Μαρία Κουγιουμτζή, Μια άτυχη μέρα (Άγριο Βελούδο, Καστανιώτης, 2008)
17Μαΐ
ΜΙΑ ΑΤΥΧΗ ΜΕΡΑ
– Πες σʼ αυτόν τον ξευτιλισμένο το φίλο σου να μαζέψει τα χέρια του.
-Δεν είμαι πατέρας του, ούτε δικός σου.
-Νόμιζα πως είσαι φίλος μου, αλλά φαίνεται πως είσαι σκέτο τομάρι.
– Αν δεν αντέχεις φύγε, είπε και σήκωσε τους ώμους του.
Μου ήρθε να τον φτύσω, αλλά πήρα την τσάντα μου κι έφυγα. Άκουγα τη φωνή του να τραγουδάει καθώς έκλεινα την πόρτα. Να χέσω την επανάστασή σου μουρμούρισα, εσύ ʽσαι πιο καθίκι από τη ζωή που σνομπάρεις. Σʼ έχει τσαλαπατήσει το σύστημα και το παίζεις υπεράνω. Δυο απόπειρες αυτοκτονίας έκανες μαλακισμένο και απαξιείς και τις πιο απλές αξίες. Άμα μεγαλώσεις ακόμα λίγο θα τρως από τα σκουπίδια χαμένε.
Έξω απʼ το μπαρ σκοτάδι πίσσα, τα τακούνια μου χτυπούσαν σαν πιστολιές στο πλακόστρωτο. Ήμουν πολύ θυμωμένη για να γυρίσω σπίτι. Δυο στενά μετά μπήκα σʼ ένα μπαρ να πιω ένα ποτό να ηρεμίσω. Άκουσα μια γνωστή φωνή, γύρισα το κεφάλι, τραγουδούσε η Ανιέζα. Σήκωσα το χέρι, της έκανα νόημα, με είδε. Όταν τελείωσε το τραγούδι ήρθε στο τραπέζι μου. Πώς από δω, δε δουλεύεις, είπε. Τα βρόντηξα. Άκουσε τα καθέκαστα για τον Μιχάλη, είναι βούρλο, είπε, τρώει εκεί που χέζει και φιλοσοφεί κιόλας. Χρωστάω δυο νοίκια, είπα, πρέπει να βρω δουλειά. Θα μιλήσω στο αφεντικό, ξέρει πολλούς θα σε βολέψει.
Μετά δυο τραγούδια ξαναήρθε μʼ έναν πολύ ψηλό, πολύ αβρό κύριο που μου φίλησε το χέρι. Ήταν τʼ αφεντικό. Έσκυψα και τη ρώτησα αν είναι αδερφή, όχι είπε, είναι ευγενικός. Μας κέρασε ποτά. Ήταν το τρίτο μου και όλα μου φαίνονταν πιο εύκολα. Οπωσδήποτε δε θα σʼ αφήσουμε έτσι είπε ο κύριος, να ʽστε ήσυχη. Όταν τελείωσαν τα τραγούδια προσφέρθηκε να μας πάει σπίτια μας με τη μερσεντές του. Πρώτα άφησε την Ανιέζα κι ύστερα εμένα. Σηκώθηκε, μου άνοιξε την πόρτα, αν μʼ αφήνεις θέλω να σε φιλήσω είπε. Ήμουν τόσο μεθυσμένη που μου φάνηκε το πιο φυσικό πράγμα, του πρότεινα το στόμα μου. Τα χείλη του ήταν σα δυο λεπτές φέτες κασέρι που μόλις βγήκαν απʼ το ψυγείο. Ευχαριστώ είπε, καληνύχτα.














