Όταν είμαστε λυπημένοι
γράφουμε ποιήματα
Φανταστικό ποίημα
Μια παρέα πλάτος ένα πεζοδρόμιο – παλιά προβατίνα
η γλώσσα μου
λόγια παλιά θα πω. Τα καλύτερα τραγούδια είναι τα
χαράματα
ένα μέτρο η κάμαρη κι ο δρόμος μια φτερούγα. Και το νερό.
Που είναι το νερό; Για τελευταία φορά αναφέρομαι στο φεγγάρι
στερνός γανωτής που τρίβει καλάϊ με τα πόδια. Ένα πτώμα
ο ύπνος.
Αχ! Σατέν φορούσε η λεύκα θροΐζοντας – ο καιρός ο καιρός
να περνάει
κι ο τελευταίος καπνός στην ταμπακέρα. Που να κινήσω πάλι;
Πρωί – βράδυ η λαιμητόμος του ασανσέρ, πρωί – βράδυ
η ματαιότητα των παιδιών με τα φρένα χυμένα στο χώμα
εκεί που τα πουλιά ονειρεύονται τύμπανα στον ύπνο:
Διψασμένο βράδυ
Καθώς μοσχάρι πίνει το νερό στη ρεματιά κι ο λαιμός
παντοκράτορας
καθώς χτένι του ήλιου δειλινό, φίλος το παλιό πεύκο κι η
θάλασσα βλέπει.
Η θάλασσα βλέπει κι ο μονόχειρας στους λόφους δακρυσμένος
χειροκροτεί.
Στους δρόμους
Στους δρόμους οι νεκροί δε με γνωρίζουν
αδιάφορα προσπερνούν σημειώνοντας τη χλωμάδα στο πρόσωπο
και το άνυδρο τοπίο με τις μαύρες μύγες
στα νερά της πηγής.
Εκεί στις πέτρινες χαράδρες η μισή ζωή
και το κατεστραμμένο τανκ πρόσχημα της πλαγιάς
παίζοντας όλη μέρα. Τιμόνι και κράνος γνωστά
όπως η τράπεζα με τους νυχτερινούς υπαλλήλους
από μια τρύπα βγαίνοντας στο φως κάθε πρωί.
Εσύ πρέπει να ʽσαι ωραία.
Χριστίνα
Θλιβερό η φωνή να γυρίζει πίσω χωρίς απόκριση
ο στίχος της Ασκληπιού και το φεγγάρι ευτυχώς χαμηλά
και ο ψηλός μονόχειρας στο επιτάφιο αεράκι
κάθε απόγευμα γύρω τριγύρω του Λυκαβηττού.
Ένας άνθρωπος της ηλικίας μου λοιπόν που βαδίζει
στους δρόμους με την ωραία ψευδαίσθηση
τι ωραία
τι ωραία
όλα χαρούμενα όλα φωτεινά και καταπώς
βαθιά τα επιθυμεί η ψυχούλα που μες τη φυλακή
γεννιέται.
Πίσω από τα φύλλα πίσω απʼ τα πουλιά
πάλι φοβάμαι.
Ο αγώνας
Μέσα στο σπίτι ξένα πρόσωπα. Τη νύχτα σκότωσα
τον έναν στη σκάλα κι έβγαλα από το στόμα μου
σκατά. Ας είναι καλά το νερό απʼ τη φωνή του
μικρού που είχαμε πάντα μαζί μας. Μας φώναξε
στο ταβερνάκι πάνω απʼ το ποτάμι. Κι ενώ
παράγγελνα καβγαδίζοντας τους μεζέδες είδα
στα χαμηλά τραπέζια ελιές και ρακί και τέσσερις
πληβείους να με κοιτούν στα μάτια.
– Όχι δεν ήταν ξένα τα πρόσωπα στο σπίτι.
Το σπίτι
Είχεν ορόφους πέντε το σπίτι
βρήκα την εξώπορτα ανοιχτή και ψηλαφούσα
στα σκοτεινά. Δύσκολα ανέβαινα
τα σκαλιά λοξά γλιστρούσαν κι όλο έλεγα να δω
το σημάδι-φυτό που φωσφορίζει τη νύχτα
στη θύρα του γείτονα. Τίποτα. Λίγο ακόμη να πιστέψω
πως σακάτεψα τη μνήμη και η γέφυρα που ενώνει
το παρελθόν γκρεμίστηκε. Τότε πέτυχα τις γυναίκες
που φρόντιζαν την μετακόμιση σιωπηλά: Εδώ το χαλί
εκεί το βάζο εκεί το πιάνο τον καλόγερο στη γωνιά.
