Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Ιωάννης Πανουτσόπουλος, «Με ανοιχτο μπαϊράκι», εκδ. Τόπος, 2024 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Μία άτεγκτη κριτικη της ελληνικης κοινωνίας

 

 

Η ποίηση που μάς προσφέρει ο Ιωάννης Πανουτσόπουλος με την καινούργια ποιητικη συλλογη-του που τιτλοφορείται ΄΄Με ανοιχτο μπαϊράκι’’, και η οποία κυκλοφόρησε το 2024 απο τις εκδόσεις ΄΄Τόπος΄΄, συνιστα αφεαυτης μία άτεγκτη κριτικη της σύγχρονης ελληνικης κοινωνίας, με απώτερο στόχο ν’ αναδείξει τα στραβα και τ’ ανάποδα που μαστίζουν αυτη την κοινωνία, με την φαεινη ελπίδα ίσως και ευαισθητοποιηθουν κάποιοι και προβουν σε ριζικη διόρθωσή-τους.

Και αυτο το αμείλικτο «κατηγορω»-του γίνεται μέσα απο ένα ποιητικο λόγο σταράτο και τίμιο, που συνδυάζει το διανοητικο στοιχείο με την έντονη εικονοποιϊα, μεταφέροντας συνάμα μέσα-του την κραυγαλέα υπαρξιακη αγωνία-του και τον σαρκαστικο σπαραγμο-του.

Είναι σίγουρα λόγος πολυεπίπεδος, που θυμίζει άλλοτε το ποιητικο ύφος του Οδυσσέα Ελύτη, στο κορυφαίο έργο-του ΄΄Άξιον εστι΄΄, και άλλοτε το πεζογραφικο ύφος του Μακρυγιάννη, όπως το γνωρίσαμε μέσα απο τα ανεπανάληπτα ΄΄Απομνημονεύματα΄΄-του, καθως και το ύφος, το ήθος και τη ζωντάνια του Δημοτικου Τραγουδιου.

Είναι διαρθρωμένος αυτος ο λόγος σε μία καλοτυπωμένη σπονδυλωτη ποιητικη σύνθεση που ξεπερνα τις 90 σελίδες, δομημένη σε επτα ατιτλοφόρειτα μέρη, που ξεχωρίζουν με τη λατινικη αρίθμηση που τους έχει δώσει ο δημιουργος-της. Στο τέλος του κάθε μέρους, που είναι δοσμένο σε σχεδον πεζόμορφη γραφη, ακολουθει ένα ποίημα σε παραδοσιακη μορφη, δηλαδη με υπέροχη ομοιοκαταληξία, καθως και ένα μικρο κείμενο στο οποίο μνημονεύει ο ποιητης κάποια αξέχαστα γεγονότα που σημάδεψαν την παιδικη, την τρυφερη και χαριτωμένη, ηλικία-του, όταν ήταν μαθητης στο Δημοτικο Σχολείο, που είναι άλλοτε ευχάριστα και άλλοτε δυσάρεστα.

Ακόμη, το κάθε μέρος αυτης της πολυεστιακης και πολυφωνικης σύνθεσης, ξεχωρίζει και απο ένα έγχρωμο, θαυμάσιο πίνακα, που όλοι έχουν δημιουργηθει, όπως φυσικα και ο πίνακας που κοσμει το εξώφυλλο,απο το χέρι του υπέροχου ζωγράφου Θανάση Σκρουμπέλου, ειδικα γι’ αυτη την πανέμορφη έκδοση!

