Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΩΝ

 

Η σπουδαία ποιήτρια Κατερίνα Ατσόγλου, στην πρόσφατη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Το βάρος της μοναξιάς» κάνει μια συγκλονιστικά ανθρώπινη κατάθεση ψυχής για τις ποικίλες διαστάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας.Το βλέμμα της εκκινεί από το αίσθημα και την κατάσταση της μοναξιάς. Από τα πρώτα κιόλας ποιήματα, παρακολουθούμε το ποιητικό υποκείμενο ναμεταμορφώνεται σταδιακά σε κοσμοναύτη, όπου αναλαμβάνει να οδηγήσει το αναγνωστικό κοινό σε ένα ταξίδι που περνά από πολλούς πλανήτες στο ποιητικό της σύμπαν.

Ένας από τους πιο σημαντικούς πλανήτες που μας συστήνει, είναι αυτός της Αγάπης. Η Αγάπηείναι αυτόφωτη, σαν ένας ήλιος ο γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι πλανήτες, καθώς οι άνθρωποι – ακόμη κι αν δεν το παραδέχονται – αναζητούν διαρκώς τη ζεστασιά του. Όπως γράφει στο ποίημα Εικοσιτετράωρες διανυκτερεύσεις «πάνω σε λευκά σεντόνια / παραδίδουμε το σώμα μας / σε εραστές μιας χρήσης / και ταξιδεύουμε σε χώρες άγνωστες / ενός πλανήτη που κυβερνά η Αγάπη». Το ταξίδι συνεχίζει για να φτάσει στην άκρη του σύμπαντός της, όπου βρίσκεται ένας μοναχικός φάρος. Εκεί, η ποιήτρια έντεχνα τοποθετεί την ελπίδα, για να φωτίζει τα μονοπάτια ζωής των ανθρώπων, ακόμα κι όταν εκείνοι περιδιαβαίνουν τις πιο σκοτεινές διαδρομές.

Η αναγνώστρια/ ο αναγνώστης της ποιητικής συλλογής της Ατσόγλου έχει σημασία να σταθεί σε κάθε ένα από τα ποιήματά της και να ενσταλάξει μέσα της/του το μήνυμα που υφαίνει η ποιήτρια. Το ποιητικό εγώ βρίσκεται σε μία διαρκή αναστοχαστική σχέση με τον εαυτό του, η οποία καθρεφτίζει με χειρουργική ακρίβεια το βάθος του ανθρώπινου ψυχισμού. Δεν είναι μόνο μία ποιητική ζύμωση των (συν)αισθημάτων, αλλά μία ψυχαναλυτική αναζήτηση της έννοιας της ρίζας και της ταυτότητας. Πάνω στο καθρέφτισμα αυτό ξεκινά το ταξίδι προς το ενδότερο σύμπαν που μας υπόσχεται ο τίτλος: στη μοναξιά.

Η μοναξιά είναι συχνά συνυφασμένη με την απομόνωση, το φόβο και τις σκέψεις γύρω από το γεγονός ότι «είμαστε υλικά με ημερομηνία λήξης» όπως αναφέρει στο ποίημα Είμαστε υλικά, όπου η ποιήτρια ανοίγει την εργαλειοθήκη της και εξετάζει διεξοδικά την τρωτότητα της υλικής υπόστασης του ανθρώπου. Στο ποίημα Προφήτες διαβάζουμε στον πρώτο κιόλας στίχο «Τρομάζω με τα όσα γράφω». Εκεί, η ποιήτρια, με εξομολογητικό τόνο, συλλαμβάνει με αίσθημα τρόμου την θνητότητα, μία συνθήκη οριστική που δεν μπορεί να ελέγξει. Μέσα από μία κριτική αναπόληση της αδυναμίας της να επιβληθεί στους όρους της ζωής, βρίσκεται εμπρός στη θέα του αναπόφευκτου και καταλήγει στωικά στη δήλωση «Πεθαίνω κι άρχισε να μου αρέσει». Το ποιητικό υποκείμενο έχει καταφέρει να συμφιλιωθεί με τον άνισο αγώνα της συνείδησης της περατότητάς του και οδηγείται, τελικά, στην τιθάσευση του του φόβου του θανάτου.

