Παραμύθια για ενήλικες

 

 

Τα παραμύθια είναι γνωστό ότι δεν γράφτηκαν αρχικά για την τέρψη των μικρών παιδιών. Δεν ήταν, εξάλλου, τόσο αθώα στην πλοκή τους ούτε τόσο φωτεινά, όπως μας παρουσιάζει το σινεμά κι η τηλεόραση. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, καθώς γράφτηκαν σ’ εποχές που οι μύθοι, οι θρύλοι κι οι διηγήσεις συνδέονταν με μια ζωή γεμάτη πόνο, την οποία δεν ήθελαν οι δημιουργοί τους να αποκρύψουν τόσο από τους μικρούς όσο και από τους μεγάλους, μιας και απευθύνονταν σ’ όλους.

Πάνω σ’ αυτή τη βάση πρέπει να εκληφθεί κι η ποίηση της Βάλιας Γκέντσου, που στη δεύτερη συλλογή της, με τίτλο Παραμύθια ανάποδα (εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2020) δομεί τα δικά της «ενήλικα» παραμύθια. Η αποδοχή της ενηλικίωσης, μαζί με τα παιδικά τραύματα από τον αποχωρισμό των αναμνήσεων, στοιχειοθετούν την απογύμνωση του ποιητικού τοπίου της συλλογής, μέσα σ’ ένα παιδικό δωμάτιο που όμως ανήκει σε κάποιον άγνωστο ενήλικα, την ίδια την ποιήτρια.

Πιο συγκεκριμένα, ήδη από τα πρώτα δύο ποιήματα της συλλογής παρατηρούμε τον σκεπτικό, ώριμο εαυτό της ποιήτριας («Δειλινές σκιές», «Γυάλινη σφαίρα»), η οποία μας εισάγει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο πρώτο κεφάλαιο της συλλογής, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Εποχή των κοριτσιών». Εισερχόμαστε σ’ αυτό το κεφάλαιο όπου η Τίνκερμπελ φοβάται τη χώρα του Ποτέ κι αναζητά στο σκοτάδι και την εξουσία των άλλων λίγο από τον εαυτό της («Η Τίνκερμπελ στη χώρα του ποτέ»). Μια φοβισμένη ενηλικίωση θα έλεγε κάποιος, όπως είναι κάθε ενηλικίωση, μεγαλωμένη σε πρότυπα και σ’ έξωθεν, πνιχτικές παρεμβάσεις. Η πληγή της, όμως, έχει ανάγκη από όνομα και το βύθισμα στο ασυνείδητο των βιωματικών παραμυθιών συνεχίζεται («Το γέλιο που σπάει»).

Λόγω αυτού, η ποιήτρια συνεχίζει την πορεία από τους θαλάμους της μισοενήλικης προσαρμογής με τους χαρακτηριστικούς τίτλους των ενοτήτων της συλλογής: «Επέκεινα του φράχτη» και «Κι ό,τι πονά ας κλείσει». Τίτλοι φωλεμένοι μέσα στον πόνο. Η ολότητα, εξάλλου, δεν υπάρχει, αναζητάται. Το μεριστικό μέρος της συνείδησης επιστρέφει, μη βρίσκοντας απάγκιο σ’ ένα άλλο μισό – έτσι αγνά, μέσα στην περιπλοκότητα του πράγματος («Μην κοιτάς κατάματα το νερό στον ήλιο»).

Και φτάνουμε στο τέλος της ψευδαίσθησης, όπως μας διαμηνύει η τελευταία ενότητα. Ένα πρελούδιο ενός άδοξου παραμυθιού, όπου το σώμα όμως δεν λέει να αφήσει την ψυχή να λαβωθεί. Έτσι, η γοητεία των ανόητων πραγμάτων, της καθημερινότητας γίνεται ένας τριβελισμός, δόκιμος για να συνεχιστεί η ζωή («Τι ονειρεύεσαι; τίποτα»).

Μια ποιητική συλλογή που εντάσσεται στην ειδική κατηγορία αυτή των συλλογών, που διαπραγματεύονται ή καλύτερα να πούμε που βλέπουν κατάματα το χαμένο μπαμπούλα κάτω από το κρεβάτι, το χαμένο σκιάχτρο της ενηλικίωσης. Μια ποιητική επιλογή θέματος που πέρα από γοητεία, ασκεί σίγουρα κι ένα υπνωτισμό, με τον τρόπο που εισάγει διαδοχικά την εξέλιξη των συναισθημάτων της ποιήτριας.