Για να συγκινήσει, όμως, να ευαισθητοποιήσει, να συνεγείρει και προ πάντων για να φέρει με το μέρος-του το αναγνωστικο κοινο σε αυτη την προσπάθειά-του, σε αυτη την ειρηνικη επανάστασή-του, παραθέτει λεπτομερως και με ποιητικη μαστορια ότι έχει καταφέρει ο Ελληνισμος στη διαχρονικη πορεία-του, δηλαδη απο την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχη, ειδικα όταν αυτος βρίσκεται στις καλες στιγμες-του. Εννοω, όταν βρίσκεται σε εγρήγορση, σε ομόνοια, σε σύμπνοια, σε ομοψυχία και σε συνεργασία. Γιατι, για τον ίδιο, όπως τονίζει σ’ ένα στίχο-του (σ. 23) είναι «Στολίδι και καύχημα η δόξα των πατέρων-μας».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Peny Delta, «Απενθείς», εκδ. ΑΩ, 2024 (γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης)

Η γυναικεία εμπειρία στην ποίηση της Peny Delta:

από το ιδιωτικό στη συλλογική ταυτότητα

 

Μεταπολεμικά η ποίηση εγκαταλείποντας τις μεγάλες αφηγήσεις και τη συλλογική ταυτότητα (έθνος, κόμμα, κλπ.) έδωσε προτεραιότητα στο άτομο, αναδεικνύοντας θέματα που δεν μπορούσαν να εξερευνηθούν νωρίτερα. Στην ποιητική του ιδιωτικού (ή αυτοβιογραφική ποίηση) κυριαρχεί ο προσωπικός τόνος προκειμένου να αποτυπώσει την ατομική οπτική.

Έτσι τα βιώματα του αναγνώστη και της αναγνώστριας συναντούν την αυτοβιογραφία του/της δημιουργού, φέρνοντας στον δημόσιο λόγο ένα τραυματικό ή μοναχικό εγώ, κάτι που αντιτίθεται τόσο στο ηρωικό εμείς ή όσο και τον ατομοκεντρικό ναρκισσισμό. Το υποείδος υποστηρίζεται κυρίως από γυναίκες και συνδέεται άμεσα με τη γυναικεία αφήγηση, αναζητώντας μια νέα αισθητική έκφραση απέναντι στον εξουσιαστικό λόγο των ανδρών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ποιητική της Peny Delta (Απενθείς, ΑΩ, 2024) ως έκφραση γυναικείας αφήγησης, όπου το πρώτο πρόσωπο κυριαρχεί προσφέροντας μια αυτοβιογραφική διάσταση. Η αυτοβιογραφική ποίηση όμως δεν αποτελεί μια στείρα υποκειμενική οπτική, αλλά έκφραση αντίθεσης απέναντι στην κομφορμιστική ταυτότητα και την “αντικειμενικότητα” της ψυχρής λογικής που τελικά οδηγεί στο θάνατο του θυμικού προς όφελος του κυνισμού.

Η Peny Delta, με βασικό ποιητικό υποκείμενο το θηλυκό εγώ (ενίοτε το εμείς), διερευνά τη θηλυκή ταυτότητα. Η ποιήτρια δεν προσανατολίζεται στα “μεγάλα θέματα”, αλλά στις απλές στιγμές και τα συναισθήματα που σφυρηλατούν το βίωμα. Εγκαταλείπει το ρομαντικό ατομικό προσωπείο και τη μοντερνιστική συλλογική ταυτότητα και απογυμνώνει το βίωμα και τα συναισθήματα με μια αφοπλιστική ποιητική ειλικρίνεια. Έτσι η ποιητική του ιδιωτικού προσφέρει στο έργο της μια ταυτότητα στο πρόσωπο αντίθετα από τον εξουσιαστικό λόγο που ποσοτικοποιεί το ατομικό για να το κρύψει.

[…]γερνάμε στη μικρή πόλη

Μας ψήνει το αλάτι, μας στεγνώνει ο αέρας

εμείς συνεχίζουμε[…]

«Φωτισμένα παράθυρα»

