αίμα και φιλιώνουμε με τη βία και συνομιλούμε με το υπαρξιακό μας κενό και τα τραύματά μας: καταρρέοντας ουσιαστικά – μένοντας όρθιοι φαινομενικά μπροστά στο παγκόσμιο σκοτάδι.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Ορφέας Απέργης, «Τύφλαντ», εκδ. Νεφέλη, 2025 (Γράφει η Γεωργία Χάρδα)

«Ποίηση σε χώρα τυφλή»

 

Η νέα ποιητική συλλογή του Ορφέα Απέργη είναι μια κραυγή που αναδύεται μέσα από τα χαλάσματα, ένα ντοκουμέντο σε μορφή ελεγείου, γραμμένο για να πενθήσει αλλά και για να καταγγείλει.

Ο τίτλος «Τύφλαντ» προέρχεται από το γερμανικό Tiefland, που σημαίνει «χαμηλά εδάφη» αλλά μπορεί να σημαίνει και «γη βαθιά». Ο συμβολισμός του είναι πολυεπίπεδος: από τη μία πλευρά, παραπέμπει στον γεωγραφικό χώρο των Τεμπών, τόπο της τραγωδίας, φωτίζοντας τη σκοτεινή και γεμάτη πόνο πλευρά του τόπου αυτού. Από την άλλη, λειτουργεί ως μεταφορά για το χαμηλό ηθικό και κοινωνικό επίπεδο — την αμέλεια, την απρονοησία και την αδιαφορία της κρατικής μηχανής, που οδήγησαν στο θάνατο αθώων παιδιών.

Η αφιέρωση «Για τους νεκρούς των Τεμπών, τους νεκρούς μας» ξεπερνά τον φόρο τιμής· είναι μια οδυνηρή δήλωση συλλογικής ευθύνης και αναγνώρισης συνενοχής. Με αυτόν τον τρόπο, ο Απέργης καλεί σε μια κοινή αναμέτρηση με το τραύμα, μια ειλικρινή αντιμετώπιση του πόνου που δεν μπορεί να σβηστεί ή να ξεχαστεί.

Στον πυρήνα της ποιητικής του, ο Απέργης αντιμετωπίζει το ανείπωτο: τον θάνατο παιδιών που δεν βρέθηκαν ποτέ, ούτε τα κόκαλά τους. Ο τίτλος της ενότητας «Κόκαλα δεν έχει» μεταφέρει το σοκ της απώλειας που δεν μπορεί να εξαντληθεί ή ολοκληρωθεί, γιατί τίποτα απτό δεν έμεινε πίσω. Η απουσία σώματος γίνεται απουσία στίγματος και η ποίηση καλείται να αρθρώσει αυτό το φάντασμα:

«παιδιά με βγαλμένα τα μάτια παίζουνε κανονικά με τα παιχνίδια τους…»

Η χρήση του στίχου από τον Evaristo de Chirico – «Η διασταύρωσις δύο τραίνων επί χαμηλών εδαφών εστίν λίαν επικίνδυνος…» – φαντάζει σαρκαστικά προφητική. Αντιστρέφει τον ψυχρό τεχνοκρατικό λόγο σε προοίμιο θανάτου. Ο Απέργης τον υιοθετεί για να δείξει την απώλεια του ανθρώπινου μέτρου, τη στιγμή που η τεχνολογία, η αδιαφορία και η κρατική αμέλεια συνωμοτούν για μια τραγωδία που θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί.

Η ποίηση εδώ αρνείται να «ωραιοποιήσει» ή να ανακουφίσει. Βυθίζεται στη φρίκη:

«γυναίκες σκληρίζουνε

παιδιά παίζουνε με μασούρια και φυσίγγια

και δίνουνε το ένα το άλλο»

 

Η γλώσσα δεν είναι φτιαγμένη από συναίσθημα· είναι από εικόνες, ονόματα, τοπωνύμια, ημερομηνίες, ακριβώς σαν κατάθεση μνήμης, ή μήπως δικογραφίας. Στον αφηγητή – ίσως ρεπόρτερ, ίσως μάρτυρα, ίσως ύποπτο – λένε όλοι: «Φύγε». Εκείνος όμως παραμένει.

«κι αυτοί όλοι ήδη

μ’ είχαν επισημάνει

και είχα επισημανθεί»

Αυτό το «έχω επισημανθεί» επαναλαμβάνεται σχεδόν ψυχαναγκαστικά, υπογραμμίζοντας την αίσθηση παρακολούθησης και ενοχής, αλλά και την επίμονη ανάγκη να διασωθεί η αλήθεια. Το ποίημα λειτουργεί σαν αντι-ιστορία: απέναντι στη σιωπή των επίσημων αφηγήσεων, προτείνει τη βιωμένη, ματωμένη μαρτυρία.

Σε όλη την έκταση του ποιήματος ο Απέργης ονομάζει, αποκαλύπτει, γράφει σαν κάποιος που θέλει να κρατήσει κάτι πριν το θάψουν δεύτερη φορά.

Διαβάστε περισσότερα