Στο σημείο που το αναγνωστικό κοινό αφήνεται με την αίσθηση πως το ποιητικό υποκείμενο αποφασίζει να κάνει μία μοναχική κατάβαση στον φόβο και τη μοναξιά, έρχεται μία αναγκαία και σημαντική ανατροπή. Η Ατσόγλου, στο αμέσως επόμενο ποίημα με τίτλο Σαν ευχή, για μια γυναίκα [04/02], γράφει στον τελευταίο στίχο «Όσο κι αν μας τρομάζει τούτο το ταξίδι, είμαστε μαζί». Το «ταξίδι» αναφέρεται στην πορεία μιας ασθένειας, η οποία έχει καταλάβει το σώμα, όμως το πνεύμα αντιστέκεται σε αυτήν. Έτσι, το «μαζί» ορθώνεται ως μία ριζοσπαστική συνθήκη του εμείς, όπου ο ένας/ η μία φροντίζει τον άλλο/ την άλλη και στέκεται αλληλέγγυα στο πλάι του/ της. Η ασθένεια, μια εμπειρία απόλυτα ιδιωτική και ατομική, περικυκλώνει τον πυρήνα του «εγώ» αφήνοντας τον άνθρωπο να πιστεύει πως μόνος ασθενεί, μόνος πονά, μόνος τη βιώνει. Αντίθετα, το «εμείς» που αντιπροτείνει η ποιήτρια, έρχεται να δημιουργήσει μία ρήξη σε αυτή την αυτοπάθεια και να ανάγει το βίωμα της ασθένειας σε μια συλλογική εμπειρία, ακόμη και στην αρχή μιας ιδιότυπης αλληλεγγύης απέναντι στη βία του θανάτου.

Απέναντι στον θάνατο, λοιπόν, τοποθετείται η ζωή, και πιο συγκεκριμένα ο δυνατότερος παλμός της που προκύπτει από τον έρωτα. Στο ποίημα Αγκαλιά διαβάζουμε «Όταν με κρατάς / αγκαλιά / (…) όλα τα κομμάτια μου / βρίσκουν το ταίρι τους / και γίνομαι ολόκληρη». Η αγκαλιά, ως μετουσίωση της δομικής σύνδεσης δύο ανθρώπων, έρχεται να τους ενώσει σαν δύο κομμάτια πάζλ για να ολοκληρωθούν. Ο έρωτας μεταξύ του ποιητικού υποκειμένου και του αντικειμένου του πόθου, έχει άλλοτε ανταπόκριση και άλλοτε  απόρριψη. Η απόρριψη οδηγεί το ποιητικό υποκείμενο σε μια νοσταλγική μελαγχολία. Στο ποίημα Ο Κοκκινολαίμης,διαβάζουμε «Ο κοκκινολαίμης έσπασε / το πρώτο κλαρί της Άνοιξης / είναι το βάρος της απουσίας σου / που κουβαλά». Στην πορεία, συνεχίζει με μία έκκληση προς το αντικείμενο του πόθου για επανένωση, όπως διαφαίνεται στο στίχο «Σου γράφω για να βρεις ξανά το δρόμο σου και να με ψάξεις» του ποιήματος Λόγια για ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ.

Ωστόσο, το αδυσώπητο πέρας του χρόνου οδηγεί στο ξέφτισμα του έρωτα.Έτσι κι η ποιήτρια, αναγνωρίζοντας την περατότητα του έρωτα και την μετέπειτα ανάδυση της αγάπης που ξεπερνά το επίπεδο του ατόμου και φτάνει στο επίπεδο της συλλογικότητας, στρέφει το βλέμμα της στην οικουμένη. Η Ατσόγλου, ασκεί κοινωνική και πολιτική κριτική, παρουσιάζοντας την πανανθρώπινη υφή της καλλιτεχνικής ευαισθησίας.Στο ποίημα Οι λέξεις έχασαν το νόημά τους παρουσιάζει τη στυγνή πραγματικότητα που δεν αφήνει χώρο για έρωτα. Γράφει η Ατσόγλου στην πρώτη στροφή του ποιήματος «Τώρα ξέρω γιατί δεν μπορώ να σε ερωτευτώ, / γιατί η πόλη κοιμάται ήσυχα / μες την απάθειά της». Η ποιήτρια, προσηλωμένη στο αντικειμενικά άνισο και αβίωτο παρόν, κοιτάζει κατάματα τον ανθρώπινο πόνο και τη ματαιοδοξία του ανθρώπου, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην πιο σκληρή και δύσκολη συνειδητοποίηση: έχοντας χρέος να είναι πρώτα άνθρωπος, ον κοινωνικό, δεν μπορεί να αφεθεί στον έρωτα. Όσο ο άνθρωπος καταστρέφει και καταστρέφεται, το αίσθημα καθήκοντος την ωθεί στην αλληλεγγύη προς τους ευάλωτους, προς το κατακερματισμένο περιβάλλον ακόμη και προς την ίδια τη γλώσσα, το εργαλείο της ποιητικής δημιουργίας. Αισθάνεται πως έχει χρέος να προσφέρει τις δυνάμεις της εκεί, κι έτσι ο έρωτας απέναντι στην καταστροφή έχει δευτερεύουσα σημασία.

