Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Γιώργος Ιωάννου (27-11-1927 / 16-2-1985), 24 Ποιήματα (επίμετρο: Βαγγέλης Ψαραδάκης)

1. ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΛΕΙΠΑ Proof hd

Σαν επιστρέφω αργά στην κάμαρά μου,
ομίχλη φόβου πάντα με τυλίγει.
Όργια, λες, έγιναν θεία,
τότε που έλειπα στους δρόμους.

Κομμένα γόνατα – δεμένα χέρια,
ξορκίζω τους καθρέφτες και θολώνουν.

Κάτι έχουν δει•
κάτι έχουν δει και που δε λέει
να πάρει τέλος, Θε μου.

Πια δε βαστώ.
Εδώ και χρόνια μες στα χέρια του με πλάθει.

2. ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ

Κάθε φορά που τρίζει η σκάλα μας,
«λες να ΄̉ναι αυτοί επιτέλους;» σκέφτομαι,
κι ύστερα φεύγω και με τις ώρες
κατακίτρινα ζωγραφίζω ηλιοτρόπια.

Όμως αύριο ώσπου να ξεχαστώ
στην αίθουσα αναμονής το τρένο
απ’ την Κρακοβία θα περιμένω.

Κι αργά τη νύχτα, όταν ίσως κατεβούν
ωχροί, σφίγγοντας τα δόντια•
«αργήσατε τόσο να μου γράψετε»
θα κάνω δήθεν αδιάφορα.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Έκτωρ Κακναβάτος, Διήγηση (1974)

Ρήγμα στον κρόταφο

Με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου
το εμβαδόν;
Με τι άλλο.
Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία
απʼ της γενιάς μου όλα τα έναστρα
τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα
όλα σπάνιες πέτρες
να φύγει ο κόμπος στο λαιμό.
Ο πλανήτης έτριζε
με τις περήφανες σιωπές μου
τα συνομήλικα μου σχήματα τις φωταψίες
τα μανάλια που
ακόμα φέγγουνε όλα σʼ εκκλησιές κρυφές.

Όμως το ρήγμα στον κρόταφο
απʼ τη ριπή σου πίκρα
εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση
στον κρόταφο.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Μάρκος Μέσκος, Άλογα στον Ιππόδρομο (1973)

Όταν είμαστε λυπημένοι
γράφουμε ποιήματα

Φανταστικό ποίημα

Μια παρέα πλάτος ένα πεζοδρόμιο – παλιά προβατίνα
η γλώσσα μου
λόγια παλιά θα πω. Τα καλύτερα τραγούδια είναι τα
χαράματα
ένα μέτρο η κάμαρη κι ο δρόμος μια φτερούγα. Και το νερό.
Που είναι το νερό; Για τελευταία φορά αναφέρομαι στο φεγγάρι
στερνός γανωτής που τρίβει καλάϊ με τα πόδια. Ένα πτώμα
ο ύπνος.

Αχ! Σατέν φορούσε η λεύκα θροΐζοντας – ο καιρός ο καιρός
να περνάει
κι ο τελευταίος καπνός στην ταμπακέρα. Που να κινήσω πάλι;
Πρωί – βράδυ η λαιμητόμος του ασανσέρ, πρωί – βράδυ
η ματαιότητα των παιδιών με τα φρένα χυμένα στο χώμα
εκεί που τα πουλιά ονειρεύονται τύμπανα στον ύπνο:
Διψασμένο βράδυ
Καθώς μοσχάρι πίνει το νερό στη ρεματιά κι ο λαιμός
παντοκράτορας
καθώς χτένι του ήλιου δειλινό, φίλος το παλιό πεύκο κι η
θάλασσα βλέπει.

