Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Γιώργος Παναγιωτίδης, «Κύμα Άλμα», εκδ. Γαβριηλίδης, 2014

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ορκίζω τους προγόνους μου
όσους δάκρυσαν εδώ και σκέφτηκαν
τους απογόνους μου ορκίζω
όσους θα ʼρχονται στους μέλλοντες στο κατόπι μου
καλώ τη θάλασσα που ταξίδεψαν
και τα κύματα που τους έδειραν
τα βουνά που αγρίεψαν
και τα γνέφια που τους κατέτρεξαν
παρακαλώ των θεών τʼ άγρια όνειρα
και των αγίων τα ωχρά φωτοστέφανα
της μάνας μου τα αίματα που πρώτα κολύμπησα
φωνάζω και τον αέρα που ανέπνευσα
και τον φώναξαν αντίκρυ στο θάνατο
μη με ξεχνάτε
και μη μʼ αφήνετε άμα βουλιάζω να σας ξεχνώ.

`

*

ΜΙΑ ΠΑΣΧΑΛΙΤΣΑ

Βγαίνω απʼ τη θάλασσα, είκοσι χρονών.
Η θάλασσα στάζει από πάνω μου στην άμμο.
Στην άμμο αφυδατώνομαι γρήγορα
ζαρώνω εξήντα χρόνια.

Μια πασχαλίτσα κάθεται στο χέρι μου πάνω.
Θαυμάζω το κόκκινο,
τα στίγματά της μετρώ ως το εφτά,
δέκα χρονών.
Απομακρύνεται και δεν μπορώ να τη δω.
Απομακρύνεται εβδομήντα χρόνια.

Γηροκομώ τʼ άκοπα γένια μου,
τʼ άκοπα νύχια μου στρέφονται
κατά του εαυτού μου.
Η πασχαλίτσα παραπαίει στο τζάμι μου.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Γιώργος Γκανέλης, «Χρεοκοπία ιδεών», εκδ. Στοχαστής, 2014

`

ΟΙ ΕΝΟΧΕΣ

Τώρα που νυχτώνει νωρίς
οι ενοχές κυκλοφορούν ελεύθερες από τις πέντε.
Στα πάρκα η μελαγχολία αγγίζει τον ουρανό
νοτισμένο χώμα κυριεύει την όσφρηση
φωνές παιδιών ξεψυχάνε στην απέναντι γειτονιά.
Ο κόσμος ένα ραγισμένο γυαλί
που σπάει μόλις το κοιτάξεις
έρωτες αβασάνιστοι, έρωτες σφραγισμένοι.
Χέρια απλώνονται μέσα στην ερημιά της πόλης
νʼ αγκαλιάσουν το λαβωμένο παρόν
χείλη ματωμένα συλλαβίζουν τη σιωπή.

Μια χώρα μέσα στην αβελτηρία
δεν έχει καταλάβει τον προορισμό της
κουνάει το μαντήλι του αποχαιρετισμού
στʼ αεροδρόμια και στα λιμάνια
ξεπροβοδίζει τα παιδιά της στα βαγόνια της ξενιτιάς
μασάει αιώνες το παραμύθι της εξέλιξης
κι ύστερα αυτοκτονεί σʼ ένα άθλιο υπόγειο
χαράματα με παγωνιά, αφήνοντας τη λάμπα ανοιχτή.
Απʼ έξω ακούγεται το αλύχτισμα των σκυλιών
κι η μηχανή του πρώτου λεωφορείου.

Τώρα που ξημερώνει αργά
οι ενοχές κυκλοφορούν σκοτωμένες από τις πέντε.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Κώστας Βάρναλης, «Αϊ-Στράτης/ Θυμήματα εξορίας» (επιμέλεια-έρευνα-σχόλια: Ηρακλής Κακαβάνης), εκδ. Καστανιώτη 2014