Η Delta δημιουργεί ένα ποιητικό σύμπαν αναδεικνύοντας τη γυναικεία εμπειρία μέσα από την προβολή του ιδιωτικού. Στους στίχους της δεν καταγράφει απλώς προσωπικές στιγμές, αλλά θέτει σε πυρηνική θέση την υποκειμενικότητα, το σώμα, τη μνήμη και τους κοινωνικούς περιορισμούς. Το ποιητικό εγώ πια ξεπερνά τη θολή αυτοαναφορά και αποκτά μια συλλογική διάσταση. Οι συνθέσεις της συλλογής, ως τμήμα της ποιητικής του ιδιωτικού, αποκαλύπτουν πτυχές της ατομικής εμπειρίας, τοποθετώντας το προσωπικό υλικό στο ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο και διευρύνοντας τη σχέση μεταξύ προσωπικού και κοινωνικού, ιδιωτικού και δημόσιου. Για αυτό και αξιοποιείται η καθημερινή οικεία γλώσσα. Τούτο επιτρέπει στην ποιήτρια να ταυτιστεί με την εμπειρία του ποιητικού υποκειμένου, δημιουργώντας μια σχέση εμπιστοσύνης (συναισθηματική σύνδεση) με τον αναγνώστη και την αναγνώστρια. Αυτή η γλώσσα αμφισβητεί τις “ανδρικές” ποιητικές συμβάσεις και τα θέματα, που συχνά θεωρούνται πιο “σοβαρά”.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Δέσποινα Δεμερτζή, «Τ’ αυθύπαρκτα της σιωπής», εκδ. Μανδραγόρας, 2024 (γράφει η Ευαγγελία Πολύμου)

Η συμπύκνωση του ποιητικού λόγου συχνά χαρακτηρίζει τους ολιγογράφους ποιητές. Τέτοια είναι και η περίπτωση της Δέσποινας Δεμερτζή, της οποίας η τέταρτη ποιητική συλλογή, με τίτλο Τ΄ αυθύπαρκτα της σιωπής κυκλοφόρησε στα τέλη του 2024 από τις εκδόσεις «Μανδραγόρας». Προηγήθηκαν τα: Σαραντατρία ποιήματα κι ένας αναγνώστης, εκδ. Φιλιππότης 1984, Πώς θα παίξεις χωρίς συμπαίκτη, εκδ. Γνώση 1994 και Ασκήσεις απωλείας, εκδ. Μανδραγόρας 2014.

 

Η αρμονική διαδοχή των 29 ποιημάτων της παρούσης συλλογής θα μπορούσε και να τα κάνει να εκληφθούν ως ενότητα, παρόλο που παρουσιάζονται μεμονωμένα. Η έμπνευση εδώ τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από τη φύση, τα δέντρα, τα νησιά, τα βουνά, το ταξίδι, αλλά και από τον αστικό βίο, καθώς και από προσωπικά και συλλογικά βιώματα και την επιβίωσή τους στη μνήμη.

Όπως φανερώθηκε και στην προηγούμενη συλλογή Ασκήσεις απωλείας, η ποιήτρια εκκινεί από το μεμονωμένο για να επεκταθεί στο γενικό. Το προσωπικό βίωμα διυλίζεται στο συλλογικό, καθώς και στο ευρύτερα πολιτικό. Η καταφυγή στη συλλογική μνήμη γίνεται η οδός για την επούλωση των τραυμάτων, ο ρόλος και τα όρια της μνήμης ψηλαφούνται με διάθεση παρηγορητική, παραμυθητική και η ποίηση, γραμμένη αισθαντικά όσο και δυναμικά, γίνεται όχημα ενηλικίωσης και προνομιακή οδός ζωής.

Ακολουθούν μερικά δείγματα της ποίησής της:

 

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

 

Στην πόλη αυτή είν’ ένα δέντρο

Με φύλλα πράσινα μεγάλα τραγουδάει κάθε πρωί

Θάλλει σαν όρθια δέηση πρωτομηνιές του θέρους

Χίλια πουλιά το επισκέπτονται

Με βαθυπράσινη ανάταση τα συνοδεύει, σαν ευχή

Ύστερα πάλι κλείνεται στον εαυτό του

 

Στην πολιτεία είν’ ένα δέντρο

Το επισκέπτομαι κι εγώ τις θερινές πρωτομηνιές

Στέργει κι εμένα με τη δροσερή σιωπή του

 

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Νικήτας Σινιόσογλου, «Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων», εκδ. Κίχλη, 2024 (γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης)

Στην ύστερη εποχή της υπαρξιακής κόπωσης, όπου τα κείμενα διαβάζονται για να ξεχνιούνται, ένα μικρό βιβλίο από την Αθήνα έρχεται να θυμίσει πως η λογοτεχνία δεν είναι ασφαλής τόπος, αλλά παγίδα.