Η θάλασσα βλέπει κι ο μονόχειρας στους λόφους δακρυσμένος
χειροκροτεί.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Τάσος Λειβαδίτης, Νυχτερινός Επισκέπτης (1972)

Σε συνεργασία με το ιστολόγιο “κενός τίτλος”

Έρημος σταθμός

Μόλις πέθανα, βγήκα απ΄το μεγάλο καθρέφτη του πατρικού
σπιτιού, το σούρουπο είχε μια παράφορη οικειότητα, η Τερέζα έλε-
γε το παλιό τραγούδι των αλλοπαρμένων σταθμών που ακολουθού-
σαν τα τρένα, κι εγώ δεν είχα πού να πάω κι αποκοιμήθηκα στα χε-
ρια των τυφλών, που εντούτοις ανάβαν την λάμπα,
ήταν σκοτεινή εποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλά πάνω στις
γέφυρες, τραυματιοφορείς τρέχανε και πάνω στα φορεία κείτονταν
μεγάλοι στεναγμοί από παλιές εξεγέρσεις,
όταν τέλος έφτασα στο σταθμό, είχαν όλοι φύγει, ήμουν τόσο
φοβισμένος που αν μ΄ άγγιζες θα ράγιζα, αφήνοντας να φανεί ο
Θεός, στο απάνω πάτωμα έμεναν οι Φ. κι εμείς έπρεπε να κάνουμε
ησυχία, γιατί η μεγάλη κυρία είχε πυρετό κι η μητέρα που την
υπηρετούσε είχε μάθει να πετάει, για να μην της λερώνει το χαλί,
φέρανε, μάλιστα, και τον επιστάτη να καταθέσει, αλλά δεν είχα-
νε καμιά απόδειξη, γιατί το παλιό σχολικό κουδούνι ήταν πιο μα-
κριά κι απ΄ τους νεκρούς κι ο αμαξάς των παιδικών καιρών έξω
απ΄ την πόρτα μάταια χτυπούσε απελπισμένα τα τέσσερα μαρμα-
ρωμένα άλογα.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Νάνος Βαλαωρίτης, Εστίες Μικροβίων (1964)-και μια πρόσφατη συνέντευξή του στην Ελπίδα Πασαμιχάλη

Σε συνεργασία με το ιστολόγιο “κενός τίτλος”
Το αίνιγμα

Η ρίζα ενός δέντρου μου τρώει το σχήμα
Μια πέτρα μου αγκυλώνει το δάχτυλο
Και μου γδέρνει το μυαλό
Τα μάτια μου γίνονται παρανάλωμα των φύλλων
Κουκουβάγιες τρυπώνουν μες στα ματόκλαδά μου
Τα βήματά μου αυτοκαταλύονται κατασταλάζουν
Γίνονται στόματα μες στα μνημεία των θάμνων
Μια πεταλούδα απομυζάει όλο μου το είναι
Τα ρουθούνια μου βγάζουν σπίθες και καπνούς
Όπως οι δράκοι που ήταν κοράλλια τον παλιό καιρό
Είναι όπως το γαϊδουράγκαθο μέσα στα χόρτα
Οι στρόβιλοι με ξεχνούν και μ΄ απαρνιούνται
Τα λουλούδια μου βγάζουν τη γλώσσα
Τα πεζούλια με υποσκελίζουν
Μισώ τα ελατήρια και εξαργυρώνω τη θέλησή τους
Είμαι ο χαϊδεμένος των κυμάτων όπως τα βότσαλα
Αρνήθηκα να υποχωρήσω μπροστά στον άνεμο
Να λιώσω μες στα καμίνια των λουτρών της ζέστης
Να καώ με τα κάρβουνα σαν καβούρι
Κάνω υπεράνθρωπες προσπάθειες να μιλήσω
Να σώσω τον εαυτό μου
Από την πυρκαγιά που μόνος μου άναψα
Λάμπω σαν το διαμάντι αλλά δεν είμαι άστρο
Τι είμαι λοιπόν αν δεν είμαι αυτό που είμαι
Ουράνιο σώμα ή γήινο, στερεό, υγρό ή αέρινο;

Διαβάστε περισσότερα