Και καθώς ευγενικές η μια με τα βαμμένα κόκκινα χείλη
μου χαμογελούσε εξηγώντας την πλάνη μου
γκαστρωμένη η άλλη μου ʽλεγε να θαυμάσω τη μεγάλη σάλα
για τα μελλοντικά πάρτι με τη μουσική στα πολύφωτα
– πάλι λάθος είπα μέσα μου, πάλι λάθος, ευχαρίστησα τις κυρίες
και καθώς το ρολόι χτυπούσε κάποιαν ώρα της νυχτός και
η δούλα ανέβαζε πάνω τον σκύλο από τον βραδινό του
περίπατο, σκαλί το σκαλί βγήκα απʼ το χτίριο.
Πιο πέρα δυο τρεις ψιθύριζαν ο ένας στο αυτί του άλλου
κάτω από ʽνα μικρό μα όχι τυχαίο δεντράκι.
Κυριολεξία
Όπα λοιπόν να ο ήλιος! Τρέχω κι ονοματίζω:
Πράσινα δέντρα το δάσος σύντριμμα το κύμα η θάλασσα
νερό το νερό κρύσταλλο και φωνή δεν πνίγεται
στον ασβεστόλιθο του γκρεμού.
Το πουλί στο κλουβί (ανοιγμένη η θύρα)
τα όνειρα στην πέτρα χρώματα της μέρας
το σοκάκι σοκάκι το σκυλί σκυλί του γυρισμού.
Χαϊδεύω τα μαλλιά σου σε φιλώ – τώρα
όλα θάνατος και παραλογές.
Προαίσθημα
Από τη στέγη περνούσαν πράγματα πολλά
καπνός πνοές ανέμου φύλλα φθινοπωρινά
ο ίσκιος του ήλιου στο γύρισμα
του χελιδονιού η γλώσσα στο ζενίθ
τα ξυπόλητα πόδια των πουλιών δειλινές ώρες
κόκκινη κλώσα η στέγη
μα εκείνο απομένει: η μαύρη κάργα στην καταχνιά
με το φοβερό ράμφος τοκ τοκ, τοκ τοκ
έμβολο θανάτου στο κρανίο.
Και η σιωπή του κρεμασμένου μέσα.
(σε συνεργασία με το ιστολόγιο “κενός τίτλος)











Με επιδέξιους ελιγμούς διατρέχει η όραση των αισθήσεων
τα ποιήματα του Μάρκου Μέσκου.
Ο Ποιητής δεν παρεπιδημεί, ενδημεί στο Λόγο.
Άλλωστε το πρώτο γράμμα της λέξεως Ποίηση προσομοιάζει με αψίδα θριάμβου
την οποία ο Μάρκος Μέσκος, περνάει με ψηλά το κεφάλι.
Απόσπασμα από τη συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία 22 – 1 – 2008
– Σήμερα πώς αυτοπροσδιορίζεστε; Αισθάνεστε πολίτης του κόσμου ή παραμένετε επικεντρωμένος στη μακεδονική ενδοχώρα;
«Αν πρέπει να συμβεί αυτό εδώ, δηλαδή να αυτοπροσδιοριστώ ποικιλοτρόπως, θα έλεγα ότι δεν αποποιούμαι καμία πτυχή της ιστορικής πολιτιστικής διαστρωμάτωσής μου. Αισθάνομαι ζάπλουτος, μ’ όλο το φορτίο. Αν είναι μοιραίο να απομείνει κάτι από τη γραφή μου, έχει καλώς. Διαφορετικά, δεν χάθηκε ο κόσμος. “Ανέκαθεν κόρη της φωτιάς η στάχτη, μα δεν ανάφτει”, χαράζω σ’ ένα μελλοντικό μου ποίημα».
“Ένα ψίχουλο εις μνήμην”
Του Μάρκου ΜΕΣΚΟΥ
Για τον μονήρη, πάλι, λόγο της ποίησης το σημείωμα.
Πιο συγκεκριμένα, μετά “τη χρεωκοπία και της νεωτερικής ποίησης”, τους προτεινόμενους (από τους κυνηγούς κεφαλών) σωτήρες ποιητές για την αποφυγή της εξάλειψης του είδους, να γράψουμε δυο λόγια, παραπλέοντας εσκεμμένα το κύριο θέμα. Εννοώ τις μεταφράσεις της ποίησης, τις απ’ έξω φωνές (πόσο “απ’ έξω” άραγε είναι) προς το εσωτερικό της νεοελληνικής γραμματείας.
Υπάρχουν λοιπόν και ευτυχισμένες στιγμές στη μετάφραση της ποίησης – παρά το άκρως επικίνδυνο εγχείρημα). Ωσεί παρούσα η πρώτη γλώσσα των γραφών της, το πέρασμα στη δεύτερη ισόποσο και με τους αρχικούς (θαρρείς) χυμούς της. Η επάρκεια εν-τυχούσα.