Στο Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων (εκδ. Κίχλη, 2024), ο Νικήτας Σινιόσογλου, φιλόσοφος της αστικής παρόρμησης και του εγκιβωτισμένου στοχασμού, γράφει τη δική του Animalia, μια αλληγορική νουβέλα για την πένθιμη μεταφυσική της ταυτότητας, της εξορίας και της σήψης.

Η υπόθεση απλή: ένα ζώο —ή μήπως ένας άνθρωπος;— χάνεται σε μια χώρα ομιχλώδη και διολισθαίνει στο εφιαλτικό «Απομονωτήριο», ένα ίδρυμα διαχείρισης, διαλογής, ή απλώς σιωπηλής εξουδετέρωσης των λεγόμενων «λοιμυπόπτων υπάρξεων». Εκεί, κάθε νύχτα, διαφορετικά ζώα (ένα κουνέλι, μια νυχτερίδα, ένα ψάρι,…) αφηγούνται την περιπέτειά τους. Η δομή είναι αυστηρά συμμετρική —οκτώ νύχτες, οκτώ φωνές— και η πρόζα πυκνή, δίκην φιλοσοφικού ημερολογίου, ή ίσως μεταμυθοπλαστικού εγκλεισμού.

Στον κόσμο του Σινιόσογλου, η γλώσσα είναι ύποπτη, σχεδόν τοξική· κάθε πρόταση φορτισμένη με το βάρος μιας παρελθούσας ανθρωπιάς. Το ύφος του δεν χαρίζεται: δεν διακοσμεί, δεν κολακεύει. Είναι ύφος που επιτίθεται στον αναγνώστη με τη θέρμη ενός ψυχρού εργαλείου. Η αφήγηση δεν φλερτάρει με την πλοκή· την υπονομεύει συστηματικά, εντάσσοντας την εξέλιξη σε ένα συνεχές εσωτερικής εξάντλησης.

Στο Ποιείν, είθισται να εντοπίζουμε τις υπόγειες συνομιλίες. Και πράγματι, εδώ αντηχούν τα δάνεια: η ευκλείδεια αυστηρότητα του Μισέλ Τουρνιέ, η ερημική ειρωνεία του Τόμας Μπέρνχαρντ, η μακάβρια κομψότητα του Μπρούνο Σουλτς· μα και η σιωπηλή αγωνία του Πασκάλ Κινιάρ, που μοιάζει πνευματικός συγγενής. Ο Σινιόσογλου δεν γράφει περί των ζώων· γράφει από τη φωνή τους, με μια ανελέητη ακρίβεια που μετατρέπει τον ζωολογικό κήπο σε καθαρτήριο συνείδησης.

Ο όρος παραβολή είναι ίσως υπερβολικά αθώος. Το Απομονωτήριο είναι περισσότερο ένας καθρέφτης του δυτικού ύστερου εαυτού, που προσποιείται το ανθρωπιστικό του προσωπείο ενώ νομιμοποιεί κάθε είδους εξορία —σωματική, ψυχική, ταξική. Η «καραντίνα» δεν είναι επιδημιολογικός όρος· είναι πολιτισμικός.