Έπειτα, στο ποίημα Οι άνθρωποι οφείλουν κάνει μία συγκλονιστική καταγραφή της σύγχρονης πολιτειότητας, με λεπτή ειρωνεία και καυστικότητα. Γράφει η Ατσόγλου στην κατακλείδα του ποιήματος «Οι άνθρωποι οφείλουν / να ακολουθούν πιστά τις οδηγίες χρήσης / που τους δόθηκαν από τα πολιτικά γραφεία της γειτονιάς τους», αποτυπώνοντας με ρεαλισμό μια δυνατή εικόνα για τους αυτοματισμούς του κοινωνικοπολιτικού βίου. Μάλιστα, η ποιήτρια, έχοντας καθήκον απέναντι στην ίδια αλλά και την κοινωνία που προασπίζεται, αναλαμβάνει να σηκώσει το βάρος της πολιτείας που βρίσκεται σε κρίση κι αγωνίζεται ποιητικά για τη σωτηρία της. Συγκεκριμένα, στο ποίημα Ήταν Μάιος γράφει «έχασα τη ζωή που ονειρευόμουν / και τώρα πληρώνω δόσεις / και ληξιπρόθεσμες οφειλές / να σώσω μια χώρα στα πρόθυρα του θανάτου». Ο θάνατος, εδώ, λαμβάνει μία συμβολική διάσταση.Διαπερνά τη θνητότητα των υλικών σωμάτων των ανθρώπων και, σταδιακά,διαχέεται στο σύνολο μιας πολιτείας σε κρίση.

Το ποιητικό πόνημα της Ατσόγλου, παρά τον πόνο και τη μοναξιά που πραγματεύεται στο φόντο, ορθώνει σαν σημαία ένα πρόταγμα για ελπίδα και λαχτάρα για ζωή. Η ποιήτρια, (επαν)εκτιμώντας το νόημα της ζωής μέσα από τα τείχη που ορθώνουν οι καθημερινές δυσκολίες, ο φόβος του θανάτου κι η ασθένεια απευθύνει μία έκκληση στην οικουμένη για συλλογικότητα κι αλληλεγγύη, κυρίως όμως για άνευ όρων αγάπη. Οι στίχοι στη δυνατή και βαθιά ανθρώπινη κατακλείδα του ποιήματός Βασικές ανάγκες μας (προσ)καλούν για αναστοχασμό και δομική αναθεώρηση του παρόντος: «Όσο ο καιρός περνούσε / λίγο πριν το τέλος / άρχισε να κάνει ζωτικής σημασίας προσθήκες / όπως για παράδειγμα να θυμηθεί να ζήσει / να ερωτευτεί παράφορα / ή να μην ξεχάσει βαθιές αναπνοές / ανοίγοντας διάπλατα τα παράθυρα της υπολειπόμενης ζωής». Έτσι, το ποιητικό υποκείμενο και η ποίηση που παράγει εντός της παρούσας ποιητικής συλλογής, αναδύεται ως φάρος για το ψυχικό αποκούμπι όλων των ανθρώπων, φωτίζοντας μ’ ελπίδα τις μοναχικές διαδρομές της ανθρώπινης ύπαρξης.

 

* Η Πηνελόπη Αλεξίου, είναι ανθρωπολόγος και ποιήτρια (“Πένθιμη Γη”, εκδ. Βακχικόν, 2024)