Εδώ ακριβώς ν’ αναφέρουμε τις “μπαλάντες” του Βιγιόν από τον Σκιαδαρέση, τα “Ποιήματα” του Μιλόζ από τον Παπανικολάου, τα “Μαλαισιακά τραγούδια” του Γκολ από τον Παπαδίτσα και τον Γονατά, πάλι τον Γονατά (πρόσφατα) με τις “Περιπλανήσεις του Κάιν” μαζί με τις “Σκέψεις του Διαβόλου” του Κόλεριτζ, τον Κορμπιέ και τον Καρυωτάκη, τον Μάντελσταμ και την Αχμάτοβα από τον Αλεξάνδρου, την “Κατάη” του Πάουντ από τον Λορεντζάτο, την “Κατεστραμμένη γη” του Έλιοτ από τον Κύρου, τελευταία τα είκοσι πέντε σονέτα του Σαίξπηρ από τον Καψάλη, καθώς και τα “Ποιήματα” συν “Το ποίημα του βουνού” από τον Κοροπούλη της Τσβετάγιεβα – ένας κόσμος ήδη, αρκούν αυτά.
Για να εστιάσουμε την παρουσία της αείχρονης ποίησης, που δεν λήγει, δεν χρεωκοπεί, ΥΠΑΡΧΕΙ φωνάζοντας με χίλιες γλώσσες. Στο προσκήνιο λοιπόν ω άλλη ποίηση διά των μεταφράσεων – φανταστείτε τη δυσκολία της περιπέτειας. Το πέρασμα τουτέστιν από τη μια μητρική γλώσσα στην άλλη δική μας, το θαύμα της ποίησης πραγματοποιημένο (ω πραγματικότητα πάλι μα ποια πραγματικότητα;), χωρίς πρώτη γλώσσα χωρίς δεύτερη, χωρίς σύνορα και δύσβατες εποχές.
Η ταύτιση είναι οφθαλμοφανής, η μια γλώσσα απορρέει από την προηγούμενη και αντίστροφα, οι ουσίες και οι ιδιαιτερότητες της πρώτης γραφής μεταφέρονται κινητοποιώντας τους αποδέκτες στο δικό τους γλωσσικό ήθος, η επικοινωνία ανήκει πλέον στους κανόνες της εκατέρωθεν ποίησης – ιδού η ποίηση του Σκιαδαρέση, του Παπανικολάου, του Παπαδίτσα και του Γονατά, του Καρυωτάκη, του Λορεντζάτου, του Κύρου, του Αλεξάνδρου, του Καψάλη, του Κοροπούλη. Και αντίστροφα. Ιδού η ποίηση του Βιγιόν, του Μιλόζ, του Γκολ και του Κόλεριτζ, του Λαφόργκ, του Πάουντ, του Έλιοτ, του Σαίξπηρ, του Μάντελσταμ και της Αχμάτοβα και της Τσβετάγιεβα.
Μήπως μπορούμε να ενώσουμε τη διπλή εκδοχή (στην αναγκαία προτεραιότητα) της μητρικής γλώσσας, μήπως μπορούμε να ονοματίσουμε τον ποιητή του ποιήματος “Μικρός που πέθανε στ’ αστεία” ως Κορμπιέ, Καρυωτάκη; (Όταν ευτυχούν τα εγχειρήματα πέφτουν οι φράχτες, οι δυσκολίες λιγοστεύουν, οι επι-κοινωνίες στερεώνουν τις γέφυρες στο χώμα και στον ουρανό).
Η ποίηση επιστρέφει ως πρόθεση και ως επίτευγμα στις αρχικές της αφετηρίες, η χαρά είναι μεγάλη. Κάποτε οι τολμούντες το ταξίδι υπερβαίνουν την προηγούμενη (“προσωπική”) ποίησή τους διά των μεταφράσεών τους – ακόμη ένας λόγος ν’ αποτραπούν οι Κασσάνδρες του ανθρώπινου μέλλοντος της ποίησης, της ενιαίας ποίησης.
Στο τελευταίο τόλμημα, το μεταφραστικό, του Καψάλη (“Το ύδωρ” της Έμιλι Ντίκινσον) η προσπάθεια στα περισσότερα σημεία της ευτυχεί. Και θ’ αρκούσε μόνο το ποίημα της σελίδας 15 για να τον δικαιώσει.
|”Αν δεν ζω όταν οι τσίχλες / θα ‘ρθουνε, δώστε σ’ εκείνην
με την κόκκινη ποδίτσα / ένα ψίχουλο εις μνήμην.
Κι αν δεν πω σ’ ευχαριστώ, / γιατί θα κοιμάμαι ακόμα,
ξέρεις πως θα προσπαθώ / με το γρανιτένιο στόμα”.|
θαρρώ ότι το ποίημα γράφτηκε πρώτα στη νεοελληνική γλώσσα~ κατόπιν ότι ανήκει στην Έμιλι Ντίκινσον (από το 1860).