Ο Σινιόσογλου, όπως κάνει πάντα —είτε γράφει για τον Χάιντεγκερ, είτε περιηγείται στα υπαρξιακά ερείπια της σύγχρονης Αθήνας—, επιμένει στη σιωπή. Στο μη εντυπωσιακό. Στο χλωμό φως ενός κελιού που δεν ζητά λύτρωση, παρά μόνο ακρόαση.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Δήμος Χλωπτσιούδης, «Παραχάραξη», εκδ. Μανδραγόρας, 2025 (γράφει η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου)

“Παραχάραξη” του οικείου 

 

Στην εποχή της ταχύτητας, του αποσπάσματος της εικόνας και του λεκτικού εφέ, ο Δήμος Χλωπτσιούδης έρχεται με την Παραχάραξη (εκδ. Μανδραγόρας, 2025) να απαιτήσει από τον αναγνώστη κάτι παλιό και ίσως ξεχασμένο: ματιά διαρκείας στη σιωπή της κραυγής, στην κραυγή της σιωπής. Και την απαιτεί ως αίτημα ριζικά πολιτικό, αφού αναπλάθει μια πρόσληψη όχι περιληπτική/συνοπτική, αλλά λεπτομερή και ενδελεχή σε λόγο και συναίσθημα, έτσι ώστε το οικείο να ανασυσταθεί και να επανακτηθεί με πτυχές που ίσως έχουν ροκανιστεί στον αδηφάγο χρόνο και στην ευκολία της πρόσληψης ακόμη και των σημαντικών έως τραγικών του βίου μας.

«Παραχάραξη», λοιπόν, γιατί η αισθητική πρόταση του Χλωπτσιούδη παραβιάζει τα γνωστά και τα οικεία: τις φόρμες, τις γραμμές, τα όρια της σύγχρονης ελευθερόστιχης ποίησης. Αντιτάσσει ασύνδετα σχήματα και μακροπερίοδες εκφράσεις ή ελλειπτικές προτάσεις και μικροπερίοδο λόγο να εναλλάσσονται στις πέντε εκτενείς συνθέσεις της συλλογής. Δεν πρόκειται απλώς για έναν φορμαλιστικό πειραματισμό· είναι μια ποιητική παραχάραξη της αισθητικής του εξουσιαστικού λόγου, εκείνου που επιβάλλει ρυθμούς, όρια, κανονικότητες. Και αν η αισθητική είναι ιδεολογία, ένας ιδιότυπος τρόπος, μια ιδιαίτερη τάση και στάση να νοηματοδοτείς τον κόσμο, τότε το ποιητικό βλέμμα του Χλωπτσιούδη επιχειρεί και επιτυγχάνει ρωγμές στην οικεία ποιητική αναγνωστική εμπειρία του κοινωνικού, μεταβαλλόμενου χώρου.

Ουσιαστικά σε πρώτη ματιά το νέο ύφος θυμίζει το σοκ του Benjamin, καθώς η Παραχάραξη στρέφεται εναντίον της συνηθισμένης παραγωγής νοήματος και πρόσληψης της ποίησης. Η ίδια η στροφή του σε εκτεταμένες ποιητικές συνθέσεις, συγκρούεται με την αποσπασματικότητα της σύγχρονης αστικής και την ασυνέχεια των αισθητικών παρεμβάσεων της μαζικής κουλτούρας.

Εντούτοις η ποίησή του διατηρεί την τρυφερότητα με την οποία μας έχει συνηθίσει σε προηγούμενες ποιητικές του συλλογές. Ο Χλωπτσιούδης μπορεί να κάνει ποιητική “ανταρσία” με λόγο δυναμικό και τρυφερό ταυτόχρονα, καθώς ενσωματώνει στους στίχους του θραύσματα της Ιστορίας και της πολιτικής εμπειρίας, δίνοντάς τους νέα ποιητική όψη και πνοή.

«ω, πολίτες φοβισμένοι εσείς/Μυκηναίοι ταξιδευτές και Δωριείς κατακτητές, Ρωμαίοι κοσμοβασιλείς /τη θάλασσα τη δική σας μην παραδώσετε στου Θανάτου τα χέρια. /κατατρεγμένοι Μικρασιάτες, σφαγμένοι Πόντιοι, ταξιδευτές Βλάχοι, Κρητικοί και Κύπριοι που της προσφυγιάς τα δράματα κατέχετε,/ στα πόδια σας προσπέφτουμε,/ αγγίζουμε το γόνα το φιλεύσπλαχνο της σωτηρίας…»

Διαβάστε περισσότερα