`

Από τη σύλληψη
«Όταν η μοτοσικλέτα μας έφερε στη διεύθυνση της Ειδικής Ασφάλειας, άκουσα τον κ. Βέρροιο να λέγει στους άλλους :
-Τώρα πάμε για τον άλλονε.
Είπα μέσα μου:
-Θα εννοεί το Γληνό. Περίεργο πως δε τονε πιάσανε πριν από μένα, αφού αυτός έχει γραφείο, που δουλεύει ίσαμε τις 2 το απομεσήμερο.
Στο γραφείο του ανθυπασπιστού της υπηρεσίας, ομολογώ πως μου φερθήκανε πολύ καλά κι εμένα και το Γληνό, που σε μια ώρα τον είδα κι αυτόν να μπαίνει μέσα με όλο το μεγαλείο του…
Θυμούμαι μονάχα πως άμα πρωτομπήκα στο γραφείο, με ρωτήσανε:
-Είσαστε ο κύριος Βάρναλης.
-Μάλιστα
-Ο ποιητής;
-Μάλιστα.
Φαίνεται πως έμοιαζα για Βάρναλης· δεν έμοιαζα όμως για ποιητής:
Από τις 3 ίσαμε τις 7 το βράδυ μας κρατήσανε στην Ειδική Ασφάλεια. Ύστερα, άμα σκοτείνιασε, μας βάλανε σʼ ένα ταξί με δύο χωροφυλάκους οπλισμένους και μας φέρανε στο τμήμα μεταγωγών, οδός Νικοδήμου. Εδώ τελειώνει η πρώτη πράξη»
Από τη ζωή στο τμήμα Μεταγωγών Πειραιώς:
«Από του κακού στο χειρότερο. Εδώ ο απόπατος ήτανε στο στενό προαύλιο, αντίκρα στο παράθυρο μας. η βόχα αυτή που μας κυνηγούσε και μας έζωνε από τώρα κι ύστερα παντού μέχρι και στον  Αη –Στράτη –η βόχα που δεν μας άφηνε νʼ ανασάνουμε, που μας έφερνε δάκρυα απελπισίας στα μάτια, μας έκαμνε τις μέρες και τις νύχτες ατελείωτες, μας έκαμνε να λέμε!
-Ας φύγουμε από εδώ κι ας πάμε και στην Κόλαση!
Στα διπλανά κελιά είχανε στριμωγμένους καμπόσους πρεζάκηδες. Κολλούσανε τις χτηνώδικες φάτσες τους στα σιδερένια κάγκελα του  παραθυριού και γελούσανε ηλίθια στους επισκέπτες. Όταν ερχόντανε κυρίες να μας επισκεφτούνε, βγάζανε μέσα από τα κάγκελα δίσκους ξύλινους, σταυρούς, εικόνες (βιοτεχνία της φυλακής) και φωνάζανε:
-Πάρτε, κυρία, να συχωρεθούνε τα πεθαμένα σας!
Η βόχα η ανθρώπινη!.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Σαράντης Σπορίδης, «Ο Σεπτέμβρης μου», εκδ. Διάνυσμα, 2014

ΤΟ ΜΠΆΣΤΑΡΔΟ ΤΟΥ ΙΟΎΔΑ

Η ανάσα μου είναι βοριάς
και ότι αγγίζει το παγώνει.
Η ανάσα μου είναι βοριάς
και ʽγω το μπάσταρδο του Ιούδα.
Γραφτό μου είναι να στέκω βουβός
και να παρατηρώ το σκέλεθρό μου
άβουλο παιγνίδι στο υφαντό της Μοίρας.
Ω!πόσο θα ΄θελα να αδράξω απʼτο λαιμό, εκείνο τον Υιο της Ύβρης!
Πόσο ποθώ να του φτύσω κατάμουτρα εκείνα τα τριάντα αργύρια!
Γιατί εκείνα εινʼη συμφορά μου….
Του Κάϊν η σπορά είμαι εγώ
του αδελφοκτόνου το αίμα, του πρώτου φονιά η σάρκα.
Του Κάϊν το χαμόγελο χαράκωσε τα χείλη μου
από την κούνια ακόμα.
Δάγκωσα τα χείλη μου, προτού να πιώ το μητρικό το γάλα
και γεύτηκα το αίμα μου αλμυρό
σαν υπόσχεση.
Του Ιούδα το μπάσταρδο είμαι και σέρνω το σαρκίο μου
από ελπίδα σε ελπίδα,
σʼαυτό το κοιμητήριο των ελπίδων μου.
Η ανάσα μου είναι βοριάς…
…αντέχουν τα πνευμόνια μου άραγε άλλο;

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, «Οι πέντε εποχές», εκδ. Μελάνι 2012 (επιμέλεια-επίμετρο: Γιώργος Κ. Μύαρης)

`

[άνοιξη]
*
Σε νιώθω που είσαι πίσω απ’ τη βαριά πόρτα
-πέντε βήματα από μένα-
παλιρροϊκό κύμα έτοιμο να τη σπάσεις
άνεμος έτοιμος να τη ρίξεις
τέρας έτοιμο να τη φας
τίποτα δε σε κρατάει πια!
Έλα μέσα,
Έρωτα.

`

*

δυισμός

Θέλω μέσα σου να μπω
μα δεν ξέρω ποια πόρτα να χρησιμοποιήσω

Του Σώματος ή της Ψυχής;

`

[καλοκαίρι]
*
Είναι πολύ παράξενο

Εκεί που σʼ αγάπησα
Ήταν στʼ αλήθεια το τέλος του κόσμου

οδηγώντας για ώρα πολλή
φτάναμε σʼ ένα σημείο
που ο δρόμος τέλειωνε
και υψωνόταν ένα τεράστιο βουνό μπροστά μας.

Το τέλος του κόσμου
Η αρχή της αγάπης

Διαβάστε περισσότερα