Μετά “το τέλος και των επιγόνων της νεοελληνικής ποίησης”, ιδού στο προσκήνιο και η καθαρόαιμη μελλοντική, πέραν της σημερινής “ναυαγισμένης” ποίησης. (Κάποιοι ενδιαφερόμενοι παρακολουθούν, φαντάζομαι, το φαινόμενο και το υπογραμμίζουν από τις δύο πλευρές. Εκείνη της “αχρηστίας” και εκείνη που ανθεί σε χαλεπούς πάντοτε καιρούς. Διαχρονική και επίκαιρη).
Aυγή (11/11/2004)
Αυτός ο ποιητής,
ο “πλήρης από σκοτωμένα πουλιά”!
Επιτρέψτε μου την αντιγραφή, φίλοι:
Κατάσταση
Η αρραβωνιαστικιά μου είναι κουτσή
κι ως περπατούμε δίπλα στα ποτάμια
θαρρώ πως μια καταποντίζομαι βαθιά στον ποταμό
κι άλλοτε πάλι με τραβούν τα μαύρα της μαλλιά
ψηλά στα κύματα που κελαηδούν αηδόνια…
[Μαυροβούνι]
Μάρκο, της υπομονής και της ξενιτιάς
ασλάνι!
Οι καλοί μας ποιητές μένουν με λίγα σχόλια στο ποιείν ή με καθόλου όπως ο Δενέγρης που γράψαμε γι αυτόν μεταθανάτια σχόλια. μήπως τελικά το ενδιαφέρον μας για την ποίηση δεν είναι γνήσιο και τελικά υπεισέρχονται εξωλογοτεχνικοί παράγοντες στο τι μας ενδιαφέρει στην λογοτεχνία. Οι πέντε καλές ποιητικές συλλογές που εκδίδονται περίπου κάθε χρόνο στην ελλάδα χάνονται ανάμεσα στην πληθόρα των συλλογών που εκδίδονται. Έτσι ίσως χαθεί κι η συλλογή της Ζέφης που ρίχνει φως μέσα από τα συντίμια. Τα βραβεία έχουν καταντήσει τελικά η μάστιγα της ελληνικής λογοτεχνίας και μας λοξοδρομούν με τον πιο άγονο τρόπο. Όχι άλλα έξυπνα σχόλια από μορφωμένους ποιητές. Ας σταθούμε στους λεγόμενους μεταπολεμικούς γιατί τους αξίζει κι ας βρούμε τον δρόμο για το ποιητικό μας μέλλον μέσα από τους ποιητές που είναι εσαεί διδιασκόμενοι από την ίδια την ζωή.
H διαφωνία μαρτυρά ότι είμαστε τουλάχιστον ζωντανοί.
Το μήνα Φεβρουάριο ανακοινώθηκαν 4.136 απολύσεις, δόθηκαν υποχρεωτικές άδειες σε 774 εργαζομένους (ρεκόρ όλων των εποχών), ενώ 180 εργαζόμενοι τέθηκαν σε διαθεσιμότητα.
πηγή in.gr
“Άλογα στον ιππόδρομο” που θα έλεγε ο ποιητής.
Μόνο που τα σκοτώνουν πριν γεράσουν.
κι ο εκσυγχρονισμός με τη σειρά του εκπαίδευσε καλά την εργοδοσία να πετάει βιτριόλι στο πρόσωπο.
ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ-
Και ήρθε η πρώτη φορά Αριστερά και τα έφτιαξε όλα! Τώρα ούτε απολύσεις, σχίσανε τα μνημόνια, αυξήθηκαν οι συντάξεις, μειώθηκε η ανεργία, αυξήθηκε ο κατώτατος μισθός στα 750 , πουλήθηκε η Μακεδονία (αλλά δε βαριέσαι δική μας ήταν;), η εργοδοσία δεν ρίχνει βιτριόλι αλλά σφαίρες, στα νοσοκομεία απίστευτος εκσυγχρονισμός καλύτερα απο τα ιδιωτικά, αξιοκρατία παντού, καμία ρουσφετολογική πρόσληψη, 102 νεκροί από πυρκαγιά (αλλά ας πρόσεχαν ποιος τους είπε να μείνουν στο μάτι), νεκροί από πλημμύρες (αλλά φταίνε τα μπαζωμένα ρέματα) και ο κατάλογος των ευάρεστων έργων δεν έχει τελειωμό. Ολα αυτά έξι χρόνια μετά από αυτά που δημοσιεύατε πρόβατα. Ξυπνήστε δεν είναι όνειρο μπεεεεεεε!
Μάλιστα κ.Πορτοσάλτε!